Καλαρρύτες
Εξερευνήστε τον παραδοσιακό οικισμό

Καλαρρυτες

1024 683 Epirus Explorer

ΚΑΛΑΡΡΥΤΕΣ

Ένας όμορφος παραδοσιακός οικισμός

Οι Καλαρρύτες βρίσκονται στις δυτικές πλαγιές της οροσειράς της Πίνδου του Νομού Ιωαννίνων στην Ήπειρο, σε υψόμετρο 1200 μ. και γεωγραφικά εντάσσονται στην περιοχή των Τζουμέρκων.Το χωριό περιβάλλεται νότια από τους πανύψηλους ορεινούς όγκους της Νότιας Πίνδου, τα Αθαμανικά Όρη ή Τζουμέρκα (2429μ.) και βόρεια από το όρος Λάκμος ή Περιστέρι (2294μ.). Ανάμεσά τους χύνει τα νερά του ο Καλαρρύτικος ή Χρούσιας ποταμός, παραπόταμος του Άραχθου.

Ιστορία και Πληροφορίες

Η περιοχή του χωριού, καθώς φαίνεται  από τα ευρήματα, κατοικήθηκε από την εποχή του χαλκού. Οι επιδρομές των Σλάβων στις πεδινές περιοχές  κατά τον 7ο αιώνα ανάγκασαν τους κατοίκους να ανέβουν και να εγκατασταθούν σε βουνά και δυσπρόσιτες τοποθεσίες , όπως τα Τζουμέρκα, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Κάπου μεταξύ 10ου-12ου αι . εμφανίστηκαν στην περιοχή οι βλαχόφωνοι Έλληνες , κυρίως κτηνοτρόφοι που ζούσαν μια ημινομαδική ζωή. Ο Γάλλος ιστορικός και διπλωμάτης Φ.Πουκεβίλ (Pouqueville, François Charles Hugues Laurent (1770-1838) δίνει μια θαυμάσια περιγραφή της θέσης του οικισμού: «χτισμένη σε επάλληλα επίπεδα, άρχιζε από τα χείλη της Αβύσσου και υψωνόταν προς τα πάνω σε απόσταση εξακόσιες οργυιές στη νότια πλαγιά του βουνού Παντουρέ Μουρέ (Δασωμένο βουνό)», μια θέση που, όπως λέει, τη διάλεξαν οι Βλάχοι ,αφ΄ενός για να διατηρήσουν την ελευθερία τους, επειδή από το σημείο αυτό μπορούσαν να είναι απομονωμένοι και ταυτόχρονα να ελέγχουν τυχόν εισβολείς και αφ΄ετέρου για να είναι ευκολότερη η επικοινωνία με την Θεσσαλία και την Άρτα. Οι αρχικές καλύβες των κτηνοτρόφων πήραν το όνομα Καλαρρύτες στις αρχές του 13ου αι. από τα νερά που κελάρυζαν κυλώντας από τους βράχους, όπως αναφέρει ο Πουκεβίλ . Κατ΄άλλους όμως ίσως να προέρχεται από το επώνυμο Καλάρης που έδωσε το τοπωνύμιο Καλάρι, ή βάσει της κανονικής ορθογραφίας Καλαρίτες αφού η ονομασία του ανάγεται στο αρωμουνικό (βλάχικο) ) calar «ιππέας, έφιππος, καβαλάρης» (πληθ. calari) + επίθημα –ίτες.

Επί Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204 -1430) ο οικισμός αποτελούσε κτήμα του και ήταν ανεξάρτητος. (Παρένθεση: το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήταν ένα από τα κράτη που προέκυψαν από την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ΄ Σταυροφορία το 1204). Μετά την κατάλυση του Δεσποτάτου το 1430 κινδύνεψαν να γίνουν δούλοι στους σπαχήδες. (Παρένθεση: οι σπαχήδες (τουρκικά : sipahi = στρατός) ήταν το βασικότερο τούρκικο στρατιωτικό σώμα που διοικούσε κυρίως τις επαρχίες και συγκέντρωνε τους φόρους. Το σώμα αυτό αποτελούνταν από Τούρκους αξιωματούχους και Έλληνες φεουδάρχες που είχαν αλλαξοπιστήσει για να σώσουν και να διατηρήσουν τα τσιφλίκια τους. Σ΄αυτούς ο σουλτάνος είχε παραχωρήσει κτήματα για εκμετάλλευση και φτωχούς μουσουλμάνους, κυρίως Αλβανούς, για εργάτες. Αυτοί με τη σειρά τους έστελναν σαν αντάλλαγμα στην Πύλη τον φόρο που όριζε κάποιος Τούρκος εκτιμητής). Γι’ αυτό οι Καλαρρυτινοί προτίμησαν να δηλώσουν υποταγή στη Βαλιδέ Σουλτάνα  (μητέρα του σουλτάνου) και να εξασφαλίσουν σημαντικά προνόμια , όπως αυτονομία, ανεξαρτησία, αυτοδιοίκηση, ανεξιθρησκία (ελευθερία θρησκείας), κ.ά., με μόνη υποχρέωση να πληρώνουν μόνο τρεις φόρους, τον προσωπικό, τον προβατονόμιο(φόρος καταβαλλόμενος από τους ποιμένες ή τους ιδιοκτήτες προβάτων) και της υποτέλειας.

Ο ιστορικός Λαμπρίδης αναφέρει ότι απαγορευόταν σε οποιοδήποτε Οθωμανό να μπει σε χωριό που ανήκε στη Βαλιδέ Σουλτάνα εκτός αν ήταν υπόθεση «αυτοψίας πτώματος εκ φόνου», οπότε τότε υποχρεωνόταν φεύγοντας να τινάζει και τον «κονιορτόν»(σκόνη) από τα πέταλα του αλόγου του. Ήταν τέτοια η δύναμη των χριστιανικών χωριών που ανήκαν στην Βαλιδέ Σουλτάνα που πολλές οθωμανικές οικογένειες αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε άλλα χωριά. Κάποτε  υπήρξε και ένα περιστατικό το οποίο, ευτυχώς, δεν κατέληξε σε τραγωδία. Όταν το 1560 έγινε το παιδομάζωμα οι Τούρκοι φυσικά πήραν παιδιά από τους Καλαρρύτες τα οποία όταν μεγάλωσαν ,Τούρκοι πιά , επέστρεψαν στο χωριό σαν σπαχήδες και απαίτησαν να παντρευτούν Καλαρρυτινές. Ευτυχώς με την μεσολάβηση της Βαλιδέ Σουλτάνας, μετά από παράκληση των κατοίκων, εκδιώχτηκαν τελείως από την περιοχή και πήγαν και εγκαταστάθηκαν σε κάποια μέρη της Θεσσαλίας (Τρίκαλα,Καρδίτσα, Καστανιά) όπου έγιναν γνωστοί σαν Βλαχότουρκοι.

Οι Καλαρρύτες σημείωσαν μεγάλη πρόοδο και ανάπτυξη την εποχή εκείνη. Το ψυχρό κλίμα δεν ευνοούσε την καλλιέργεια των κηπευτικών με αποτέλεσμα οι μεν άνδρες να στραφούν στην κτηνοτροφία ενώ οι γυναίκες ασχολούνταν με την ραπτική και την υφαντουργία. Στην αρχή τα επαγγέλματα εξυπηρετούσαν τις προσωπικές ανάγκες τους. Με τα χρόνια όμως μετατράπηκαν σε κερδοφόρα επαγγέλματα. Έτσι ξεκίνησε το εμπόριο των κτηνοτροφικών προϊόντων (γάλα, τυρί, βούτυρο κ.ά.) η κατεργασία των δερμάτων των ζώων, η εριουργία και η οποία με τον καιρό αναπτύχθηκε σε σημαντική βιοτεχνία παραγωγής μάλλινων ειδών (ρούχα, φλοκάτες, υφάσματα κ.ά.). Κύρια όμως επαγγελματική απασχόληση έγινε η ύφανση του Καλαρρυτινού μάλλινου υφάσματος για κάπες άσπρες και μαύρες. Μακριές για τους βοσκούς και αγρότες στην Αλβανία και Ελλάδα, κοντές για τους ναυτικούς και ψαράδες στην Αδριατική. Η ανάπτυξη αυτή προσέλκυσε και άλλους βιοτέχνες και εμπόρους από την υπόλοιπη Ελλάδα   που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στους Καλαρρύτες με αποτέλεσμα να αυξηθεί αρκετά ο πληθυσμός. Άλλα πεδία επαγγελματικής δράσης ήταν η ξυλογλυπτική, η ζωγραφική , η χρυσοκεντητική και κυρίως η αργυροχρυσοχοΐα, όπου αναδείχθηκαν σπουδαίοι μαστόροι του ασημιού. Τεχνίτες, όπως ο Αθ. Τζημούρης, ο Διαμ. Μπάφας, αφομοιώνοντας στοιχεία από την τέχνη της Δύσης, δημιούργησαν μερικά από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής μικροτεχνίας.

Από τα μέσα του 17ου οι Καλαρρύτες ,όπως και το γειτονικό Συρράκο, ήταν σημαντικά κέντρα εξαγωγής προϊόντων, που συγκεντρωνόταν εκεί από τα γειτονικά χωριά και κυρίως από τη Θεσσαλία. Οι πραματευτάδες (έμποροι) και οι κυρατζήδες (αγωγιάτες) που πραγματοποιούσαν επί πληρωμή τη διεξαγωγή του διαμετακομιστικού εμπορίου αλλά και τη διακίνηση των ανθρώπων, ήταν επίσης επαγγέλματα στα οποία δραστηριοποιήθηκαν οι Καλαρρυτινοί. Κάτοικοι της περιοχής είχαν δημιουργήσει εμπορικούς οίκους σε μεγάλα Ευρωπαϊκά κέντρα, όπως η Τεργέστη και το Λιβόρνο. Η οικονομική ευημερία και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου έφεραν και την πνευματική άνοδο στο χωριό. Ο πληθυσμός αυξήθηκε (περίπου 3.000 μόνιμοι κάτοικοι), άνοιξαν σχολεία και ανώτερες σχολές ,κυκλοφόρησαν βιβλία και εφημερίδες και γενικά το πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο παρουσίαζε μεγάλη άνθηση. Αυτό βεβαιώνουν στα βιβλία τους και οι περιηγητές William Martin Leake και Pouqueville. Μάλιστα λένε ότι υπήρχαν βιβλιοθήκες με αρχαία συγγράμματα, βιβλία στα Γαλλικά και Ιταλικά, το χωριό διέθετε δικό του μόνιμο γιατρό (Κερκυραίο) ενώ οι κάτοικοι μιλούσαν ξένες γλώσσες και γνώριζαν τις τιμές των χρηματιστηρίων των Ευρωπαϊκών πόλεων. Καθόλου περίεργο που ο Αλή Πασάς είχε εξοχικό σπίτι στους Καλαρρύτες.

Με την κήρυξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάσταση από τον Υψηλάντη τον Φεβρουάριο του 1821 , η Επανάσταση στους Καλαρρύτες και το γειτονικό Συρράκο κηρύχτηκε στα τέλη του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς. Δυστυχώς τα δύο χωριά δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τα ισχυρά τουρκικά στρατεύματα, τα οποία λεηλάτησαν και έκαψαν τα πάντα. Ολοκληρωτική καταστροφή. Αυτό ήταν και η αρχή του τέλους της μεγάλης ακμής. Οι Καλαρρυτινοί έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στα Ιόνια νησιά και κυρίως στη Ζάκυνθο, στο Μεσολόγγι (όπου έζησαν την μεγάλη συμφορά της Εξόδου) , στην Παραμυθιά (η γνωστή οικογένεια Βούλγαρη (Bulgari) , στην Κέρκυρα , στην Ιταλία και σε άλλα  μακρινά μέρη όπου βρήκαν στοργή και συμπαράσταση από άλλους Έλληνες, επεκτείνοντας τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες στην Ιταλία.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα, αποτελούν η οικογένεια Νέσση, εγκατεστημένη μέχρι σήμερα στη Ρώμη, και η οικογένεια Βούλγαρη («οίκος κοσμημάτων Bulgari»). Το τέλος για την καλαρρυτινή αργυροτεχνία έρχεται τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όταν και οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν στο κλείσιμο των εργαστηρίων στους Καλαρρύτες. Η ιστορία όμως είχε ήδη γραφτεί με «ασημένια» γράμματα.

Οι Τούρκοι κατάλαβαν το λάθος τους αφού με την ανάπτυξη και τον πλούτο των χωριών έπαιρναν αρκετό χαράτσι. Έτσι το 1822 εξέδωσαν μία διαταγή (μπουγιουρντί), με την οποία υπόσχονταν αμνηστία και ασφάλεια σε όσους θα επέστρεφαν στα σπίτια τους. Αλλά ποιός μπορούσε να τους εμπιστευτεί? Το 1826 εξέδωσαν μια δεύτερη διαταγή με την ίδια υπόσχεση. (Και οι δυο αυτές διαταγές σώζονται στο αρχείο της κοινότητας των Καλαρρυτών). Αυτή τη φορά κάποιοι τολμηροί επέστρεψαν. Η απογραφή του 1831 αναφέρει 26 οικογένειες (από τις 500 που υπήρχαν πριν το 1821) κι αυτές πάμφτωχες. Βέβαια ξεκίνησαν από την αρχή ασχολούμενοι με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και το εμπόριο των παραδοσιακών προϊόντων αλλά σε υποτυπώδη μορφή. Το 1828 λειτούργησε πάλι το σχολείο. Από το 1870 και μετά άρχισαν πάλι να προοδεύουν χάρη στην προσωπική τους δουλειά και την οικονομική ενίσχυση που είχαν από τους ξενιτεμένους που είχαν προκόψει. Τότε άρχισαν να διορθώνουν τα μισογκρεμισμένα σπίτια ή να χτίζουν καινούρια Αυτά είναι τα παλιά αρχοντόσπιτα που βλέπουμε εμείς σήμερα.

Τελικά το 1881 ήρθε η πολυπόθητη μέρα της απελευθέρωσης και της προσάρτησης στη ελεύθερη Ελλάδα. Αλλά μόνον για τους Καλαρρύτες , γιατί το Συρράκο έμεινε στην Τουρκία. Κι αυτό γιατί η Συνθήκη του Βερολίνου (1878) όρισε σαν όριο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας τους ποταμούς Άραχθο και Χρούσια (ή Καλαρρύτικο). Έτσι το Συρράκο βρισκόταν σε τουρκικό έδαφος ενώ οι Καλαρρύτες σε ελληνικό. Για το Συρράκο η ελευθερία έφθασε στις 23 Νοεμβρίου 1912.

Σήμερα οι Καλαρρύτες είναι ένα τυπικό βλαχοχώρι που ευτυχώς δεν έχει ερημώσει όπως άλλα χωριά και υπάρχει ζωή ακόμη και το χειμώνα. Περίπου  15-20 άτομα , οι περισσότεροι συνταξιούχοι. Το καλοκαίρι όμως γεμίζει από κόσμο , τόσο από τους επισκέπτες όσο και από τους Καλαρρυτινούς που έχουν επισκευάσει τα σπίτια τους και επισκέπτονται την πατρίδα τους. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και τον τουρισμό. Στο χωριό, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα, γιατί τα καλντερίμια του δεν επιδέχονται κακομεταχείριση. Στο κέντρο του χωριού στην όμορφη πλακόστρωτη πλατεία που αποτελεί και το κέντρο της ζωής της κοινότητας, δεσπόζει ένας τεράστιος πλάτανος και τα μεγάλα σκαλοπάτια θυμίζουν θέατρο και χρησιμεύουν για κάθισμα των θεατών όταν γίνονται οι γιορτές και οι εκδηλώσεις.

Το χωριό παίρνει νερό από αρκετές όμορφες πέτρινες βρύσες χτισμένες με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική.

ΓΕΦΥΡΙΑ

Το Γεφύρι της Κουιάσας.

Πέτρινο μονότοξο γεφύρι στο δρόμο που ανεβαίνει για το χωριό, στην ομώνυμη τοποθεσία, στα 742μ. υψόμετρο, πάνω από τον Καλαρρύτικο ποταμό και σε ένα πολύ ωραίο φυσικό τοπίο μέσα στη χαράδρα του. Δυστυχώς η πυκνή βλάστηση το κάνει σχεδόν αθέατο . Είναι προσιτό με μικρό μονοπάτι (υπάρχει σχετική πινακίδα στο δρόμο). Πρόκειται για ένα γεφύρι με θεμέλια στο βράχο και με βοηθητικό τοξωτό άνοιγμα. Χτίστηκε το 1800 , άγνωστο από ποιον, με χρήματα που πρόσφεραν οι Καλαρρυτινοί για να μπορούν να περνάνε τα καραβάνια τους. Κάποια έργα συντήρησης έχουν γίνει αφού το γεφύρι έπαθε ζημιές από κατολισθήσεις. Αρκετά πιο πάνω από το γεφύρι βρίσκεται και ένας αναπαλαιωμένος νερόμυλος με μαντάνι και ντριστέλλα .

Γεφύρι του Φίλου

Πέτρινο μονότοξο γεφύρι στα 749μ. υψόμετρο, πάνω από τον Καλαρρύτικο, δίπλα στο δρόμο για τους Καλαρρύτες. Έχει ένα ανακουφιστικό άνοιγμα και χαμηλό στηθαίο στα πλαϊνά του. Κτίσθηκε το 1908 από τον πρωτομάστορα Φίλο από τα Άγναντα Άρτας, εξ ου και το όνομα. Διατηρείται σε καλή κατάσταση, αν και χωρίς κάποια επισκευή ή συντήρηση. Βρίσκεται στο δρόμο για Καλαρρύτες κοντά σε μια σιδερένια γέφυρα τύπου Bailey και υπάρχει  σχετική πινακίδα.

Γεφύρι του Ραφτάνη ή του Σταθμού

Πρόκειται για ένα δίτοξο γεφύρι με ανακουφιστικό άνοιγμα μεταξύ των τόξων. Βρίσκεται κάτω από τη μονή Κηπίνας και είναι μια από τις αρχαιότερες γέφυρες του Άραχθου. Γεφυρώνει τον Καλαρρύτικο ποταμό και η ονομασία του , ως γεφύρι του Σταθμού, οφείλεται στο ελληνικό στρατιωτικό φυλάκιο που υπήρχε εκεί ως το 1912. Ο χρηματοδότης του έργου φαίνεται πως ήταν ο ηγούμενος Καλλίνικος της μονής Κηπίνας.

Γεφύρι Καρλίμπου.

Μονότοξο γεφύρι στην ομώνυμη τοποθεσία, στα 750μ. υψόμετρο, πάνω από το ομώνυμο ρέμα που χύνεται στον Καλαρρύτικο. Προσιτό με μικρό μονοπάτι που ξεκινάει από τον κεντρικό δρόμο και συνεχίζει για τη Μονή Βύλιζας Ματσουκίου*. Διατηρείται σε καλή κατάσταση, αν και χωρίς κάποια επισκευή ή συντήρηση, αλλά το έχει πνίξει η βλάστηση. Δεν ξέρουμε ούτε πότε χτίστηκε ούτε ποιος το έχτισε. Το όνομα Καρλίμπου έχει βλάχικη προέλευση και αναφέρεται στην «γκλίτσα» που είναι απαραίτητη για τη διάσχιση του φαραγγιού. Παλιά υπήρχαν τριγύρω μαντάνια και μύλος αλλά δεν έχουν σωθεί.

ΜΠΟΡΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ

Αφήστε ένα σχόλιο