Μόλιστα
Εξερευνήστε το πέτρινο χωριό

Μόλιστα (Μεσαριά)

1024 502 Epirus Explorer

Μόλιστα,
Αν ήσουν η πατρίδα μου,
η δικιά μου η πόλη,
θα διάβαζες στα μάτια μου,
και η βρύση δε θα σιγομουρμούριζε
τόσο λυπητερά,
Μόλιστα, Μόλιστα
Γωνιά κατοικημένη με το σλάβικο όνομα
Ακραία της ερημιάς μου.
Κι όμως
ο ξένος σ΄αγαπούσε
εκείνο το πρωινό.

Ρένος Αποστολίδης, Ποιητικά γράμματα 1949

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΛΙΣΤΑ

Ανήκει στην ιστορική και πολιτισμική ενότητα των Μαστοροχωρίων της Κόνιτσας και είναι ένα από τα χωριά που συλλογικά αναπτύξανε δραστηριότητα σε διάφορους τομείς με τέτοια επιτυχία, ώστε να ταυτίζονται ιστορικά μ’ αυτές.

Από τη Μόλιστα όπως και από τα άλλα χωριά γνωστά σαν «Μαστοροχώρια της Κόνιτσας» προέρχεται ένα μεγάλο μέρος των μαστόρων της Ηπείρου. Χτίστες που χρησιμοποιώντας κάθε υλικό σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες κατόρθωσαν να χτίσουν σπίτια βασισμένα στη βυζαντινή αρχιτεκτονική παράδοση, να υψώσουν γέφυρες με λίθινα τόξα,να σκαλίσουν καλλιτεχνήματα στην πέτρα , να δώσουν πνοή στο ξύλο και να στολίσουν όχι μόνον την ηπειρωτική γη αλλά να προβάλλουν την τέχνη τους πιο πέρα και έξω από την Ελλάδα.

Οικισμοί και πληθυσμός

Στην κοιλάδα που σχηματίζεται στους πρόποδες της Γύφτισσας ,κορυφής του Σμόλικα, από πολύ παλιά υπήρχαν σπίτια σκορπισμένα που συγκροτούσαν τον οικισμό της Σιουπόστιανης. (Κατά τη τοπική παράδοση, «γύφτισσα» ονομάζεται μια κορυφή ανατολικά του χωριού, όπου έβγαινε μια ξυπόλητη γύφτισσα με μαύρα μαλλιά και χαλκάδες και χτυπούσε το ντέφι όταν έρχονταν ο Τούρκος κοτζάμπασης να μαζέψει από τους χωρικούς τους φόρους).

Από τα αρχαία χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα περνούσε από εκεί ένας από τους κυριότερους δρόμους επικοινωνίας της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Σύμφωνα με πηγές ,πριν την ερήμωση του, ο οικισμός ήταν συγκροτημένος έχοντας 40 οικογένειες, την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με το νεκροταφείο και την εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου.

Οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν εκεί κατά περιόδους μεταξύ του 6ου και 14ου αιώνα, ως γεωργοκτηνοτρόφοι, μετά από τις στρατιωτικές επιδρομές τους ,με το πέρασμα του χρόνου εξελληνίστηκαν.

Μετά τον 10ο αιώνα σημειώνονται οικιστικές και πληθυσμιακές μεταβολές που έχουν σαν αποτέλεσμα την ερήμωση υπαρχόντων οικισμών και τη συγκρότηση νέων, καθώς και τη φυγή των κατοίκων και την εγκατάσταση νέων. Κυριότερες αιτίες ήταν η αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων, οι αυθαιρεσίας των κρατικών οργάνων και των τσιφλικάδων, οι επιδρομές των ληστών, οι λεηλασίες και οι καταστροφές που προκαλούσε η διέλευση του στρατού, οι επικείμενες τιμωρίες των κατοίκων λόγω πραγματικών ή κατασκευασμένων παρανομιών, η τσιφλικοποίση της γης, οι σεισμοί, οι κατολισθήσεις εδαφών, οι επιδημίες κ.α. Στην επαρχία της Κόνιτσας από τον 14ο αιώνα υπήρχαν πολλά χωριά αρκετά από τα οποία μέχρι το 1800 ερημώθηκαν.

Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν και την περιοχή της Μόλιστας. Οι θέσεις που ήταν κτισμένα τα τρία χωριά στις τοποθεσίες Σιουπόστιανη, Παλιχείματα και Έλτση ήταν οι πλέον κατάλληλοι τόποι για τους οικισμούς. Σε μικρή απόσταση υπήρχαν καλλιεργήσιμα εδάφη, βοσκοτόπια, ποτάμι και πηγές για την ύδρευση και την άρδευση, τη λειτουργία υδρόμυλων και το ψάρεμα , δάση για ξυλεία και κυνήγι. Επί πλέον η παραποτάμια οδική αρτηρία Ηπείρου- Μακεδονίας δημιουργούσε ευκαιρίες απασχόλησης μερίδας κατοίκων στη συντήρηση των γεφυριών και στα υπάρχοντα χάνια και παράλληλα διευκόλυνε τους κατοίκους στη μετακίνησή τους και στο εμπόριο.

Ονομασίες – Μετονομασίες

Το τοπωνύμιο Σιουπόστιανη (ή Σιοπόστιανη ή Σιπόστιανη) είναι σλάβικο και σημαίνει οικισμό σε τόπο με πολλά νερά. Το γεγονός όμως ότι δεν υπάρχουν πηγές με αφθονία νερών δεν δικαιολογεί την προέλευση της ονομασίας. Η μόνη λοιπόν θεωρία που θα μπορούσε να σταθεί είναι ότι οι Σέρβοι μετανάστες ήρθαν από την περιοχή της Σερβίας Σοποτσάνη, όπου υπήρχε σερβικό ορθόδοξο μοναστήρι και εκκλησία με εξαιρετικές τοιχογραφίες που ίδρυσε ο κράλης Στέφανος Ούρες (ή Ουρέσης) Δ΄ Ντούσαν. Η Σοποτσάνη βρίσκεται κοντά στο Novi Pazarκαι σε μικρή απόσταση από τη Ζίτσα, στην οποία υπάρχει μεγάλο μεσαιωνικό μοναστήρι και από την οποία κατάγονται οι μετανάστες που ονόμασαν Ζίτσα το χωριό των Ιωαννίνων, όπου και εγκαταστάθηκαν. Οι μετανάστες της σερβικής Σοποτσάνης εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της εδώ Σιουπόστιανης μάλλον κατά τον 14ο αιώνα φέρνοντας εδώ την εικόνα της Μόλιστας, δηλαδή της Παναγίας της Δεομένης. Στις περιοχές αυτές οι Έλληνες ήταν λίγοι αργότερα όμως και μέχρι τον 17ο αιώνα αυξήθηκαν και επικράτησαν.

Μία άλλη εκδοχή ότι το όνομα μπορεί να προέρχεται από την αρχαία Μολοσσία δεν φαίνεται πιθανή.

Σύμφωνα με την παράδοση ο οικισμός της Σιουπόστιανης ερημώθηκε είτε λόγω επιδημίας πανώλης, είτε λόγω των συχνών ληστρικών επιθέσεων, επειδή βρισκόταν κοντά στον κεντρικό δρόμο Καπηλειού-Φούρκας-Μακεδονίας. Οι περισσότεροι κάτοικοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό, μερικοί μετοίκησαν κοντά στην Κωνσταντινούπολη όπου ονόμασαν το νέο οικισμό Σιουπόστιανη, οι δε υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν στις τοποθεσίες που υπήρχαν τριγύρω: Μόλιστα, Γανναδιό, Μεσσαριά ή Παλιόσπιτα, Μποτσιφάρι, Έλτση, Παλιχείματα και Αγία Βαρβάρα. Το 1672 κτίστηκε το μοναστήρι στο Μποτσιφάρι.

Απ΄ότι φαίνεται από στοιχεία το 1750 υπήρχαν πολλές κατοικίες και στους τρεις οικισμούς της Μόλιστας καθώς και εκκλησίες. Πάντως μετά το 1821, εξαιτίας των αλλαγών και των ταραχών που ακολούθησαν την πτώση του Αλή πασά, πολλοί νέοι κάτοικοι από τους αγροτικούς οικισμούς της Μόλιστας ή από άλλους ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Γαναδιό.

Μάλιστα οι κάτοικοι που δεν μετανάστευσαν στο εξωτερικό όταν έφυγαν από το χωριό πήραν μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας της Δεόμενης («της Μόλιστας») κτίζοντας καινούριο μοναστήρι σε ακατοίκητη τοποθεσία κοντά στη σημερινή τοποθεσία του Μποτσιφαριού και το ονόμασαν μονή της Μόλιστας.

Λόγω της φήμης της μονής η γειτονική κοινότητα που αποτελούνταν από τρεις μη αυτοτελείς οικισμούς (Γαναδιό, Μεσαριά και Μποτσιφάρι) ονομάστηκε Μόλιστα διατηρώντας ο καθένας τα ιδιαίτερα ονόματά τους.

Το τοπωνύμιο Μεσαριά συναντιέται συχνά στην Ελλάδα και σημαίνει μεσαίος οικισμός ή σημείο που βρίσκεται στο μέσον κάποιας τοποθεσίας. Ο μολιστινός οικισμός Μεσαριά (σημερινή Μόλιστα) βρίσκεται ανάμεσα στους οικισμούς Γαναδιό και Μποτσιφάρι. Μάλιστα στη απέναντι θέση Παλιόσπιτα κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας προϋπήρχε οικισμός. Η σημερινή διαμόρφωση του οικισμού πρέπει να ξεκίνησε  την ίδια χρονική περίοδο με εκείνη του Γαναδιού και του Μποτσιφαριού.

Η πρώτη αναφορά του τοπωνυμίου της Μόλιστας  υπάρχει στον κώδικα της μονής Ζάβορδας των Γρεβενών , όπου υπάρχουν καταγραμμένα  τα  ονόματα κατοίκων από τη Μόλιστα  που πρόσφεραν οικονομική βοήθεια στη μονή με χρονολογία 1534-1692 . Άλλες γραπτές μαρτυρίες για το όνομα βρέθηκαν  σε βιβλία  της μονής της Μόλιστας με χρονολογία 1781. Ο ιστορικός Ιωάννης Λαμπρίδης στα«Ζαγοριακά» (σελ. 87 )αναφέρει ότι μετά την διάλυση του Σκαμνελίου στο Ζαγόρι και των οικισμών γύρω του, από τις επιδρομές, ένα μέρος των κατοίκων κατέφυγαν στη Μοσχόπολη (ο Λαμπρίδης την αναφέρει Βοσκόπολη , αρχική της ονομασία ,πιθανόν λόγω των κτηνοτροφικών ασχολιών των παλαιότερων κατοίκων της ),άλλοι στη Σωπική και άλλοι «εις Μόλισταν».

Αρχικά το 1919 με ειδικά διατάγματα  αναγνωρίστηκε ότι στην κοινότητα  Μόλιστας  υπάγονται αυτοί οι τρεις οικισμοί , καθώς και το μοναστήρι της Θεοτόκου. Αργότερα όμως ορίστηκε ότι οι οικισμοί Γαναδιό και Μποτσιφάρι ( το οποίο μετονομάστηκε το 1928 σε Μοναστήρι) αποτελούν αυτοτελείς κοινότητες  (από το 1920 και 1934 αντίστοιχα) με αποτέλεσμα η Μεσαριά να αποκτήσει επίσημα το όνομα Μόλιστα.

To 1846 o πληθυσμός της Μόλιστας  έφτανε τους 623 κατοίκους, το 1873 τους 1.482, το 1894 υπήρχαν 1.500 κάτοικοι, το 1920 629 και το 1940 688.

Διοικητική οργάνωση – Δικαιοσύνη – Φόροι

Η περιοχή της Μόλιστας μετά την τουρκική κατάκτηση το 1417 περίπου υπάγονταν διοικητικά στον καζά (επαρχία) της Κόνιτσας ο οποίος ανήκε στο σαντζάκι (περιφέρεια) της Κορυτσάς και από το 1500 στο σαντζάκι Ιωαννίνων. Τις διοικητικές αρμοδιότητες είχαν κατά περιόδους και ασκούσαν την εξουσία : ο διοικητής , ο ιεροδίκης (κατής) της επαρχίας (καζάς), οι προεστοί του χωριού και το συμβούλιο των προεστών του καζά, ο τιμαριούχος (σπαχής) της περιοχής , οι κρατικο-φοροεισπράκτορες, ο καπετάνιος του αρματολικιού της περιοχής, ο αρχηγός της φρουράς του δερβενιού (περάσματος) του Βουρκοπόταμου, ο μουλτεζίμης (φοροεκμισθωτής) του ταμπακόμυλου, σε ορισμένες περιπτώσεις ο διοικητικής της στρατιωτικής μονάδας που περνούσε από το χωριό, και μετά το 1846 οι ζαπτιέδες (χωροφύλακες).

Επί πλέον οι κάτοικοι δεινοπαθούσαν από τις επιδρομές αφ΄ενός των ληστών (κυρίως Αλβανών) και των κλεφτών (πρώην αρματωλών) και εφ΄ετέρου από το «αγαλίκι» το ετήσιο μίσθωμα δηλαδή που πλήρωναν για την λεγόμενη «προστασία» των τοπικών μπέηδων και αγάδων, κυρίως της Φράσαρης, της Πρεμετής, της Β. Ηπείρου. Το αγαλίκι άνοιξε την όρεξη των μπέηδων που θέλησαν να το μετατρέψουν σε ισόβιο μίσθωμα, δηλαδή να γίνει το χωριό «τσιφλίκι» των αγάδων, κάτι που τελικά δεν έγινε στη Μόλιστα.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Παν. Αραβαντινό οι προύχοντες του καζά της Κόνιτσας, δηλαδή τα παραπάνω πρόσωπα εξουσίας και οι «προστάτες», κυρίως οι μωαμεθανοί αλλά και οι χριστιανοί προεστοί, ήταν ανέκαθεν ημιανεξάρτητοι και ατίθασοι και αλληλοϋποστηρίζονταν, μέχρι το 1790 που ο Αλή πασάς κατάφερε να τους υποτάξει προκαλώντας έριδες μεταξύ τους.

Αυτές οι συχνές λεηλασίες και επιδρομές των Αλβανών ήταν η αιτία τα χωριά της Κόνιτσας να οργανώσουν μια άμυνα, με την ανοχή των Τούρκων, που βασίζονταν σε ένα ιδιόρρυθμο σύστημα διακυβέρνησης και αυτοδιοίκησης που αποτελούνταν από τους προεστούς των πέντε κύκλων της επαρχίας τους. Αυτοί οι προεστοί των πέντε χωριών της επαρχίας Κόνιτσας αντιπροσώπευαν τη γνώμη όλης της επαρχίας και ήταν εξουσιοδοτημένοι να λύνουν διαφορές. Παρόμοια συστήματα διακυβέρνησης υπήρχαν και σε άλλα μέρη όχι μόνον της Ηπείρου αλλά και όλου του υπόδουλου ελληνικού χώρου.

Η τοποθεσία δυτικά της κοιλάδας του Βουρκοπόταμου, που σήμερα ανήκει στο Γανναδιό αποτέλεσε δερβένι (πέρασμα) από τον 17ο αιώνα μέχρι το 1790. Ο αρχηγός της φρουράς του Δερβενιού υπαγόταν στον καπετάνιο του αρματολικιού ο οποίος ως τιμαριούχος του αρματολικιού και αρμόδιος για τη δημόσια τάξη σ΄αυτό, εισέπραττε από τους διαβάτες του περάσματος διόδια, και από τους κατοίκους του αρματολικιού φόρο, λόγω της προστασίας που τους παρείχε.

Κατά την περίοδο 1722-1743 το δερβένι το φρουρούσαν οι Μολιστινοί και όλοι ή μερικοί δικαιούνταν να εισπράττουν διόδια και μάλιστα τότε οι Μολιστινοί αποκρούσαν επιδρομή Αλβανών στην περιοχή τους. Μετά το 1790, το δερβένι έγινε καραούλι (φυλάκιο με φρουρά) στο οποίο υπηρετούσαν δερβεναγάδες (δερβέναγας =αρχηγός φρουράς διάβασης) ή ζαπτιέδες.

Επίσης στη περιοχή υπήρχε ταμπακόμυλος που κατασκευάστηκε γύρω στα 1730 και άλεθε τα καπνά που καλλιεργούνταν στις περιοχές της Μόλιστας και των γύρω χωριών και λειτούργησε μέχρι το 1811. Είχε παραχωρηθεί σαν ιλτιζάμ (ετήσια συμφωνία) σε μισθωτή (μουλτεζίμη) ο οποίος ασκούσε εξουσία στους καλλιεργητές καπνού της Μόλιστας, γιατί αυτός αποφάσιζε, μεταξύ άλλων, για την παραγωγή των καπνών και τις τιμές τους. (ο malikâne, που αναπτύχθηκε ως υποκατάστατο του Iltizam, ήταν ισόβιος).

Οικονομία – Ασχολίες

Στα ορεινά της Ηπείρου, της Δ. Μακεδονίας και της Ν. Αλβανίας υπήρχαν πάντοτε μόνιμοι κάτοικοι, άλλοτε πολλοί και άλλοτε λιγότεροι, που απασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, το κυνήγι, την οικοτεχνία και κάποιοι σαν τεχνίτες ή έμποροι.

Οι παλιότεροι κάτοικοι της Μόλιστας ίσως ήταν βοσκοί οι οποίοι το χειμώνα κατέβαιναν στα πεδινά της Θεσπρωτίας και το καλοκαίρι ανέβαιναν στα απέραντα βοσκοτόπια του Σμόλικα και του Γράμμου. Αποτελούσαν μια κοινωνία που ζούσε αντιμετωπίζοντας διαρκώς τη φύση. Το σύστημα του «τσελιγκάτου», σύστημα παραγωγικής συνεργασίας, καθόριζε την ποιμενική τους ζωή. Ένα σύστημα πρωτόγονο και απλό που επιβίωσε για πολλά χρόνια στις ομάδες των κτηνοτρόφων.

Τη θέση του τσέλιγκα έπαιρνε ο πιο άξιος και ο πιο πλούσιος. Βέβαια τις περισσότερες φορές ήταν κληρονομικός. Αυτός αποφάσιζε για τα πάντα. Για τις υπηρεσίες τους κανένας δεν πληρωνόταν. Την Άνοιξη και συνήθως την ημέρα του Αγίου Γεωργίου οι κτηνοτρόφοι έσμιγαν τα κοπάδια τους σε μεγαλύτερα (είδος συνεταιρισμού) μέχρι τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, οπότε τα κοπάδια επέστρεφαν στις στάνες (μαντριά) που συνήθως ήταν κοντά στο χωριό για να γεννήσουν και να ξεχειμωνιάσουν.

Μαζεύονταν όλοι οι ιδιοκτήτες των ζώων (του ενωμένου πλέον κοπαδιού) και άρμεγαν ο καθένας τα δικά του ζώα. Στο τέλος κάθε οικογένεια έπαιρνε σε είδος ανάλογα με τον αριθμό των ζωντανών που είχαν στο κοπάδι και την απόδοσή τους που μετριότανε με το γαλόμετρο. Κι έτσι κάθε οικογένεια βολευόταν στην κλειστή ξέχωρη οικονομία της.

Τις καλύβες τους τις κατασκεύαζαν με τον ίδιο τρόπο των Σαρακατσαναίων όπως αναφέρει ο Γ. Λυμπερόπουλος στο βιβλίο του «Ορεινοί και Μεθόριοι». Κάθε ποιμενική οικογένεια είχε δυο καλύβες. Μια μόνιμη στο χειμαδιό και μια δεύτερη πάνω στα θερινά βοσκοτόπια. Οι καλύβες στα χειμαδιά ήταν ολοστρόγγυλες. Στα βουνά όμως γίνονταν μεγαλύτερες και ορθογώνιες γιατί οι ανάγκες του καλοκαιριού ήταν περισσότερες. Το χειμώνα όμως οι καλύβες, εγκαταλειμμένες, καταστρέφονταν από την κακοκαιρία ,αλλά την επόμενη χρονιά ξανάρχιζαν το στήσιμο του σπιτικού σε καινούρια καλύτερη τοποθεσία και παράλληλα μεγάλωναν τις καλύβες για να βολευτούν.

Η οικονομία της Μόλιστας επηρεαζόταν από τις οικονομικές εξελίξεις στον καζά (επαρχία) της Κόνιτσας. Η οικονομική ακμή στην κοιλάδα της Καραμουρατιάς είναι πολύ πιθανό να επηρέασε και τον υπόλοιπο χώρο του καζά. Καραμουρατιά κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν η περιοχή του Βόρειου Πωγωνίου μαζί με τα χωριά στην κοιλάδα πάνω από τον Αώο, με κέντρο την Οστανίτσα (σημ. Αηδονοχώρι).

Στη Μόλιστα, σε σύγκριση με τα άλλα χωριά της Κόνιτσας, υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης των κατοίκων, οι οποίοι μπορούσαν να παρέχουν υπηρεσίες με πληρωμή στη λειτουργία του ταμπακόμυλου (ο ταμπακόμυλος ήταν υδροκίνητη εγκατάσταση της προβιομηχανικής εποχής και κονιορτοποιούσε φύλλα καπνού παράγοντας ταμπάκο), στα χάνια που υπήρχαν στην περιοχή και στην εμποροπανήγυρη.

Οι περισσότεροι κάτοικοι της Μόλιστας ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι και «μαστόροι» (χτίστες ή μαραγκοί). Διαδοχικά μετά τη μόνιμη εγκατάστασή τους πέρασαν από το κτηνοτροφικό στάδιο στο γεωργικό, χωρίς όμως να εγκαταλείψουν τελείως το πρώτο. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που επιδίδονταν συστηματικά στην εκμετάλλευση γιδιών μισθώνοντας βοσκούς. Η αυτάρκεια της οικονομίας τους είχε ως αποτέλεσμα να κυκλοφορούν ελάχιστα νομίσματα στην αγορά.

Το δάσος τους προμήθευε την ξυλεία, τροφή για τα ζώα, φυτά και μυστικά βότανα. Στις τοποθεσίες Καπηλειό, Παλιουριά, Σφουντάμι, Λεύκα, Μοναστηρόπουλο, περιοχή της Λουπότσιανης, της Φούρκας και ανάμεσα σε προσήλια εδάφη έβρισκαν μικρές εκτάσεις όπου καλλιεργούσαν τα χωράφια τους. Έτσι εξασφάλιζαν σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη, φακές, ρεβύθια, τριφύλλι, κρεμμύδια, πατάτες. Σύμφωνα με πληροφορίες, παλιότερα άνθιζε η σηροτροφία. Το κρασί επίσης ήταν τοπικό προϊόν και κάθε σπίτι έβγαζε 700 οκάδες κόκκινο εκλεκτό κρασί καθώς και τσίπουρο. Υπήρχαν πολλά αμπέλια στο Καπηλειό, Παλιάμπελα, Ντραγασιά, Αντζιαρούχη, Παλιχείματα και αλλού καθώς και διάφορε κατηγορίες σταφυλιών που ευδοκιμούσαν στην περιοχή, όπως το μοσχοστάφυλο, η ντεμπίνα κ.άλ. Τα πολλά νερά μέσα στο χωριό βοηθούσαν στις καλλιέργειες των λαχανικών, το κοντινό ποτάμι και ο Σαραντάπορος τους προμήθευε ψάρια. Επίσης καρυδιές, κερασιές, μηλιές και δαμασκηνιές ευδοκιμούσαν στα μέρη αυτά. Έτσι με την προσωπική τους εργασία κατάφερναν να εξασφαλίζουν τα βασικά και απαραίτητα για τη ζωή τους και σε πολλές από τις αγροτικές τους εργασίες κατάφερναν να δώσουν ένα ψυχαγωγικό χαρακτήρα που τους ανακούφιζε από τη καθημερινή δουλειά και τη σκληρή πραγματικότητα.

Το Παζαρόπουλο ήταν η μεγάλη ετήσια εμποροπανήγυρη που γινόταν κάθε Σεπτέμβριο στην Κόνιτσα και συγκέντρωνε κόσμο απ΄όλα τα γύρω χωριά που έφερναν για πούλημα τα προϊόντα τους: δέρματα, μαλλιά, βελέντζες, χάλκινα, τσαρούχια, υφάσματα από τα Γιάννενα, ζώα από την Αλβανία και άλλες περιοχές.

Αρχιτεκτονική παράδοση – Μαστόροι και χτίστες – Επαγγέλματα

Η οικοδομική παράδοση είναι άγνωστο πόσο παλιά ήταν . Η πρώτη αναφορά για οικοδομική δραστηριότητα και μάλιστα με μεγάλο αριθμό οικοδόμων από τη Μόλιστα τεκμηριώνεται από κατάλογο της 19ης Σεπτεμβρίου 1801 που καταγράφεται «μαστώρη στο κάστρω» των Ιωαννίνων (μάλλον το Ιτς- Καλέ). Σ΄αυτόν τον κατάλογο ανάμεσα στους 789 οικοδόμους και 1026 ειδικευμένους εργάτες είναι καταχωρημένοι και «35: Μολεστινη» μαστόροι. (ανέκδοτο αρχείο Αλή Πασά).

Η ζωή στα μαστοροχώρια της Κόνιτσας ήταν γενικά δύσκολη και φτωχική .Το οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο χαμηλό , σκληρή δουλειά αντρών και γυναικών, λίγοι οι πλούσιοι κάτοικοι, αλληλεγγύη των οικογενειών των μαστόρων. Το επάγγελμα του χτίστη δεν ήταν κερδοφόρο, με εξαίρεση τον πελεκάνο ίσως (πελεκητής της πέτρας) και τον πρωτομάστορα – ο μόνος που μπορούσε να αγοράσει το σιτάρι της χρονιάς και ο πιο μορφωμένος από τους μαστόρους. Η ζωή τους ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα των μαστορόπουλων (η διατροφή, ο ύπνος, η απλυσιά, η αρρώστια, το δια βίου σακάτεμα από ατυχήματα, η έλλειψη περίθαλψης και ασφάλειας, άλλες ζωτικές ανάγκες, η αρνητική συχνά αντιμετώπισή τους, η εκμετάλλευσή τους, ιδίως από δυνάστες αγάδες, τότε).

Συνήθως , στις αρχές της άνοιξης, 10 -20 μαστόροι σχημάτιζαν ομάδες, τα «μπουλούκια» ,και αναχωρούσαν από το χωριό τους για προσυμφωνημένες δουλειές. Η αμοιβή των μαστόρων, κατά κανόνα, γινόταν με τη μοιρασιά των κερδών και υπολογίζοντας τη συμβολή του κάθε ένα σε εργασία, εργαλεία και ζώα και αργότερα με ημερομίσθιο. Η επιστροφή των «μπουλουκιών» γινόταν το Νοέμβριο. Την περίοδο του χειμώνα ήταν με τις οικογένειες τους μέχρι την επόμενη άνοιξη που αναχωρούσαν πάλι.

Από τη Μεσαριά (Μόλιστα ) γνωστά μπουλούκια ήταν του Βασιλείου Χαρισιάδη και του Αθανασίου Σερίφη.

Οι Μολιστινοί μαστόροι δραστηριοποιούνταν συνήθως στο Ζαγόρι . Η δραστηριότητα των επώνυμων πρωτομαστόρων αποδεικνύεται από μαρτυρίες και κυρίως από πλήθος επιγραφών. Το «αμιλικό» (πανδοχείο) στο Κουκούλι, τα σπίτια των επιχειρηματιών Κ. και Ι. Κόκκορη επίσης στο Κουκούλι, το σπίτι του κτηνιάτρου Σακελλαρίου στη Βίτσα καθώς και το σπίτι Πανονή στους Κήπους , είναι έργα μαστόρων από τη Μόλιστα. Και δεν είναι μόνον αυτά.

Η κάθοδος στην Ελλάδα των Μολιστινών μαστόρων για την ανοικοδόμηση της Αθήνας δεν ήταν η μόνη ευκαιρία κέρδους εκείνα τα χρόνια. Ταξιδεύουν και σε ορεινά μέρη όπως στη Δομνίστα Ευρυτανίας, στο Γαλαξείδι. Παρά το ότι οι πληροφορίες είναι ελλιπείς, οι Μολιστινοί σίγουρα επέκτειναν τη δραστηριότητά τους στα γειτονικά χωριά.

Η επιτυχημένη αυτή δραστηριότητα των Μολιστινών μαστόρων στο Ζαγόρι αποτελούσε απόδειξη ακμής, το δε έργο τους τραγούδησε η εκεί τοπική λαϊκή μούσα επαινώντας τόσο τους μάστορες της Μόλιστας όσο και αυτούς από το Πεκλάρι (Πηγή).

Στα προπολεμικά ταξίδια τους υπήρξαν και περιπτώσεις που γυναίκες από τη Μόλιστα ακολουθούσαν και βοηθούσαν τους άντρες τους. Αυτό αποτελεί μια περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα όσο και σπάνια. Βέβαια είναι γεγονός ότι οι Μολιστινές –όπως και οι Σαρακατσάνισσες- φημίζονταν για το ότι μόνες τους κατασκευάζαν τις στρογγυλές ξυλοκαλύβες.

Στα 1938-1940 δούλεψαν Μολιστινοί με Πυρσογιαννίτες και Κερασοβίτες σε έργα οδοποιίας (διανοίξεις, γέφυρες, τοιχοποιίες) των δρόμων στις περιοχές Ξάνθης, Καβάλας, οχυρών Ρούπελ. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1940 οι Κερασοβίτες, Μολιστινοί και Πυρσογιαννίτες κτίστες δούλεψαν στην περιοχή της Δράμας και της Ξάνθης. Δούλευαν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε ο Πόλεμος το ΄40 . Μετά τον πόλεμο δεν είναι γνωστό αν οι Μολιστινοί συνέχισαν να ασκούν την τέχνη.

Έκτοτε η στροφή των κατοίκων προς την αποδημία στη Ρουμανία και την αλλαγή του επαγγέλματος είχε σαν αποτέλεσμα τη βαθμιαία μείωση της Μόλιστας σαν κέντρο μαστόρων.

Μέχρι το 1850 περίπου οι περισσότεροι άνδρες εργάζονταν εποχικά σαν οικοδόμοι ενώ στο διάστημα που ακολούθησε πολλοί μετανάστευσαν στη Ρουμανία, την Αίγυπτο και την Αμερική. Η αποδημία των κατοίκων στη Ρουμανία από τον 18ο αιώνα βοήθησε οικονομικά όχι μόνον τους ίδιους τους μετανάστες αλλά και τους συγγενείς τους που παρέμειναν στο χωριό. Πολλά σπίτια χτίστηκαν τότε στο χωριό με τα χρήματα που έστελναν οι μετανάστες. Άλλοι Μολιστινοί δούλεψαν στη Δομνίστα Ευρυτανίας, στο Γαλαξίδι , στο Ζαγόρι (Ελαφότοπο, Αρίστη, Κουκούλι και αλλού. Επίσης διακρίθηκαν σαν ξυλουργοί, αγωγιάτες, μυλωνάδες κ.λπ.

Με την έκρηξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878) όπου συμμετείχαν και Ρουμάνοι είχαν την ευκαιρία να πλουτίσουν επειδή η διέλευση των Ρωσικών στρατευμάτων από τη Ρουμανία άφηνε στα παντοπωλεία και τους φούρνους πολύ χρήμα. Και οι Μολιστινοί επιδόθηκαν στα δυο αυτά επαγγέλματα καταφέρνοντας να πλουτίσουν.

Απελευθέρωση της Μόλιστας από τους Οθωμανούς

Ο λοχαγός Παπανικολάου στις 9 Φεβρουαρίου 1913 απελευθέρωσε το χωριό από τους Τούρκους εγκαθιστώντας δύο λόχους. Οι Τούρκοι, με αρχηγό τον Τζαβήτ Πασά και με πολλές δυνάμεις, πολυβόλα και κανόνια, έκαναν επίθεση σε μια τελευταία προσπάθεια να το ανακαταλάβουν, αλλά,όταν έμαθαν για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21/2/1913), έφυγαν όχι μόνο από το χωριό αλλά και από την Κόνιτσα.

Αρχιτεκτονική

Η κοινωνική έκφραση της Μόλιστας απεικονίζεται στην αρχιτεκτονική μορφή των σπιτιών της .Οι πέτρινοι όγκοι των σπιτιών χαρακτηρίζονται από λιτότητα. Φρουριακός χαρακτήρας με χοντρούς τοίχους, λίγα ανοίγματα ,βαριές ξυλοδεσιές και σκούρα βουνίσια  πέτρα είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την αρχιτεκτονική μορφή του χωριού. Μοναδικό διακοσμητικό στοιχείο αποτελούν  τα ξύλινα κοσμήματα των παραθύρων  ή οι απλές πέτρινες διακοσμήσεις των υπέρθυρων. Γενικά τα σπίτια στη Μόλιστα είναι λιτά και ενδοστρεφή  ώστε να μην προκαλούν το φθόνο των περαστικών. Η αυλή περιφραγμένη, συνήθως,  με ξερολιθιά αποτελεί  τον κύριο χώρο του σπιτιού για όλες τις εποχές. Είναι πλακοστρωμένη , με λουλούδια και δέντρα και έχει γύρω τους απαραίτητους χώρους (υπόστεγο, φούρνος, «χαλές»(αποχωρητήριο,αποθήκες, μαγειρείο, «καζαναριό»(αποστακτήριο). Το ύψος της τοιχοποιίας δίνει στο χώρο της αυλής την αίσθηση της ατομικότητας και της ελευθερίας που χρειάζονταν οι άνθρωποι του σπιτιού. Η απλή κατασκευή χαρακτήριζε επίσης και το εσωτερικό του σπιτιού με τις μικρές ξύλινες μεσάντρες για την αποθήκευση των ρούχων και το τζάκι με τα μπάσια  αποτελούσαν την επίπλωση. Το  μόνο στοιχείο διακόσμησης ήταν τα χρωματισμά κεντητά καλύμματα στα μπάσια. Το ξύλο βρίσκει τη θέση του σαν υλικό ,πάντα  σε σκούρο  χρώμα, στα πατώματα, τα υπέρθυρα, τις σκάλες , τα μπαλκόνια και τις ντουλάπες. Μεμονωμένες περιπτώσεις σαχνισιών (προεξέχοντα παράθυρα) υποδηλώνουν  την τάση των τεχνιτών να επεξεργαστούν τη λιτή πέτρινη όψη πλουτίζοντάς την με κάποια επιπλέον αισθητικά στοιχεία και να  δώσουν μια γραφική όψη στο κτίσμα. Τα δομικά υλικά που έχουν -είναι περιορισμένα και όταν τους δίνεται η ευκαιρία  δουλεύουν με τέχνη την πέτρα κατασκευάζοντας τζάκια, μπαλκόνια  και σκάλες  με θαυμάσια κατασκευαστική τελειότητα.

Το γεφύρι στους Κουκλιούς

Γνωστό και σαν γεφύρι του Κρυονερίου και Βέργου. Βρίσκεται 25 χιλ. βόρεια από την Κόνιτσα δεξιά του εθνικού δρόμου και κάτω από το χωριό Μοναστήρι (πρ. Μποτσιφάρι) στη θέση Κουκλιούς, δίπλα στο ομώνυμο παλιό χάνι (αργότερα χάνι Κοτλή και Βέργου). Γεφυρώνει το λάκκο Σλιούτα ή Κορτινιστιότικο ρέμα που ξεκινάει από την Κορτίνιστα (Νικάνορα) και χύνεται στο Σαραντάπορο. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 8,30μ. και το ύψος από την κοίτη φτάνει τα 4,50μ και κορυφώνεται στο κέντρο στα 5,20 μ. Ο καμπουρωτός διάδρομος φτάνει τα 20 μ. μήκος και 2.40 πλάτος έχοντας χαμηλές και αραιά τοποθετημένες αρκάδες.

Μάστορας του γεφυριού ήταν ο Φώτης Λωλός από τη Βράνιστα (Τράπεζα) σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των απογόνων του αλλά και από την ιδιόρρυθμη τεχνική του συγκεκριμένου μάστορα που το τεκμηριώνει σαν δική του την εργασία. Κτίστηκε στο δεύτερο μισό ή τα τέλη (το πιθανότερο) του 19ου αιώνα.

Το γεφύρι στο Βουργοπόταμο (Κερασοβίτικο ποτάμι)

Παλιά ο κύριος δρόμος από Κόνιτσα προς τα Μαστοροχώρια και τη Μακεδονία έφθανε στην αριστερή όχθη του Βουργοπόταμου και στο σημείο όπου συναντούσε το Σαραντάπορο διακλαδιζόταν ακολουθώντας τις κοιλάδες των δυο συμβαλλόμενων ποταμών. Ο ένας κλάδος ακολουθώντας την αριστερή όχθη του Βουργοπόταμου, οδηγούσε χωρίς μεγάλα ποτάμια κωλύματα προς το χωριό Κεράσοβο (τώρα Αγία Παρασκευή) και τον αυχένα «Βέργο/Βύργο» πάνω από τη Φούρκα, και από εκεί κατευθυνόταν προς τη Μακεδονία. Ο άλλος κατευθυνόταν προς την κοιλάδα του Σαραντάπορου, με τα πολλά Μαστοροχώρια που κείνται στις πλαγιές της, και προς τη Μακεδονία. Εκεί υπήρχε θέμα διάβασης του Βουργοπόταμου, ο οποίος στο σημείο εκείνο που αποτελούσε και το τελευταίο κομμάτι της κοίτης του, ήταν πολύ επικίνδυνος. Εκτός της υπερτοπικής σημασίας μιας γέφυρας στο σημείο εκείνο υπήρχε και η ανάγκη επικοινωνίας της γύρω περιοχής. Οι κάτοικοι του Γαναδιού, στο οποίο ανήκει η ευρύτερη περιοχή στις δυο όχθες, την είχαν ανάγκη επειδή είχαν δική τους μεγάλη έκταση, με πολλά χωράφια, αμπέλια, βοσκοτόπια και άλλα υποστατικά και τους διευκόλυνε μια ασφαλής πετρογέφυρα στον Βουργοπόταμο και σίγουρα θα τους βασάνιζε η σκέψη και ενεργούσαν να βρεθεί κάποιος τρόπος να κατασκευαστεί. Και όμως, για περισσότερο από έναν αιώνα, δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα ίχνος γεφύρωσης.

Περί το 1968 όταν κατασκευαζόταν η νέα μεγάλη σκυρόδετη γέφυρα της Εθνικής οδού φαινόταν ένα μικρό κομμάτι της ράχης του παλιού πέτρινο γεφυριού όμως κανείς τότε δεν έδωσε κάποια εξήγηση. Στη συνέχεια το γεφύρι ξαναχώθηκε μέσα . Ούτε οι  παλιοί μάστορες, ούτε οι κυρατζήδες  ανέφεραν ποτά ένα τέτοιο γεφύρι. Δεν υπήρχε καμμία αναφορά από ξένους περιηγητές ή ντόπιους γεωγράφους  και ούτε διασώθηκε κάποια  γραπτή αναφορά ή και θύμηση από αφηγήσεις παλαιοτέρων. Επόμενο λοιπόν- παρά το ότι δεν είχε λογική-  να έχει γίνει πιστευτό ότι εκεί δεν είχε κατασκευαστεί ποτέ γέφυρα.

Κατά τον χειμώνα του 2002/3, μια μεγάλη και ορμητική νεροκατεβασιά του Βουργοπόταμου έφερε στο φως το κορυφαίο τμήμα ενός λιθότοξου, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα της σκέψης, ότι έπρεπε σίγουρα εκεί να υπήρχε γεφύρωση. Αυτή την πέτρινη αψίδα αποτύπωσε με κάθε λεπτομέρεια το καλοκαίρι  του 2003 ο καθηγητής Αργύρης Πετρονώτης και την παρουσίασε σε άρθρο του το 2004 στο Περιοδικό «εκ Χιονιάδων» , τεύχος 7, σελ.31.

Ένα εκτενές κείμενο « Η μεγάλη, τοξωτή γέφυρα Βουργοπόταμου» της Μόλιστας γραμμένο από το Θωμά Β.Ζιώγα , πολιτικό μηχανικό από τη Δροσοπηγή Κόνιτσας  δημοσιευμένο στο περιοδικό «τα Καντσιώτικα» , τεύχος 23 , σελ.10 δίνει στοιχεία για το γεφύρι. Από τις μελέτες που έκανε  ο σχεδιασμός του γεφυριού υπήρξε ανεπαρκής και δεν εκτιμήθηκε η ροή του ποταμού και τα φερτά υλικά τα οποία δεν μπορούσαν να περάσουν από τις σχετικά μικρές καμάρες. 

Σύμφωνα με την εκτίμηση του η αποκατάσταση του γεφυριού ήταν αδύνατη οπότε αφέθηκε στην τύχη του για όσο «όσο αντέξει», το οποίο βέβαια δεν άργησε πολύ να συμβεί, διότι αλλιώς δεν εξηγείται το ότι κανείς από τους ντόπιους δεν θυμάται ή έχει αναφέρει κάτι γι΄αυτό. Το γεφύρι πρέπει να υπήρχε το 1878 επειδή σε γραπτές μαρτυρίες  αναφέρεται με την λέξη «μεγάλο» και τούτο το τρίτοξο  πετρογέφυρο στον Βουργοπόταμο όντως ήταν μεγάλο, αφού είχε μήκος 25,00 μ.

Η φωτογραφία είναι από τον Οκτώβριο του 2015 και ήταν θέμα τύχης η  συγκεκριμένη φωτογράφιση. Το εξώραχο δεν υπάρχει πλέον , αλλά το γεφύρι είναι σίγουρο ότι υπήρξε.

Εκπαίδευση

Η εκπαιδευτική κίνηση ήταν αξιόλογη για την εποχή εκείνη. Έγγραφα της περιόδου 1828-1913 σχετικά με τη Μόλιστα και υπογραμμένα από Γαναδιώτες δασκάλους, ιερείς ή απλούς κατοίκους, μαρτυρούν ότι πολλοί κάτοικοι ήταν εγγράμματοι. Σύμφωνα με την παράδοση ,πριν την ίδρυση των σχολείων οι παπάδες δίδασκαν τα λίγα γράμματα ή κάποιος άλλο «γραμματοδιδάσκαλος». Στη Μόλιστα δίδαξε γύρω στο 1850 ο Γεώργιος Τζούνης από τη Σταρίτσανη ο οποίος ήταν συνεργάτης του Καποδίστρια. Από χειρόγραφες σημειώσεις σε βιβλία του μοναστηριού της Μόλιστας φαίνεται ότι κατά καιρούς δίδαξαν και άλλοι δάσκαλοι.

Το 1846 ο Νικόλαος Ξυνός, εγκαταστημένος στο Βουκουρέστι, κληροδότησε στη Μόλιστα ένα ακίνητο που είχε εκεί, προκειμένου μεταξύ άλλων να κτιστεί σχολείο για τα φτωχά παιδιά. Η Σπυριδώνειος Σχολή που κτίστηκε με αυτά τα χρήματα και η δωρεάν φοίτηση ήταν η αιτία που πολλοί Μολιστινοί μορφώθηκαν ακόμη και επί τουρκοκρατίας. Τελειώνοντας τα παιδιά τη Σχολή πήγαιναν στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου ή Ιωαννίνων. Το 1929 η Σχολή έκλεισε. Εκτός από τη Σχολή αυτή ,στη Μόλιστα και το Μοναστήρι λειτουργούσε τετρατάξιο δημοτικό σχολείο. Επίσης το 1848 ο Μιχαήλ Νάζης, εγκαταστημένος κι αυτός στο Βουκουρέστι, με τη διαθήκη του διέθεσε την περιουσία του για την ίδρυση παρθεναγωγείου στο χωριό.

Ενδυμασία- Κεντήματα

Οι γυναίκες το χειμώνα, όταν εύρισκαν χρόνο από τις αγροτικές δουλειές, ύφαιναν στον αργαλειό το ρουχισμό και ότι άλλο ήταν απαραίτητο. Κύριο υλικό για τα ρούχα ήταν το δίμιτο (denim), ύφασμα μάλλινο, χοντρό, δουλεμένο στον αργαλειό και οι «τσέργες» από μαλλί προβάτου ή τράγου με το οποίο έκαναν τα στρώματα. Η ενδυμασία τους ήταν ό τύπος της ενδυμασίας των χωρικών (επαρχίες Κουρέντων, Πωγωνίου, Σουλίου, Παραμυθιάς Ζαγορίου κ.λπ.) σε αντιδιαστολή με τον αστικό (περιοχές Ιωαννίνων, Ζίτσας κ.λπ.). Η ενδυμασία αυτή ήταν κατασκευασμένη από εγχώρια υφάσματα.

Οι γυναίκες της Μόλιστας φορούσαν στο κεφάλι το «καλιμκέρι» (είδος μπερέ) και πάνω το μαντήλι (μάλλινο ή βαμβακερό), ένα φουστάνι μακρύ και από πάνω την ποδιά, που ήταν κεντητή στις νέες και απλή στις ηλικιωμένες γυναίκες. Το ζωνάρι (δερμάτινο ή υφασμάτινο) στολισμένο με «μαναστούλια» ( μικρές χάντρες), οι «πατούνες» (κάλτσες μαύρες μάλλινες) τα δερμάτινα τσαρούχια με τη μαύρη φούντα και τέλος η κάπα από μαύρο δίμιτο με κεντητά στολίδια που φορούσαν από πάνω, συμπλήρωναν την ενδυμασία. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ήταν η λιτότητα και η έλλειψη στολιδιών όπως κοσμήματα, γούνες.

Η αντρική ενδυμασία ήταν απλούστερη. Φορούσαν άσπρο πουκάμισο κάτω από το δίμιτο ζιπούνι (είδος γιλέκου) κι από πάνω φορούσαν τον «σουρντούκο» (σακκάκι φτιαγμένο από δίμιτο). Για παντελόνια είχαν κάτασπρα «σαλβάρια», κάλτσες μάλλινες λευκές με «ζάβες» (είδος πόρπης) και για παπούτσια χοντρά τσαρούχια με μαύρη φούντα. Οι νέοι φορούσαν φουστανέλα, πουκάμισο και φέσι με μαύρη φούντα. Με το πέρασμα του χρόνου επικράτησε η ευρωπαϊκή ενδυμασία , αλλά διατηρήθηκε το φέσι.

Τα κεντήματα που σώθηκαν είναι πολύ λίγα και οι γυναίκες τα έκρυβαν και απέφευγαν να δίνουν πληροφορίες. Η Μόλιστα λεηλατήθηκε πολλές φορές και δεν έχει να παρουσιάσει περίτεχνα κεντήματα . Οι δύσκολες συνθήκες του κλίματος ανάγκαζαν τους κατοίκους να κατασκευάζουν ως επί το πλείστον μάλλινα υφάσματα (βελέντζες, κιλίμια, φλοκάτες)που διακοσμούσαν τα «μπάσια» (ξύλινοι πάγκοι κολλητά στον τοίχο) .Πολλές φορές ήταν διακοσμημένα με γεωμετρικά σχήματα ή σχέδια με κλαδιά και άνθη.

Το μοναστήρι της Μόλιστας

Εκκλησίες – Μοναστήρια

Ο Άγιος Νικόλαος, η κεντρική εκκλησία, τρίκλιτη βασιλική, με το τέμπλο και το ταβάνι ξυλόγλυπτα και η Αγία Παρασκευή που βρίσκεται στο νεκροταφείο της Μόλιστας, έξω από το χωριό και είναι αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή επειδή παλιά οι κάτοικοι θεωρούσαν ότι η αγία αυτή αποτρέπει τις επιδημίες πανώλης έχοντας το τραγικό προηγούμενο της επιδημίας που αποδεκάτισε τον πληθυσμό και ερήμωσε τη Σουπόστιανη.

Στην περιοχή που ανήκει στη Μεσαριά (Μόλιστα) υπάρχουν και έξi εκκλησάκια (Αγιος Δημήτριος, Αγία Βαρβάρα, Άγιος Χαράλαμπος, Άγιοι Απόστολοι και Άγιος Μηνάς).

Το Μοναστήρι των Εισοδίων της Θεοτόκου Μόλιστας

Μετά την ερήμωση του αρχικού οικισμού της Σουπόστιανης, το 1672 ιδρύθηκε στο Μποτσιφάρι (σημερινό Μοναστήρι) μονή στην οποία μεταφέρθηκε η εικόνα της Παναγίας της Μόλιστας. Εικάζεται ότι η ολισθηρότητα του εδάφους στο σημείο εκείνο να συντέλεσε στην κατολίσθηση, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη του αρχικού μοναστηριού από τους καλόγερους και τη θεμελίωση του νέου. Σύμφωνα με τον ιερέα Γεώργιο Παΐσιο, από μελέτη σε πλάκα μη εντοιχισμένη και από άλλα ευρήματα, το πρώτο μοναστήρι είχε κτιστεί το 1672 και διατηρήθηκε περί τους δυο αιώνες. Μετά καταστράφηκε και το 1819 χτίστηκε στη σημερινή του θέση και ολοκληρώθηκε το 1892. Σύμφωνα με την παράδοση η Παναγία με τρόπο θαυματουργικό υπόδειξε την τοποθεσία όπου χτίστηκε το μοναστήρι. Σε έκτακτες ανάγκες (ξηρασία, ασθένειες) γινόταν περιφορά στο χωριό της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας.

Μέχρι το 1940 το μοναστήρι βρισκόταν σε ακμή και βοηθούσε φτωχές οικογένειες της Μόλιστας, υποστήριζε οικονομικά ανύπαντρα κορίτσια και πρωτοστατούσε σε κοινωφελή έργα. Στις αρχές του 20 ου αιώνα άρχισε να παρακμάζει.

Την περίοδο του Εμφυλίου (1948-49) το μοναστήρι δέχτηκε κανονιοβολισμούς από τον στρατό γιατί υπήρχε η πληροφορία ότι είχαν καταφύγει αντάρτες.

Τον Ιανουάριο του 1976 ληστές παραβίασαν την πόρτα και έκλεψαν την εικόνα τη Παναγίας , την επονομαζόμενη «Στρατιώτισσα», μαζί με άλλα κειμήλια. Η προσωνυμία «Στρατιώτισσα» είχε δοθεί επειδή η εικόνα σαν θαυματουργή που θεωρούνταν, βρισκόταν πολλές φορές « στις στράτες» δηλαδή την έπαιρναν οι χριστιανοί στα σπίτια τους μέσα και έξω από τη Μόλιστα.

Σήμερα, διακρίνουμε το καθολικό, το διπλό καμπαναριό στην είσοδο, τους παλιούς στάβλους, τα διώροφα κελιά, όπου έμεναν μοναχοί μέχρι το 1975 και τα οποία σήμερα χρησιμεύουν ως ξενώνες για τους προσκυνητές, καθώς κι ένα μικρότερο κτίριο που ονομάζεται «του Τούρκου η κρεββάτα» και είναι αφιέρωμα ενός Μουσουλμάνου μπέη. Το καθολικό είναι μονόκλιτη βασιλική, με δύο πόρτες και γυναικωνίτη. Στον κύριο ναό σώζονται δύο πέτρινα μανουάλια του 1831, ξυλόγλυπτο τέμπλο και σπάνιες εικόνες.

Η Μονή γιορτάζει στις 21 Νοεμβριου, με πανηγυρική λειτουργία.

Η εκκλησία του Αγ. Νικολάου

Το Ταχυδρομείο της Μόλιστας

Παλιότερα για την ταχυδρομική επικοινωνία στη Μόλιστα χρησιμοποιούνταν σαν ταχυδρόμοι οι αγωγιάτες. Στην Κόνιτσα άρχισε να λειτουργεί ταχυδρομείο περίπου το 1877 και το 1881 ιδρύθηκε και τηλεγραφείο.

Οι πρόεδροι των τριών κοινοτήτων της Μόλιστας (Σουπόστιανη, Μεσαριά, Μποτσιφάρι) και της Πουρνιάς το 1960 με έγγραφό τους ανέφεραν στη Νομαρχία την ύπαρξη του Ταχυδρομείου της Μόλιστας που λειτουργούσε από το 1913 και για 47 χρόνια, εξυπηρετούσε όχι μόνον τους κατοίκους των παραπάνω χωριών αλλά και αυτούς της Αγίας Παρασκευή και της Φούρκας και μέχρι το 1958 τους κατοίκους της Δροσοπηγής , της Λαγκάδας και της Καστάνιανης.

Στην ίδρυση του Ταχυδρομείου της Μόλιστας σημαντικό ρόλο έπαιξαν δυο σπουδαία γεγονότα που συνέβησαν εκείνη τη χρονιά. Το πρώτο ήταν η νίκη του Ελληνικού στρατού κατά των Τούρκων στις 15 Φεβρουαρίου στην περιοχή της Μόλιστας όταν ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε τη Μόλιστα αποκρούοντας τις τουρκικές δυνάμεις που αποσύρθηκαν με αρκετές απώλειες. Η νίκη αυτή έκανε γνωστή τη Μόλιστα σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και στην τότε ελληνική Κυβέρνηση. Το δεύτερο ήταν η έντονη πίεση που άσκησαν οι Μολιστινοί προύχοντες του Βουκουρεστίου , και των τριών χωριών, στο τότε Έλληνα Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος επισκέφτηκε επίσημα τη Ρουμανία εκείνη τη χρονιά και είχε επαφές με επιφανείς ξενιτεμένους Έλληνες.

Το Ταχυδρομείο από την ίδρυσή του το 1913 μέχρι το 1983 στεγαζόταν σε κεντρικό κτίριο της πλατείας. Μετά την πυρκαγιά του κτιρίου λειτούργησε σε άλλο κτίριο μέχρι το 1998 που καταργήθηκε οριστικά.

Μουσική παράδοση, χοροί, πανηγύρια

Η Μόλιστα καθώς και η ευρύτερη περιοχή της Κόνιτσας λόγω της θέσης της μεταξύ Αλβανίας και Δυτικής Μακεδονίας υπήρξε πολιτιστικό σταυροδρόμι και δέχτηκε μουσικές επιρροές και από τους δύο χώρους. Επόμενο είναι να παρουσιάζει μια πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση. Το βασικό όργανo είναι το κλαρίνο που το συνοδεύουν το βιολί, το λαούτο και το ντέφι. Η Μόλιστα είχε και έχει μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς στην περιοχή της Κόνιτσας οι οποίοι με τις κομπανίες τους και ενταγμένοι στην τοπική κοινωνία γνωρίζουν τα τοπικά έθιμα και τις προτιμήσεις των χορευτών.

Από τη Μόλιστα είναι και η καταγωγή του βιολονίστα και κλαρινετίστα Φίλιππα Φιλιππίδη που υπήρξε ένας μεγάλος εκφραστής της της παραδοσιακής μουσικής και «πατριάρχης» της οικογένειας Φιλιππίδη. Πήρε μέρος σε πολλές εκδηλώσεις, αλλά δεν έβγαλε κανένα δίσκο. Τα τελευταία χρόνια κατέγραψε με το γιό του κομμάτια από την παραδοσιακή Κονιτσιώτικη μουσική. Οι γιοί του Νίκος και Κώστας Φιλιππίδης συνεχίζουν τη μουσική παράδοση. Αφιέρωμα στην οικογένεια Φιλιππίδη έχει το περιοδικό «τα Καντσιώτικα» (τεύχος 7ο Δεκέμβριος 2006 σελ.3) http://www.drosopigi.gr/wp-content/uploads/2016/07/teuxos_07_12-2006.pdf

Σε μια εποχή που οι κάτοικοι των χωριών ζούσαν απομονωμένοι ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης ήταν τα πανηγύρια, οι γάμοι, οι μεγάλες θρησκευτικές και ονομαστικές γιορτές, οι Απόκριες και τα ζιαφέτια.

Μέχρι το 1960 το πανηγύρι γινόταν κάθε χρόνο την ημέρα του Αγίου Δημητρίου. Η αποδημία όμως των κατοίκων και η εγκατάλειψη του χωριού είχε σαν αποτέλεσμα τη διακοπή της εκδήλωσης. Από το 1980 όμως η αδελφότητα Μολιστινών μετέφερε το πανηγύρι χρονικά κάθε πρώτο Σάββατο μετά τον Δεκαπενταύγουστο, εποχή που οι απόδημοι επισκέπτονται τον τόπο τους

Τα πανηγύρια αποτελούσαν και αποτελούν έθιμα σταθερά και επαναλαμβανόμενα στον κύκλο της ζωής. Παλιά ήταν μια ευκαιρία να ξεκουραστούν ψυχικά και σωματικά από το μόχθο της αγροτικής ζωής. Εκτός βέβαια από τη ψυχαγωγία ήταν μια ευκαιρία να αναδιοργανώσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις και να κλείσουν συμφωνίες. Επιπλέον ήταν ο καλύτερος τρόπος επικοινωνίας των νέων ανθρώπων σε μία εποχή αυστηρών ηθών όσον αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων. Η επικοινωνία τα παλιότερα χρόνια μεταξύ των νέων, λόγω κυρίως των αυστηρών ηθών και εθίμων, ήταν πάρα πολύ δύσκολη και το απλό κοίταγμα ανάμεσα στο αγόρι και στο κορίτσι θεωρούνταν τότε κατακριτέο.

Χοροί

Οι χορευτές χόρευαν σε μονό ή διπλό κύκλο και συνοδευόταν πάντα από τα όργανα των ντόπιων οργανοπαιχτών. Στο διπλοκάγκελο σχήμα οι γυναίκες χόρευαν μέσα και οι άντρες έξω. Ο κάθε άντρας που έσερνε το χορό, χόρευε μόνο με τη γυναίκα του, ή με κάποια πολύ κοντινή συγγενή του. Στο μονό κύκλο οι άντρες χόρευαν μπροστά και οι γυναίκες ακολουθούσαν. Όταν έσερνε το χορό κάποια παντρεμένη την κρατούσε ο άντρας της με χειρομάντηλο ενώ τα ανύπαντρα κορίτσια τα κρατούσε κάποια από το σόι τους μάννα ή αδερφή. Συνήθως χόρευαν κατά οικογένειες.

Οι χοροί απλοί και στρωτοί αντανακλούσαν τα αυστηρά ήθη και έθιμα της Ηπείρου, όπου δεν επιτρεπόταν, και κυρίως στις γυναίκες, η εκδηλωτικότητα. Το τραχύ ανάγλυφο της φύσης και τα αυστηρά ήθη και έθιμα διαμόρφωσαν στους κατοίκους του χωριού μια ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, που εκφραζόταν στη λιτή κίνηση των χορευτών. Η πρώτη μορφή της λαβής των γυναικών από τις παλάμες με τα χέρια κάτω έκφραζε την απλότητα του χορού, η οποία με την πάροδο του χρόνου εξελίχτηκε σε άλλες μορφές.

Ο χορός συνοδευόταν πάντα από τα όργανα γιατί όπως αναφερθήκαμε και παραπάνω το χωριό είχε ανέκαθεν ντόπιους οργανοπαίχτες. Το χορευτικό ρεπερτόριο, με εξαίρεση το γάμο, ήταν το ίδιο στις άλλες χορευτικές περιστάσεις.

Τα ζαφέτια ήταν τα γλέντια που γινόταν για την επιστροφή κάποιου ξενιτεμένου συνήθως από τη Ρουμανία ή την Αίγυπτο και στα οποία συμμετείχαν μόνο οι άντρες , και εκδήλωναν τη νοσταλγία του ξενιτεμένου που προσπαθούσε στο λίγο χρόνο παραμονής του στο χωριό να διασκεδάσει και να κρατήσει, φεύγοντας, τις ωραίες αναμνήσεις.

Σήμερα αν και οι εορτασμοί έχουν χάσει ην αυθεντική τους μορφή και τη σταθερή σχέση τους με την αγροτική ζωή, εν τούτοις διατηρούν ακόμη το πανηγυρικό τους ύφος και προσφέρουν την ίδια χαρά της διασκέδασης και της κοινωνικής επαφής.

Ήθη και Έθιμα – Παραδόσεις

Ήταν κλειστή κοινωνική οργάνωση με αυστηρά ήθη και έθιμα. Υπήρχε κοινωνική ιεραρχία με τους άντρες και τους γέρους σε πλεονεκτική θέση. Ο σεβασμός ξεπερνούσε την έννοια της λέξης. Οι γυναίκες, όσο ηλικιωμένες κι αν ήταν, έπρεπε να χαιρετήσουν τον άνδρα έστω κι αν ήταν νέος και αν κάθονταν να σηκωθούν όρθιες. Οι νέοι και οι νέες αντάλλαζαν βλέμμα μόνο στο χορό, στους γάμους και στα πανηγύρια.Οι άνθρωποι της Μόλιστας ήταν προσηλωμένοι στις παραδόσεις και με βαθιά θρησκευτικότητα.

Το μακρινό παρελθόν της ζωής μέσα στη φύση, ο δυνατός δεσμός τους με τη γη και η αγάπη τους για τα ζώα ήταν η αιτία να γεννηθούν υπερφυσικές ιστορίες γι΄αυτά. Οι κυρίαρχοι ζωομορφικοί πρόγονοι της περιοχής ήταν το φίδι, η αρκούδα και η γίδα. Το φίδι ,γέννημα της γης, ήταν η μετενσάρκωση του πεθαμένου. Η αρκούδα προστάτης των μικρών παιδιών και των άρρωστων που έχουν απομονωθεί στα βουνά. Η γίδα σύμβολο γονιμικό συνδέεται με τη βροχή που είναι το πρώτο γονιμικό στοιχείο της γης.

Υπάρχουν πολλά έθιμα και παραδόσεις που συνδέονται με τα ταξίδια των μαστόρων. Η αναχώρησή και η επιστροφή τους συνοδευόταν πάντα από τραγούδια λύπης την ώρα του αποχαιρετισμού ενώ η επιστροφή ήταν πάντα με γλέντι. Παραδόσεις που σχετίζονται με το νερό επίσης δεμένες με την τελετουργία της αναχώρησης των μαστόρων, και έθιμα κατά το χτίσιμο των σπιτιών (σφάξιμο κόκορα, ρίψη νομισμάτων).

Πηγές

Η επαρχία της Κόνιτσας και η Μόλιστα επί τουρκοκρατίας: Χαρίλαου Γκούτου

Η Μόλιστα της Ηπείρου: Ευάγγελου Δημητριάδη

Ορεινοί και Μεθόριοι: Γιάννη Λυμπερόπουλου

ΜΑΣΤΟΡΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ ΚΟΝΙΤΣΑΣ: Αγύρης Πετρονώτης-Βασίλης Παπαγεωργίου

Ιωάννης Λαμπρίδης: Ζαγοριακά

Το Ταχυδρομείο της Μόλιστας:  Δημήτριος Παπαλάμπρος τ. Αν/της Γεν.Δ/ντής ΕΛ-ΤΑ ,Περιοδικό Κόνιτσα τ. 182 

Η ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΛΙΣΤΑ https://www.dancearchive.gr/article.php?id=37

Μοναστήρια της Επαρχίας Κονίτσης  – Πρεσβ. Διονυσίου Δημ. Τάτση 

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΣΤΟΥΣ ΚΟΥΚΛΙΟΥΣ  , ΣΠΥΡΟΣ Ι. ΜΑΝΤΑΣ  ΓΕΦΥΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΤΟΜΟΣ Γ΄-ΤΑ «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ» ΠΕΤΡΟΓΕΦΥΡΑ Σελ. 138

 «Η μεγάλη, τοξωτή γέφυρα Βουργοπόταμου» της Μόλιστας» Θωμάς Β.Ζιώγας , πολιτικός μηχανικός «τα Καντσιώτικα» , τεύχος 23 , σελ.10

Το ξεχωμένο γεφύρι στην κοίτη του Βουρκοπόταμου Μόλιστας» Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης , Περιοδικό «εκ Χιονιάδων» , τεύχος 7, σελ.31.

1 comment

Αφήστε ένα σχόλιο

    Share via
    Share via
    error:
    Send this to a friend