Το γεφύρι της ΠΛάκας

Το γεφύρι της Πλάκας

1024 695 Epirus Explorer

Το γεφύρι της Πλάκας

Τα ιστορικά μνημεία αποτελούν αξιοθέατο, ανακαλούν στη μνήμη σημαντικές στιγμές της ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν σαν πόλος έλξης για τους επισκέπτες. Αποτελούν μοναδικά δείγματα της ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής παράδοσης και του νεοελληνικού πολιτισμού. Το γεφύρι της Πλάκας είναι από τα πιο γνωστά γεφύρια ,όχι μόνο για την ιστορία του αλλά και για την άρτια κατασκευή του και την υπέροχη αρχιτεκτονική του.

Γεφυρώνει τον Άραχθο ένα από πιο ορμητικά ποτάμια της Ηπείρου και είναι το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων και το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρώπη. Τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του γεφυριού είναι πράγματι ενδιαφέροντα και καλύπτουν μια περίοδο από το 1863 μέχρι σήμερα. Άλλωστε η αίγλη και η ιστορικότητα ανήκουν στο πρωτότυπο.

Στη θέση αυτή, γνωστή από παλιά με την ονομασία «Πλάκα», υπήρχε από παλιά πέτρινη γέφυρα η οποία ήταν στον κύριο δρόμο συγκοινωνίας των χωριών των Τζουμέρκων με την Άρτα. Η γέφυρα ήταν στηριγμένη από το ένα σκέλος σε τεράστιο βράχο .Δύσκολη περίπτωση η οποία είχε σαν συνέπεια την κατάρρευσή της δύο φορές τα προηγούμενα χρόνια. Το 1860 οι καταρρακτώδεις φθινοπωρινές βροχές είχαν σαν αποτέλεσμα τη μετακίνηση του βράχου και την εκ νέου κατάρρευση της γέφυρας.

H ανακατασκευή της ήταν θέμα προτεραιότητας. Τα σχέδια των πρωτομαστόρων από τα Πράμαντα, τους Ραφταναίους και το Σκλούπο (σημ. Αμπελοχώρι) αποκλείστηκαν, και από τον Ιωάννη Λούλη προτάθηκε κάποιος μαστρο-Γιώργης από την Κόνιτσα. Ο Ιωάννης Λούλης από το Κοτόρτσι (σημ. Αετορράχη) ο οποίος ήταν χαρακτηριστική περίπτωση Ηπειρώτη χορηγού διέθεσε για το γεφύρι αυτό 9.000 γρόσια και η γνώμη του οπωσδήποτε είχε βαρύτητα. Αυτά γράφει ο Νικόλαος Παπακώστας ο οποίος γνώριζε ότι οι σημειώσεις λογαριασμών φυλάγονταν μέχρι το 1912 στο χωριό του τους Μελισσουργούς. Από την άλλη ο ιστορικός Ιωάννης Λαμπρίδης αναφέρει ως χρηματοδότη με 30.000 γρόσια το Δημήτριο Αρβανιτογιάννη από τα Πράμαντα. Πάντως το έργο ανέλαβε ο μαστρο Γιώργης και η γέφυρα κτίστηκε το καλοκαίρι του 1863, αλλά τη μέρα των εγκαινίων η γέφυρα κατέρρευσε.

Οι κάτοικοι των Τζουμέρκων αποκλείστηκαν για μια ακόμη φορά . Αναγκαστικά έπρεπε να γίνει καινούρια κατασκευή, η τρίτη στη σειρά. Ο Ιωάννης Λούλης έδωσε ποσό πάνω από 38.000 γρόσια , η κοινότητα των Μελισσουργών πρόσφερε 96.000 γρόσια, των Πραμάντων 32.000 και των Αγνάντων τη ξυλεία συν 48.000 μαζί με άλλα γειτονικά χωριά οι κάτοικοι των οποίων προσφέραν και προσωπική εργασία.

Το ποσό έφτασε τα 180.000 γρόσια. Αυτή τη φορά το έργο ανέλαβε ο Κώστας Μπέκας από τα Πράμαντα μαζί με ντόπιους μαστόρους. Από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο έφτιαξαν το πανέμορφο, συμμετρικό, μονότοξο και επιβλητικό γεφύρι με δυο πλαϊνά ανοίγματα, (ανακουφιστικές καμάρες) για τη διοχέτευση του νερού σε περίπτωση πλημμύρας, με ύψος 20 μέτρα και μήκος 40 μέτρα. Κι αυτό παραλίγο να έχει την ίδια τύχη με το προηγούμενο γιατί τα πρώιμα πρωτοβρόχια ανάγκασαν τη γρήγορη απομάκρυνση των σκαλωσιών του με κίνδυνο να παρασυρθεί από το ρεύμα του ποταμού. Αυτή η δικαιολογημένη βιασύνη προξένησε μια μικρή απόκλιση στο γεφύρι η οποία δεν ήταν εμφανής με την πρώτη ματιά.

Οι κάτοικοι των γύρω χωριών παρά τους κόπους και τις οικονομικές τους θυσίες ελάχιστα χάρηκαν το καινούριο γεφύρι. Από το 1881, ο Άραχθος αποτέλεσε το σύνορο Ελλάδας-Τουρκίας με αποτέλεσμα να αχρηστευτεί το πέρασμα μέχρι το 1913.

Η περιοχή της Πλάκας ήταν για 30 χρόνια έδρα υποτελωνείου στρατιωτικής ομάδας για τη φρούρηση των συνόρων Ελλάδας -Τουρκίας. Δίπλα στη γέφυρα υπήρχε φυλάκιο για τον έλεγχο και την ασφαλή επιτήρηση των συνόρων. Απέναντι από το γεφύρι είχαν και οι Τούρκοι το δικό τους φυλάκιο.

Η περιοχή βρισκόταν σε στρατηγική θέση και, όπως ήταν επόμενο, γινόταν πολλές συγκρούσεις και φονικές μάχες για την κατοχή και τον έλεγχό της.

Στο χάνι που βρίσκεται δίπλα στο γεφύρι στις 29 Φεβρουαρίου του 1944 υπογράφτηκε η συμφωνία Μυρόφυλλου – Πλάκας μεταξύ των κυριότερων και ταυτόχρονα αντιμαχόμενων ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ. Σκοπός της συμφωνίας αυτής ήταν – κυρίως – να δοθεί ένα τέλος στον εμφύλιο σπαραγμό που είχε προηγηθεί κατά το τελευταίο τετράμηνο. Οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή της, ξεκίνησαν επίσημα στις 19 Φεβρουαρίου, στο χωριό Μυρόφυλλο Τρικάλων, εξ ου και η ονομασία της συμφωνίας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γέφυρα βομβαρδίστηκε από τις Γερμανικές δυνάμεις αλλά άντεξε με ελαφριές ζημιές. Οι ντόπιοι την επισκεύασαν με τσιμέντο το 1943.Το 2007 η γέφυρα υπέστη σοβαρές ζημιές –ενώ υπήρχαν ήδη σχέδια (μόνο στα χαρτιά βέβαια) για εκτέλεση έργων επισκευής, κάτι που δεν έγινε ποτέ, μέχρι το 2015 που κατέρρευσε.

Το έντονο κλίμα απογοήτευσης έγινε αισιοδοξία όταν το Ε.Μ.Π. δήλωσε ότι το Γεφύρι μπορεί και πρέπει να αναστηλωθεί, αναλαμβάνοντας , άμεσα, την πραγματοποίηση των πρόδρομων μελετών και πρωτοστατώντας στην προσπάθειας αυτή σε στενή συνεργασία με τους φορείς της Ηπείρου, τους εμπλεκόμενους κρατικούς φορείς και τις τοπικές κοινωνίες. Μια συνεργασία που για μία από τις ελάχιστες φορές καρποφόρησε.

Σύμφωνα με αυτά που διαβάζουμε δεν χρησιμοποιήθηκε καμία από τις σύγχρονες τεχνολογίες, καμία κρυφή ενίσχυση, ούτε ένα κιλό μέταλλο από το ελάχιστο που είχαν βάλει στο αρχικό γεφύρι, εστιάζοντας στο να ολοκληρώσουν οι τεχνικοί τις εργασίες «διαβάζοντας σωστά αυτό που ο πρωτομάστορας Μπέκας με τους δικούς τους τεχνίτες είχε κάνει πριν από 150 χρόνια». Οι μελετητές αποκωδικοποίησαν τα μυστικά της πρωτότυπης κατασκευής, βάζοντας στο «μικροσκόπιο» τα συντρίμμια που βρίσκονταν στην κοίτη του ποταμού, ιστορικές φωτογραφίες και όποιο άλλο τεκμήριο και οι λογικές υποθέσεις συμπλήρωσαν την μερική έλλειψη γνώσεων.

Στα μέσα Φεβρουαρίου του 2020 αφαιρέθηκε ο μεταλλικός σκελετός που στήριξε κατά τη διάρκεια των εργασιών το γεφύρι. Τα άτομα που εργάστηκαν για την επιτυχία του σκοπού δικαίως είναι υπερήφανα αφού το έργο αποτελεί τη μεγαλύτερη αποκατάσταση πέτρινου γεφυριού στον κόσμο.

ΜΠΟΡΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ

Αφήστε ένα σχόλιο