Ελαφότοπος
Ανακαλύψτε το παραδοσιακό χωριό

Ελαφότοπος

1024 581 Epirus Explorer

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΛΑΦΟΤΟΠΟ

Στις πλαγιές του Στούρου στα 1100 μ. κτισμένο αμφιθεατρικά, βρίσκεται ένα από τα παραδοσιακά χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου, ο Ελαφότοπος ή Τσερβάρι (σύμφωνα με την παλιά του ονομασία). Είναι ένα χωριό με μεγάλη ιστορία που ξεκινάει από πολύ παλιά.

Είναι άγνωστο πότε δημιουργήθηκε ο αρχικός οικισμός. Πάντως τα κτερίσματα (χειροποίητα πήλινα αγγεία, κ.ά.) των κιβωτιόσχημων τάφων που βρέθηκαν στην κοιλάδα ανάμεσα στον Ελαφότοπο και τα Κάτω Πεδινά, μαρτυρούν την κατοίκηση στην ευρύτερη περιοχή από τα τέλη του 13ου αι . π . Χ . (Προϊστορική Εποχή του Χαλκού) και χρονολογούνται περίπου στο 1200 π.Χ. Επίσης σε ένα λόφο στα ΒΔ (θέση Κάστρο) σώζονται ερείπια τειχισμένου μολοσσικού οικισμού που χρονολογούνται στον 4ο-3ο αι. π.Χ. (Κλασική Εποχή).

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η κοιτίδα πάντως του οικισμού υπήρξε η εύφορη κοιλάδα του Καλπακίου από την οποία οι κάτοικοι μετοίκησαν στη σημερινή τοποθεσία. Δύο ήταν οι κυριότεροι λόγοι της μετοίκησης:

Κατά πρώτον οι βαρβαρικές επιδρομές των Βούλγαρων, Σέρβων και Νορμανδών οι οποίες συνοδεύονταν από ληστείες, εμπρησμούς, αρπαγές, καταστροφές, σκοτωμούς και αιχμαλωσίες. Έτσι λοιπόν οι κάτοικοι της κοιλάδας του Καλπακίου κατέφυγαν στα ορεινά μέρη , μακριά από τα περάσματα των βαρβάρων. Κάποιοι από αυτούς βέβαια , λόγω του ότι βοσκούσαν τα κοπάδια τους , γνώριζαν τον τόπο , ήξεραν τα περάσματα , και τις συνθήκες διαβίωσης .Επί πλέον το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αποτέλεσε ισχυρό λόγο για τη δημιουργία του πρώτου οικισμού του χωριού περί το 1100 μ.Χ. και μαζί με τους υπηρέτες του μοναστηριού (δύο με τρεις οικογένειες που κατοικούσαν εκεί βόσκοντας τα κοπάδια του μοναστηριού και καλλιεργώντας τα κτήματά του) συγκρότησαν τον πρώτο οικισμό, με το όνομα Μικρό Τσερβάρι ,ο οποίος με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε πληθυσμιακά. Κατά το 1200 μ.Χ. οι Νορμανδικές επιδρομές αναγκάζουν ένα νέο και μεγαλύτερο κύμα κυνηγημένων να φτάσει στην περιοχή του οικισμού και να χτίσει δίπλα στο Μικρό Τσερβάρι έναν δεύτερο μεγαλύτερο οικισμό γνωστό ως Μεγάλο Τσερβάρι.

Κατά δεύτερο λόγο, εξ αιτίας των βάλτων που υπήρχαν στην περιοχή ,η ελονοσία ταλαιπωρούσε τους ανθρώπους. Γι’ αυτό το λόγο, όσοι είχαν προβλήματα υγείας, άφησαν τα χωριά τους Βαστανιά (στα σημερινά Τσερβαριώτικα Καλύβια) και Σμολιάσο (στη θέση Παλιουριές) και εγκαταστάθηκαν οριστικά στον Ελαφότοπο συντελώντας στην αύξηση του πληθυσμού.

Σε ιστορικές πηγές ο οικισμός αναφέρεται για πρώτη φορά στο δεύτερο Χρυσόβουλο (1321) του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Και αναφέρεται ξανά στο Χρυσόβουλο (1361) του Σέρβου Δεσπότη Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου με το οποίο παραχωρούσε το Τσερβάρι, τα Άνω και Κάτω Σουδενά (σημερινά Άνω και Κάτω Πεδινά) και τη Βίτσα στο Μέγα Κοντόσταυλο Δούκα  Ἰωάννη Τσάφα Ὀρσίνι .

Η περίοδος του Δεσποτάτου της Ηπείρου θεωρείται για τα Ζαγοροχώρια σαν η πρώτη περίοδος ζωής και ύπαρξής τους , διότι εκτός του ότι κτίζονται νέοι οικισμοί, παγιώνεται και η εγκατάσταση των κατοίκων στα χωριά. Οι Ζαγορίτες διατηρούσαν καλές σχέσεις με τους Δεσπότες της Ηπείρου και αποτελούσαν πάντα υπολογίσιμη στρατιωτική δύναµη του Δεσποτάτου και η παρουσία τους ήταν πάντα αισθητή.

Όσο για την προέλευση της ονομασίας Τσερβάρι υπάρχουν διάφορες εκδοχές:

  1. Κατά τον Ιωάννη Λαμπρίδη το Τσερβάρι αναφέρεται σαν χωρίον βασιλικόν και η λέξη προέρχεται από το σλαβικό επίθετο carev-a-o = βασιλικός -ή όν, θεμελιώνοντας την άποψη στο ότι οι Σλάβοι μετά την επιδρομή και εγκατάστασή τους στο Ζαγόρι τον 7ο μ.Χ. αιώνα, μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου θέλησαν να το παραχωρήσουν για αποκλειστική χρήση στον τσάρο τους.
  2. Προέρχεται από την σλαβική λέξη uep (cer) = τσέρος (είδος μικρής αραιόφυλλης βαλανιδιάς). άρα cerove=τόπος με πολλά πουρνάρια και με την κατάληξη -αρι έγινε Τσερβάρι , βασισμένη στην ύπαρξη δρυοδάσους την εποχή της επιδρομής των Σλάβων.

Οι υπόλοιπες εκδοχές ανάγουν την προέλευση του τοπωνύμιου είτε σε βλάχικη ρίζα jerb(u)+arie , είτε σε λατινική cerv-(us)+ari , είτε σε βενετική Cerv-(a)+are- αντίστοιχη ιταλική Cerv-(a)+era. Από τις λατινικές γλώσσες πέρασε στις σλαβικές , στη βουλγαρική σαν Corvar-(a)+ica, στη σερβική σαν Cervar(-a) και τέλος στην ελληνική σαν Τσερβάρι, που σημαίνει τόπο που έχει ελάφια , επομένως Ελαφότοπο. Η επίσημη μετονομασία του χωριού από Τσερβάρι σε Ελαφότοπο έγινε το 1928.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η αστική προέλευση των Τσερβαριωτών από τις αρχαίες πολυάνθρωπες μολοσσικές πολιτείες της κοιλάδας του σημερινού Καλπακίου, επηρέασαν εν πολλοίς τον χαρακτήρα , τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, την παιδεία καθώς και την αρχιτεκτονική του χωριού.

Η πρώτη κοινωνία του χωριού ήταν οργανωμένη σε γενιές ή φάρες με πολυμελείς οικογένειες με το ίδιο επώνυμο και δυνατούς δεσμούς συγγένειας ,και όπως και οι υπόλοιπες κοινωνίες του Ζαγορίου, ήταν κλειστή, αυτόνομη και αυτοκαταναλωτική.

Πέρα από τους γηγενείς, στο χωριό εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς και άλλες κοινωνικές ομάδες. Το χωριό όπως και όλα τα Ζαγορόχωρια ήταν χωρισμένο σε ζώνες καθορισμένες από φυλετικά κριτήρια που προσδιόριζαν την κοινωνική κατάσταση του καθενός. Οι Ζαγορίσιοι κατοικούσαν στο κέντρο των οικισμών σε αρχοντικά και καλά σπίτια, οι Μέτοικοι λίγο πιο έξω, ενώ οι Γύφτοι (σιδεράδες, οργανοπαίχτες, καλαθοπλέχτες) κατοικούσαν έξω από τα όρια του οικισμού. Οι Σαρακατσάνοι ζούσαν έξω από τα όρια των οικισμών, οργανωμένοι σε μια δική τους, αυτόνομη κοινωνική μορφή.

  1. Οι Λακκιώτες προερχόμενοι από τα χωριά της Λάκκας Σουλίου και οι οποίοι αρχικά ήρθαν ως εμπειροπόλεμοι για να υπηρετήσουν στην πολιτοφυλακή του Ζαγορίου που προστάτευε τα χωριά του Ζαγορίου από τους ληστές και τους κακοποιούς. Κάποιοι από αυτούς παντρεύτηκαν στο χωριό ,έκαναν οικογένειες , αφομοιώθηκαν πλήρως με τους ντόπιους και εξελίχτηκαν κοινωνικά και οικονομικά.
  2. Οι Τσιγγάνοι ή Ρομά ή Γύφτοι ,οι οποίοι εγκατασταθήκαν μόνιμα στο χωριό αφού εγκατέλειψαν τη νομαδική ζωή, και αποτέλεσαν μια φιλήσυχη ομάδα ανθρώπων. Λέγεται ότι ο λαός των Τσιγγάνων ή των Ρομά κατάγεται από τη βόρεια Ινδία και κάποια στιγμή εγκαταστάθηκαν σε όλα τα Βαλκάνια και κυρίως στο Πωγώνι, στο βόρειο άκρο της Ηπείρου . Αποτελούνταν από λίγες οικογένειες, οι οποίες ασχολούνταν κυρίως με τη σιδηρουργία, την υποδηματοποία και τη μουσική. Η προθυμία τους για οποιαδήποτε εργασία λόγω της οικονομικής τους ανέχειας τους καθιστούσε αναντικατάστατους και βοήθησε στην ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό περιβάλλον του χωριού. Παρά το ότι μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ζούσαν περιθωριοποιημένοι χωρίς δικαίωμα ψήφου και δική τους γη, ο παραγωγικός τους ρόλος στην τοπική οικονομία υπήρξε σημαντικός. Πάντως ο τομέας στον οποίο ήταν μοναδικοί ήταν η μουσική. Η άσκηση αυτού του επαγγέλματος τους έκανε απαραίτητους στα πανηγύρια, τα γλέντια και τους γάμους.
  3. Οι Σαρακατσάνοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στον Ελαφότοπο. Αρχικά έμεναν σε καλύβες ή σε σκηνές. Η ζωή τους ήταν πολύ σκληρή και σχεδόν πρωτόγονη και η μόνιμη ενασχόλησή τους με την κτηνοτροφία μακριά από το χωριό ,τους κρατούσε απομονωμένους ελαχιστοποιώντας τη δυνατότητα επαφών με τους κατοίκους του χωριού. Επόμενο ήταν ο δύσκολος χαρακτήρας τους να συναντήσει την εχθρότητα των χωριανών. Ζούσαν συντηρητική ζωή προσκολλημένοι στα δικά τους ήθη και έθιμα.Έκαναν γάμους με άτομα της δικής τους φυλής και αποκτούσαν πολλά παιδιά. Βέβαια με το πέρασμα των χρόνων οι επαφές ενισχύονταν καθώς οι Σαρακατσάνοι αποκτούσαν μόνιμη διαμονή.

Διοικητικη Οργανωση

Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοβυζαντινής περιόδου (167π.Χ.-1430 μ.Χ.) στη διοίκηση των χωριών του Ζαγορίου επικράτησε το τιμαριωτικό σύστημα. H γη αφού συνενώθηκε διοικητικά σε μεγάλες εκτάσεις (τιμάρια), πέρασε στα χέρια δυνατών γαιοκτημόνων μαζί με όλο τον πλούτο και την πολιτική εξουσία και με το λαό να ζει σε άθλιες συνθήκες. Στην περιοχή του χωριού αναφέρονται δύο άντρες με εξουσία και πλούτο ο Κοντόσταυλος Ιωάννης Τσάφας Ουρσίνος, Γιαννιώτης, ο οποίος στα 1361 είχε στην κατοχή του τα χωριά Τσερβάρι (Ελαφότοπο) , τα Άνω και Κάτω Σουδενά (Άνω και Κάτω Πεδινά ) και την Βείτσα (Βίτσα) και ο βοεβόδας Μιχαήλ Θεριανός που ζούσε στη Βαστανιά, τα σημερινά Τσερβαριώτικα Καλύβια.

Κατά την πολιορκία και κατάληψη των Ιωαννίνων από τους Τούρκους (1430) με επικεφαλής τον Σινάν Πασά ή Καρά Σινάν Πασά (εξισλαμισμένο χριστιανό), το χωριό αποτελούνταν ακόμη από τις δύο συνοικίες Μικρό και Μεγάλο Τσερβάρι και μαζί με άλλα Ζαγοροχώρια παραδόθηκαν αυθορμήτως και υπέγραψαν συνθήκη υποταγής, η οποία μάλιστα ήταν στην ελληνική γλώσσα και έμεινε γνωστή στην ιστορία σαν «Ορισμός του Σινάν Πασά» ή «Συνθήκη του Βοϊνίκου», εξασφαλίζοντας ένα ουσιαστικό καθεστώς αυτονομίας και αυτοδιοίκησης με φορολογικά ανταλλάγματα, μεταξύ των οποίων το ουσιαστικότερο η υποχρέωση ορισμένων υπόδουλων περιοχών να παρέχουν υπηρεσίες ιπποκόμου στους στάβλους του οθωμανικού στρατού κάθε άνοιξη για ορισμένο χρονικό διάστημα. (Σημείωση: Η λέξη βοϊνίκο προέρχεται είτε από τη λέξη βοϊνάκ, που αναφερόταν σε χριστιανικά σώματα στρατιωτών που είχαν αρχίσει να σχηματίζονται από τη Βουλγαρία ήδη από το 1375, είτε από το σλαβικό voinik (= στρατιώτης) από τον καιρό (15ο αι.) που ορισμένα σλαβικά φύλα κατοίκησαν το Ζαγόρι και παρείχαν πολεμικές υπηρεσίες στο σουλτάνο, και οι οποίοι αργότερα εξελληνίστηκαν και αφομοιώθηκαν. Από τότε έμεινε το όνομα Βοϊνίκο για το Κεντρικό Ζαγόρι και Βοϊνάκηδες για τους κατοίκους του, που με τον καιρό έγινε Βοϊνίκηδες).

Η συνθήκη αυτή, τουλάχιστον στην πλειοψηφία της , διατηρήθηκε μέχρι τη δεύτερη επανάσταση του Διονυσίου Φιλοσόφου (1611), οπότε και καταργήθηκε. Ωστόσο, στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι την καταπάτησαν πολλές φορές, και μάλιστα από την αρχή, ιδιαίτερα μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ,το 1453, που δεν είχαν πια την απειλή των Βυζαντινών. Μετά την συνθηκολόγηση του 1431 με τον Σινάν Πασά τα χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου σχημάτισαν μια ομοσπονδία γνωστή με το όνομα Κοινόν των Ζαγορισίων ή βιλαέτι του Ζαγορίου ,στην οποία προσχώρησαν αργότερα (1684) το Δυτικό και το Ανατολικό Ζαγόρι.

Το 1583 μια φοβερή επιδημία πανώλης αποδεκάτισε το Κεντρικό Ζαγόρι. Το Οθωμανικό κράτος σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το κοινοτικό σύστημα του Ζαγορίου που είχε κλονιστεί από την ερήμωση λόγω του λοιμού, διέταξε πολλές συμπτύξεις συνοικισμών σε ευρύτερες κοινότητες. Στα πλαίσια αυτών οι δυο συνοικισμοί Μικρό και Μεγάλο Τσερβάρι συγχωνεύτηκαν σε μια κοινότητα αυτή του Τσερβαρίου . Στα τέλη του 16ου με αρχές 17ου αιώνα ο αριθμός των κατοίκων του αυξήθηκε αρκετά με την εγκατάσταση πολλών οικογενειών από τους Βαστανιούς, οι οποίες όμως διατήρησαν τις εκεί ιδιοκτησίες τους και τα καταλύματα, που ονομάστηκαν Τσερβαριώτικα Καλύβια.

Ασχολιες – Οικονομική ζωη

Η κυριότερη ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία. Άλλωστε το ορεινό έδαφος ευνοούσε την κτηνοτροφία και οι υψομετρικές διαφορές στην ίδια περιοχή (τα χειμαδιά στην περιοχή των Καλυβίων και του Καλπακίου και τα θερινά βοσκοτόπια στην περιοχή του χωριού) επέτρεπαν στους βοσκούς να παραμένουν στην περιοχή τους καθ’όλη τη διάρκεια του χρόνου. Οι μορφές κτηνοτροφίας ήταν δύο, τα τσελιγκάτα που αριθμούσαν πολλές χιλιάδες γιδοπρόβατα και η οικόσιτη κτηνοτροφία που αποτελούνταν από τα ζώα του χωριού (το κοινοτικό κοπάδι των γιδιών, την αγέλη από τα γελάδια και τα βόδια, την αγέλη των αλόγων, των μουλαριών και των γαϊδάρων και το κοινοτικό κοπάδι των προβάτων που δημιουργήθηκε μετά τον Εμφύλιο). Τη βοσκή των ζώων του χωριού αναλάμβαναν αιγοβοσκοί, οι οποίοι διορίζονταν από τους δημογέροντες.

Η δεύτερη ασχολία ήταν η γεωργία. Σιτηρά, δημητριακά όσπρια εξασφάλιζαν τη διατροφή τους, ενώ τα περίσσια προϊόντα τα αντάλλασσαν με προϊόντα που δεν παρήγαγαν οι ίδιοι. Το 1690 είναι η χρονιά που αρχίζουν οι άνδρες να ξενιτεύονται , το 1740 ο αριθμός αυξάνεται για να φθάσει το 1850 σε γενίκευση. Η γεωργία πλέον περνάει στα χέρια των γυναικών, οι οποίες εκτός της οικογενείας ασχολούνται πλέον και με τη γη. Το 1923 ιδρύθηκε ο Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός Τσερβαρίου ο οποίος αυτοδιαλύθηκε το 1970. Σ΄αυτή την περίοδο η γεωργία γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθησή της με τη χρήση των λιπασμάτων και των μηχανημάτων στην καλλιέργεια και τη συγκομιδή, εξασφαλίζοντας στα νοικοκυριά όχι μόνον τα προς το ζην , αλλά και ένα χρηματικό εισόδημα από την επιπλέον παραγωγή την οποία παρέδιδαν στην Αγροτική Τράπεζα. Μετά το 1970 άρχισε ο μαρασμός της γης και τα χέρσα χωράφια παραδόθηκαν στην κτηνοτροφία.

Επίσης αξιοσημείωτη ήταν και ενασχόληση με την αμπελουργία. Οι πρώτες προσπάθειες δεν απέδωσαν , αλλά τελικά η περιοχή του Καλπακίου ήταν η πλέον κατάλληλη και τα αμπέλια πρόκοψαν και δίναν κάθε χρόνο σταφύλια μέχρι το 1965 που καταστράφηκαν από τη φυλλοξήρα.

Η μελισσοκομία επίσης γνώρισε άνθηση μέχρι το 1940, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη αποδείξεων πληρωμής φόρου που κατέβαλαν οι χωρικοί για τα μελίσσια τους, το λεγόμενο μελισσονόμι.|

Ταξιδια

Πολλοί παράγοντες ώθησαν τους κατοίκους όχι μόνο του Ελαφότοπου αλλά και όλων των χωριών του Ζαγορίου να αναζητήσουν λύσεις πέρα από τη γεωργία και μακριά από το Ζαγόρι: η έλλειψη εμπιστοσύνης στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες , η υποχρέωση του Βοινίκου, οι ισχυροί γαιοκτητικοί παράγοντες (προύχοντες, μοναστήρια) που κράτησαν τα 43 από τα 46 χωριά τιμάρια η επιδημία πανώλης η εγκατάλειψη περιοχής λόγω υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων και οικονομικής δυσπραγίας, η εξάπλωση ληστείας.

Από το 1690 ξεκινούν τα ταξίδια στο εξωτερικό, αυξάνονται το 1740 και γενικεύονται το 1850. Προορισμοί ήτανε πόλεις της Ελλάδας, Αμερική, Αλβανία, Αφρική ,Βλαχία Βουλγαρία, Βόρεια Ήπειρος, Μικρά Ασία, Σερβία . Βέβαια η Σερβία ήταν η πρώτη χώρα προτίμησης διότι από την περίοδο της Σερβοκρατίας του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1349-1385) οι κάτοικοι είχαν αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τους Σέρβους και επιπλέον η Σερβία ήταν από τις πιο κοντινές χώρες .΄Ετσι οι Τσερβαριώτες εγκαταστάθηκαν στις πόλεις της Σερβίας αλλά κυρίως στη Βράνια , όπου τα μισά χάνια και εργαστήρια ανήκαν στους κατοίκους και μάλιστα ο διοικητής και ο δήμαρχος της πόλης ήταν Τσερβαριώτες. Άλλες χώρες ανάπτυξης εμπορικών δραστηριοτήτων υπήρξαν η Βουλγαρία , η Βλαχία , η Ρουμανία.

Το 1856 ο Ελαφότοπος αριθμούσε 1.330 κατοίκους και ήταν το πολυπληθέστερο χωριό του Ζαγορίου.

Το 1912-1913 οι Βαλκανικοί πόλεμοι τερματίζουν την Τουρκοκρατία στη Βαλκανική Χερσόνησο και νέοι παράγοντες ρυθμίζουν τη μέχρι τότε υπάρχουσα κατάσταση. Η εθνική συνείδηση των λαών των Βαλκανικών χωρών αφυπνίζεται και οι ξένοι πλέον θεωρούνται παρείσακτοι. Το κλίμα είναι πλέον αρνητικό για τους Έλληνες οι οποίοι πλέον δεν έχουν τα κέρδη που είχαν παλιότερα . Πολλοί αναγκάζονται να πουλήσουν τις περιουσίες τους και να επιστρέψουν φτωχότεροι στην πατρίδα τους. Το χωριό χάνει πλέον την σημαντικότερη πηγή πλουτισμού. Βέβαια οι περισσότεροι από απογόνους των πρώτων μεταναστών κατασπατάλησαν τις περιουσίες που βρήκαν. Το 1945 μετά το Β΄Παγκόσμιο πόλεμο με την πολιτική αλλαγή χάνουν την ακίνητη περιουσία τους, την οποία κρατικοποιεί το κομμουνιστικό καθεστώς.

Στο χωριό από το 1800 λειτουργούσε Αλληλοδιδακτικό Σχολείο και από το 1848 Σχολαρχείο (παλαιότερος τύπος σχολείου που κάλυπτε τις δύο τελευταίες τάξεις του σημερινού δημοτικού και την πρώτη τάξη του σημερινού γυμνασίου) όπου φοιτούσαν τα παιδιά και κατόπιν συμπλήρωναν τη μόρφωσή τους στο Γυμνάσιο της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων. Η μόρφωση για τους νέους γενικά του Ζαγορίου δεν ήταν μόνον ο τρόπος επιβίωσης αλλά και η αγάπη για τα γράμματα. Σήμερα οι περισσότεροι ξενιτεμένοι ασχολούνται με τα γράμματα (δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί μηχανικοί ) Επίσης το χωριό είχε επιστήμονες που εξασκούσαν το επάγγελμα του γιατρού.

Το 1913 την ίδια χρονιά μετά την απελευθέρωση από το τουρκικό ζυγό, κηρύχτηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι κάτοικοι συμμετείχαν έμπρακτα και στον Α΄ Πόλεμο (1914-1018) και στη Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922).Το Δεκέμβριο του 1916 οι συμμαχικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ στην προσπάθειά τους να αναγκάσουν εκβιαστικά την Ελλάδα να βγει στον πόλεμο στο πλευρό τους, διέταξαν γενικό «ειρηνικό» αποκλεισμό σε όλα τα λιμάνια της. Η χώρα δοκιμάστηκε εξ αιτίας της έλλειψης των αγαθών. Το Ζαγόρι σαν ορεινή περιοχή υπέφερε περισσότερο από τη μεγάλη πείνα το 1917 και από την θανατηφόρα επιδημία γρίπης και τον εξανθηματικό τύφο το 1918. Τριάντα εννέα άνθρωποι πέθαναν. Το 1919 ο Ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την περιοχή.

Το 1940 ξεκίνησε ο Ελληνοιταλικός πόλεμος και στις 6 Απριλίου του 1941 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας. Στις 9 Απριλίου κατελήφθη η Θεσσαλονίκη , στις 27 η Αθήνα και 28 με 30 Απριλίου ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Πελοποννήσου. Η μάχη της Κρήτης (20-30 Μαΐου) έληξε με την κατάληψη του νησιού και άρχισε η τριπλή (Γερμανική-Ιταλική- Βουλγαρική) κατοχή της Ελλάδας.

Ο απολογισμός της κατοχής υπήρξε τραγικός σε ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημιές. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα διαλυμένη.

Το Τσερβάρι στη διάρκεια της κατοχής (1941-1944), και στο διάστημα από το 1941 μέχρι το 1943 που συνθηκολόγησε η Ιταλία με τους Συμμάχους , ήταν κάτω από ιταλική κατοχή και στη συνέχεια βρέθηκε κάτω από γερμανική κατοχή μέχρι την ημερομηνία αποχώρησης των Γερμανών. Το χωριό ήταν από τα λίγα τυχερά Ζαγοροχώρια όπου κανένα σπίτι δεν κάηκε.

Από την αρχή της κατοχής στην Ήπειρο εναντίον των κατακτητών έδρασαν δύο πατριωτικές οργανώσεις , που δημιούργησαν και ένοπλες ανταρτικές ομάδες, ο ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) και το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Οι δύο πατριωτικές αυτές οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ εκτός από την αξιόλογη πολεμική τους δράση εναντίον των κατακτητών , ανέπτυξαν παράλληλα και πολιτική δραστηριότητα ,η οποία φυσικό ήταν να δημιουργήσει ιδεολογικές αντιθέσεις ανάμεσα στο λαό των πόλεων και της υπαίθρου.

Το τέλος του πολέμου βρήκε τη χώρα αποδυναμωμένη με διαλυμένο τον κοινωνικό και πολιτικό ιστό. Σε μια χρονική στιγμή που η χώρα έπρεπε να ορθοποδήσει ένας δεύτερος πόλεμος και αυτή τη φορά αδελφοκτόνος ξεκίνησε.

Ο Εμφύλιος που ακολούθησε είχε καταστρεπτικές συνέπειες σε κάθε επίπεδο, εθνικό, πολιτικό, οικονομικό , κοινωνικό. Το μαζικό κύμα μετανάστευσης του νέου και δυναμικού μέρους του ελληνικού πληθυσμού είχε σαν αποτέλεσμα η ύπαιθρος να ερημώσει από το ανθρώπινο δυναμικό της. Τα θλιβερά τα στοιχεία της Στατιστικής μαρτυρούν τη δραματική μείωση του πληθυσμού η οποία ξεπέρασε το 50% . Το 1951 είχε 210 μόνιμους κατοίκους, το 1991 είχε 88 κατοίκους και το 2011 μόνον 53 κατοίκους.

Αρχιτεκτονικη

Ο Ελαφότοπος είναι ένα ήσυχο χωριό με έντονη παρουσία του ανθρώπου στην αρχιτεκτονική του. Ο οικισμός , όπως και οι περισσότεροι στην ορεινή Ήπειρο αλλά και σε όλη την ορεινή Ελλάδα, αναπτύχθηκε γύρω από την πλατεία με κυκλική διάταξη. Η πλατεία αποτελεί το σημείο αναφοράς τόσο της κοινότητας όσο και των επισκεπτών και ομολογουμένως είναι μια από τις ωραιότερες πλατείες που συναντά κάποιος. Η πλατεία του χωριού –το μεσοχώρι– βρίσκεται στο κέντρο και γύρω της βρίσκονται το καφενείο, η εκκλησία, το σχολείο και οι γειτονιές ή μαχαλάδες όπου κατοικούσαν οι πλούσιοι. Εκεί όπου διασταυρώνονται τα καλντερίμια είναι χτισμένα πεζούλια και σκαλοπάτια τα οποία λειτουργούσαν και λειτουργούν μέχρι σήμερα ως χώροι στάσης, συνάντησης, συζήτησης και ξεκούρασης των κατοίκων.

Τα πρώτα σπίτια του χωριού κάλυπταν απλά τις ανάγκες στέγασης. Για το κτίσιμο οι χωριανοί έσκαβαν στη βραχώδη πλαγιά της περιοχής μία τρύπα και αφαιρούσαν τις πέτρες. Το υπόγειο άνοιγμα που σχηματιζόταν το σκέπαζαν με κορμούς τσέρου (είδος μικρής αραιόφυλλης βελανιδιάς). Ήταν μικρά με ένα χώρο που χρησίμευε για καθιστικό και ύπνο, χωρίς παράθυρα για το φόβο των ληστών , με μικρούς ορθογώνιους φεγγίτες για το φωτισμό και εξαερισμό. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με πλάκες και καλυμμένο με χώμα για την υγρασία. Μέσα σε κάθε σπίτι εκείνη την εποχή άνοιγαν ένα θολωτό κρυφό υπόγειο (μπίμτσα) που ήταν η κρυψώνα του σπιτιού.

Από το 1300 , έτος ακμής του Δυτικού Ζαγορίου, και από το 1400 που ακμάζουν και τα τρία τμήματα του Ζαγορίου, τα σπίτια είναι πιο καλοφτιαγμένα και οι συνθήκες διαβίωσης είναι ανθρώπινες. Από το 1690 που οι κάτοικοι ξενιτεύονται και το χρήμα ρέει άφθονο τα σπίτια πλέον έχουν άλλη όψη κι μοιάζουν με τα τωρινά. Διώροφα, χτισμένα κολλητά το ένα με το άλλο, επικοινωνούσαν με μυστικά περάσματα , έτσι ώστε όταν οι ληστές πατούσαν στα σπίτια οι ένοικοι να μπορούν να διαφύγουν για να αποφύγουν τη σύλληψή τους και την πληρωμή λύτρων για την απελευθέρωσή τους. Οι πόρτες ήταν χοντρές και έκλειναν με μεγάλες κλειδαριές και ασφάλιζαν εσωτερικά με σιδεριές. Τα παράθυρα είχαν σιδεριές και οι μαντρότοιχοι ήταν πολύ ψηλοί . Σε όλα τα σπίτια είχαν μαντρόσκυλα για φύλακες που τα άφηναν λυτά τα βράδια. Στα αρχοντικά χαμήλωναν τις κρεμαστές λάμπες και κατέβαζαν τα κουρτινάκια για να μη γίνονται αντιληπτοί από τους ληστές.

Τα σπίτια ήταν χτισμένα με άσπρη πελεκητή πέτρα ,ένα υλικό δόμησης που υπάρχει άφθονο σε όλη την περιοχή. Στο χτίσιμο του σπιτιού συμμετείχε όλο το χωριό και ανάλογα με τα ζώα που είχε ο καθένας κουβαλούσε τα υλικά για το χτίσιμο σα δώρο στο νέο ιδιοκτήτη. Ο νοικοκύρης έφερνε τους διάφορους μαστόρους από τις γύρω περιοχές, ανάλογα με την ειδικότητά τους.

Στην πορεία του χρόνου, αφ΄ενός οι ανάγκες των ανθρώπων και αφ΄ετέρου η τεχνική εξέλιξη, συνέβαλαν στη κατασκευή κτισμάτων πιο σύνθετων, διώροφων ή τριώροφων, τα οποία περιβάλλονταν από περίκλειστη αυλή. Ο υπαίθριος χώρος της αυλής ήταν ζωτικός για την καθημερινή διαβίωση, αφού μέρος των δραστηριοτήτων γινόταν σ’ αυτή. Περιβάλλονταν πάντα από ψηλό, πέτρινο τοίχο, ο οποίος προφύλασσε την ιδιωτική ζωή από το δημόσιο χώρο, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε προστατευτικά (αμυντικά). Λειτουργικά αποτελούσε  τον ενδιάμεσο χώρο, την ομαλή μετάβαση από το έξω (δημόσιο) στο μέσα (ιδιωτικό). Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η λιτότητα του εσωτερικού χώρου, τα κινητά έπιπλα (κασέλες για την αποθήκευση ρούχων και χαμηλά τραπεζάκια) τα οποία είναι λίγα, και τα ακίνητα έπιπλα (κρεβάτια, ερμάρια, βιβλιοθήκες, ντουλάπες) που είναι ενσωματωμένα στις εσοχές των τοίχων.

Τα σπίτια του χωριού που παραμένουν όρθια μέχρι σήμερα , χτίστηκαν μεταξύ 18ου και 20ου αιώνα.

Πηγές

ΕΛΑΦΟΤΟΠΟΣ (Τσερβάρι) ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΑ –ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥΓΙΑΝΝΙΝΑ 1991

Γρηγόρης Καψάλης: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΑΦΟΤΟΠΟΥ http://www.elafotopos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=13&Itemid=36 

ΕΛΑΦΟΤΟΠΟΣ ΖΑΓΟΡΙΟΥ  http://www.elafotopos.gr/index.php?option=com_frontpage&Itemid=1 

1 comment
  • Βασ. Πριμκ. October 30, 2018 at 9:14 pm

    Το Τσερβαρι ή Ελαφότοπος εκτός των άλλων είναι ένα ξεχωριστό χωριό προπαντός για τον κόσμο του και την νεολαία του. Είναι ένα δασκαλοχώρι. Δεκάδες δάσκαλοι βγήκαν απ΄αυτό το χωριό που σπούδασαν στην γειτονική σχολή της Βελλάς αλλά και στην Ριζάρειο παιδαγωγική ακαδημία των Ιωαννίνων. Από τις αρχές του 20ου αιώνα πολλά νέα παιδιά έκαναν πανεπιστημιακές σπουδές και συνετέλεσαν στην πνευματική ανάπτυξης όλου του χωριού και όχι μόνο. Στα χρόνια του 1940 οι Τσερβαριωτες και οι Τσερβαριώτισες στην Γκραμπαλα και στα βουνά της Πίνδου συνέβαλαν με όλες τις δυνάμεις τους στον αντιφασιστικό αγώνα ενάντια στην εισβολή των Ιταλών στρατιωτών του Μουσολίνι. Στα χρόνια της κατοχής πολλοί Τσερβαριώτες μπήκαν στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και πάλεψαν για την λευτεριά της πατρίδας μας. Το χωριό αυτό έβγαλε αξιόλογα στελέχη τις τελευταίες δεκαετίες στον χώρο του Πολιτισμού, της Τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και της πολιτικής ζωής της Ελλάδας. Ο αθλητικός όμιλος Ελαφοτόπου και η ιστορική ένωση αποδήμων Ελαφοτόπου έχουν αξιόλογη δράση και είναι βασικοί κρίκοι σύνδεσης του χωριού, των μονιμων κατοίκων, και των απόδημων ελαφοτοπιτών.

Αφήστε ένα σχόλιο

    Share via
    Share via
    error:
    Send this to a friend