Μελισσουργοί

Μελισσουργοί

1024 723 Epirus Explorer

ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ

“…κι ανέβηκα στις βουνοκορφές αγναντεύοντας τον ήλιο και μου χαμογέλασαν τα ελάτια και τα μυρωμένα κέδρα απάλυναν το πονεμένο σώμα μου…» Κώστας Στάμου (Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2014 σελ. 193)

Ψηλές και δυσπρόσιτες οροσειρές με βαθιές πτυχώσεις μέσα στις οποίες σχηματίζονται λεκανοπέδια, βουνά άγρια και ταυτόχρονα υπέροχα, κορυφές χιονισμένες και χαμένες στα σύννεφα, ποτάμια ορμητικά , καταρράκτες εντυπωσιακοί, εποχές με εναλλαγές χρωμάτων. Είναι τα Αθαμανικά όρη ή Τζουμέρκα που αποτελούν μια οροσειρά της οποίας ο κύριος κορμός σχηματίζει ένα πέταλο που στο μοναδικό άνοιγμα του προς τα Ν.Δ. κυλάει ο ορμητικός Άραχθος που χύνεται στον Αμβρακικό κόλπο. Στην αντίθετη πλευρά στα ανατολικά βρίσκεται ο αυχένας του Αυτιού που αποτελούσε από τα αρχαία χρόνια μία από τις τρεις διαβάσεις από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία.

Πάνω σ΄αυτή την διάβαση στα 1.100 μ ύψος και στο λεκανοπέδιο που σχηματίζεται ανάμεσα στον όγκο της Κακαρδίτσας και της Στρογγούλας είναι χτισμένοι οι Μελισσουργοί.

Click on the map below to be able to rotate it and don’t forget to zoom to get the full experience.

3d-mapper.com | The Gorilla Media

3d-mapper.com | The Gorilla Media

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Χρήσιμα τηλέφωνα:

Αστυνομία: 100
Τουριστική Αστυνομία: 171
Πυροσβεστική: 199
Κέντρο Υγείας Πραμάντων: +30 2659 360100
Φαρμακείο Πραμάντων: +30 26590 61888

Πώς να πάτε στους Μελισσουργούς: Από την Άρτα παίρνετε την κατεύθυνση προς Βουργαρέλι και Άγναντα. Από τα Ιωάννινα παίρνετε την κατεύθυνση προς το χωριό Ελληνικό και μετά ακολουθώντας τις πινακίδες προς Μελισσουργούς. Εναλλακτικά, με ΚΤΕΛ από το Νομό Άρτας.

Η ακριβής χρονολογία της δημιουργία του οικισμού είναι άγνωστη. Υπάρχει μία άποψη πως οι Μελισσουργοί δημιουργήθηκαν από τη σύμπτυξη μικροοικισμών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πολύ πιθανό σε αυτό να συνέτεινε η επίθεση και οι καταστροφές που προκάλεσε ο Μανιάτης πειρατής Λυμπέριος Γερακάρης ο οποίος είχε προσχωρήσει στην υπηρεσία των Ενετών, και επέδραμε στην Άρτα και τα χωριά της λεηλατώντας και σκοτώνοντας.

Γενικά η περιοχή της Αθαμανίας είναι μια περιοχή στην οποία δεν έχουν γίνει εκτενείς και συστηματικές ανασκαφές με αποτέλεσμα η ιστορία και ο πολιτισμός που αφορά στις πολύ παλιές εποχές να παραμένουν στο σκοτάδι. Τα αρχαιολογικά ευρήματα (τάφοι συλημένοι, υπολείμματα ξυλανθράκων κ.ά.) που βρέθηκαν στους Μελισσουργούς στις θέσεις Καστανιά, Ντόβρου, Γκρίτσανα ,Σκρίπτα, Ζιζίνα και Ζηλέουση αποδεικνύουν κοινωνία οργανωμένη.

Άλλες ιστορικές πηγές χρήσιμες για τη μελέτη της δημιουργίας, και εξέλιξης του οικισμού αντλούνται από τις γραπτές παραδόσεις που είναι χρονολογίες σε κτίρια Ναών και Μοναστηριών που ανακαινίστηκαν ή ανοικοδομήθηκαν καθώς και επιγραφές στα υπέρθυρα και τις αγιογραφίες.

Πάντως χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως (1321) που καταργεί αυθαίρετη πράξη (1272) του στρατιωτικού διοικητή Καβάσιλα με την οποία ο δεύτερος είχε δώσει τους Μελισσουργούς στη Μητρόπολη Δρυινουπόλεως, επαναφέροντάς το χωριό στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, αποτελεί αδιάσειστη μαρτυρία της ύπαρξης του χωριού από την εποχή εκείνη.

Ιστορικές Πληροφορίες:

Ο καταρράκτης του Κεφαλόβρυσου

Ένα από τα πιο όμορφα σημεία της περιοχής είναι ο καταρράκτης του Κεφαλόβρυσου που ξεπηδάει από τη βόρεια πλευρά της Στρογγούλας έχοντας μήκος 350μ. και συνεχή ροή όλες τις εποχές. Ο καταρράκτης στην πορεία του σχηματίζει το ρέμα της Κοφερίτας το οποίο χύνεται στο ρέμα των Μελισσουργών. Η διαδρομή είναι εύκολη και με σήμανση και ξεκινάει είτε από το Καταφύγιο των Πραμάντων, είτε από το Καταφύγιο των Μελισσουργών. Μισή ώρα περίπου βαδίζουμε μέσα σε δάσος από έλατα ώσπου να βγούμε. Ακολουθώντας την πορεία και έχοντας οπτική επαφή με τον καταρράκτη πεζοπορούμε για σαράντα περίπου λεπτά. Αφήνοντας το βλέμμα να πλανηθεί από δεξιά προς τα αριστερά βλέπουμε το βόρειο τμήμα της Στρογγούλας, το Γερακοβούνι και την κορυφή Αγκάθι, τον Αυχένα του Αυτιού και τέλος τον έντυπωσιακό όγκο της Κακαρδίτσας.

Το γεφύρι της Κοφερίτας
(Σπύρος Ι.Μαντάς, ΓΕΦΥΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, ΤΟΜΟΣ Β΄, ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΚΟΦΕΡΙΤΑΣ σελ. 324)

Βρίσκεται έξω από το χωριό νότια στη θέση Κοφερίτα και γεφυρώνει το ομώνυμο ποτάμι. Είναι μονότοξο και η ημικυκλική του καμάρα έχει άνοιγμα 10.60 μ. και ύψος 5.80μ. Ο διάδρομος διάβασης είναι επίπεδος και με κορωνίδα εξωτερικά έχοντας μήκος 21. μ. και ωφέλιμο πλάτος 1.75 μ. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία πέτρινα γεφύρια της περιοχής αφού κατασκευάστηκε στη Γερμανική κατοχή του 1942-43. Το γεφύρι κτίστηκε σταδιακά από ντόπιους μαστόρους και ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια μαστόρων από τους Ραφταναίους. Οι κάτοικοι εξόφλησαν πληρώνοντας σε είδος, κυρίως καλαμπόκι. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από αντάρτες του ΕΛΑΣ και στη συνέχεια από τους κτηνοτρόφους του χωριού.

Οι Μελισσουργοί ανήκουν στην περιοχή των Τζουμέρκων, μια από τις πλέον εντυπωσιακές περιοχές της Ελλάδας και προσφέρονται για πάσης φύσεως δραστηριότητες. Αναρρίχηση και καταρρίχηση (rappel) στα φαράγγια, ορεινή ποδηλασία και οδήγηση με μοτοσυκλέτες και 4Χ4 . Μονοπάτια για πεζοπορία σε εύκολες και δύσκολες διαδρομές. Επίσκεψη στα γύρω χωριά, στα γεφύρια και τα μοναστήρια που αποτελούν αρχιτεκτονικό πλούτο.

Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκεται το ορεινό καταφύγιο των Μελισσουργών. Κτισμένο μέσα στο δάσος με υπέροχη θέα στις βουνοκορφές, προσφέρεται όχι μόνο για διαμονή και φαγητό αλλά επίσης και για δραστηριότητες μικρής και μεγάλης δυσκολίας στα γύρω βουνά.

Πληροφορίες: http://katafigiomelissourgwn.blogspot.com/p/blog-page_40.html και https://www.facebook.com/Katafigiomelissourgwn/

Η διαμονή και εστίαση στην περιοχή καλύπτει όλες τις προδιαγραφές για άνετες και ενδιαφέρουσες διακοπές. Η περιοχή των Τζουμέρκων τα τελευταία χρόνια έχει αξιοποιηθεί τουριστικά και απόδειξη είναι ότι η επισκεψιμότητα παραμένει υψηλή και κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Το καταφύγιο των Μελισσουργών

ΙΣΤΟΡΙΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΠΡΑΜΑΝΤΩΝ

Η ημινομαδική κτηνοτροφία ως κύρια οικονομική δραστηριότητα των Βλάχων της Β. Πίνδου ( Β. Τσακανίκα και Ι. Ισπικούδης)

ΤΣΙΦΛΙΚΙ ΚΑΙ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΟ:Η ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΥΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ Βασίλης Γ. Νιτσιάκος

ΟΙ ΚΟΥΔΑΡΑΙΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΡΑΜΑΝΤΑ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ • Κοινωνικά & λαϊκά δρώμενα μέσα από τη ζωή & το έργο τους (Διπλωματική εργασία Συρίδωνα Παπαγιώτη)

http://gefyri-plakas.ntua.gr/

Τα Ηπειρώτικα γεφύρια Σπύρος Μαντάς

Τα 55 γεφύρια του Άραχθου Αριστείδης Σχισμένος

www.petrinagefiria.uoi.gr/

https://discovertzoumerka.com/

https://www.facebook.com/874551622575314/posts/3162047787159008/ (1 ΜΑΪΟΥ 1944 , Μενέλαος Χαραλαμπίδης)

Ο δίδυμος καταρράκτης στα Τζουμέρκα https://www.naturagraeca.com/ws/217,281,139,1,1,%CE%94%CE%AF%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%A4%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BA%CF%89%CE%BD

http://canyoning-caving.blogspot.com/

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΝΙΚ.Χ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ

Ι.Λ.Ε.Τ. «Αρχαιολογικές επεμβάσεις και έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του βυζαντινού Τζεμέρνικου» (Αγγέλη Ανθή,Ζήδρου Κωνσταντίνα, Τζουβάρα-Σούλη Χρυσηίς )

https://typos-i.gr/article/ena-istoriko-twn-seismwn

Χοροί και Τραγούδια των Τζουμέρκων https://epirusmusic.weebly.com/taurhoalphagammaomicron973deltaiotaalpha–alphakappaomicron973sigmamualphataualpha1.html

ΜΟΥΣΙΚOΣ ΧAΡΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟY Μουσική από την Ήπειρο-ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ

Η ένταξη της Μουσικοχορευτικής παράδοσης των Τζουμέρκων: Γεώργιος Αθ. Μπαζούκας (Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2015)

Σπύρος Ι.Μαντάς (Γεφυρογραφία της Πίνδου Α΄τόμος Οικογένεια Γεωργάκη σελ 465)

Σπύρος Ι.Μαντάς (Γεφυρογραφία της Πίνδου Α΄τόμος Οικογένεια Μπέκα σελ 470)

Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για να τις δείτε σε πλήρη οθόνη.

Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για να τις δείτε σε πλήρη οθόνη.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ & ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η κατάκτηση της Ηπείρου από τους Ρωμαίους είχε οδυνηρά αποτελέσματα για την ΄Ηπειρο και την Αθαμανία φυσικά. Από τους κατοίκους άλλοι σκοτώθηκαν , άλλοι σύρθηκαν στην αιχμαλωσία και όσοι κατόρθωσαν να γλυτώσουν έφυγαν ανεπιστρεπτί από τον τόπο τους. Οι Ρωμαίοι εκτιμώντας τη σημασία της ορεινής διόδου «Αυτί» προς τη Θεσσαλία , είναι πολύ φυσικό να εγκαταστήσαν στρατιωτική βάση με φρουρά και να έδωσαν στις τοποθεσίες λατινικά ονόματα, κάτι που δεν παρατηρείται στη γειτονική περιοχή. Έτσι τα τοπωνύμια Γκρίτσανα (Gric=Έλληνας, ελληνική), Σκρίπτα (γραπτή,γραμμένη,α) Zileusti (παραφθορά της ελληνικής λέξης Ζηλευτή) διατηρούν μέχρι σήμερα τη λατινική τους ρίζα. Από τις μετέπειτα εξελίξεις συμπεραίνεται πως ο πληθυσμός που έμεινε μετά την καταστροφή της Αθαμανίας παρέμεινε στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα ο οικισμός των Μελισσουργών και καμιά ένδειξη δεν συνηγορεί στην ύπαρξη άλλου οικισμού ή συνοικισμού.

Τα Τζουμέρκα, κατ΄εξοχήν άγρια και δυσπρόσιτη περιοχή, αποτελούσε καταφύγιο των καταπιεσμένων από το τυραννικό καθεστώς και την άγρια φορολογία των Τούρκων. Οι Τούρκοι αφ’ ενός δύσκολα πλησίαζαν τις περιοχές αυτές και αφ’ ετέρου υπήρχαν πολλά καταφύγια σε περίπτωση τουρκικής εφόδου.

Μία εκδοχή είναι πως αυτοί που κατέφυγαν στην απομακρυσμένη κοιλάδα των Μελισσουργών ασχολήθηκαν με τη μελισσοτροφία, τα προϊόντα της οποίας δεν φορολογούνταν. Εγκαταστάθηκαν λοιπόν στη θέση αυτή και με τη συγκέντρωση και άλλων δημιουργήθηκε ο οικισμός. Μια άλλη εκδοχή που θέλει το χωριό να είναι η συνέχεια του παλιού οικισμού (1346-1385) Ντόβρου θεωρείται αποκλειστέα.

Υπάρχει και η τρίτη εκδοχή κατά την οποία ή ονομασία αποδίδεται στους κατοίκους μεταφορικά, παρομοιάζοντας αυτούς με τη μέλισσα που είναι υπόδειγμα εργατικότητας και κατ’ επέκταση στο σύνολο των κατοίκων δίνεται η προσωνυμία «Μελισσουργοί».

Οι Μελισσουργοί βρίσκονται στο κέντρο της κοιλάδας και στην έξοδο του λεκανοπεδίου σε υψόμετρο 870μ. και περιτριγυρίζεται από ελατοφόρα δάση. Τα δάση από παλιά εξασφάλιζαν με τη ξυλεία το οικοδομήσιμο και καύσιμο υλικό και με το φύλλωμα την τροφή των ζώων. Η ανθοφορία συντελούσε στην ανάπτυξη της μελισσοκομίας, το έδαφος ήταν εύφορο και καλλιεργήσιμο και γύρω από το χωριό υπήρχαν εκτάσεις κατάλληλες για τη βοσκή των κοπαδιών.

Μερικοί από τους τους κτηνοτρόφους που είχαν λίγα αιγοπρόβατα, για ενίσχυση του εισοδήματός τους, ασχολήθηκαν με τη μελισσοκομία, εγκαταστάθηκαν στο κέντρο της κοιλάδας και κατασκεύασαν μικρά πέτρινα σπίτια με σταθερή στέγη. Συνέχισαν να ασχολούνται με τη μελισσοκομία και με τα λίγα οικόσιτα ζώα (αιγοπρόβατα και αγελάδες) κάλυπταν τις δικές τους διατροφικές ανάγκες. Στην πορεία οι κτηνοτρόφοι με τα μεγάλα κοπάδια αποφάσισαν τη μόνιμη εγκατάσταση των οικογενειών τους και τη συνοίκηση με τους μελισσουργούς, ώστε οι οικογένειες να βρίσκονται το καλοκαίρι στο χωριό και το χειμώνα να έχουν και οι ίδιοι σταθερή κατοικία. Έτσι κτίζοντας τα σπίτια τους ενώθηκαν σε ένα συνοικισμό, συνδέθηκαν με συγγένειες και αποτελέσαν το χωριό που αργότερα ονομάστηκε «Μελισσουργοί».

Ο αριθμός των πρώτων κατοίκων δεν είναι γνωστός εικάζεται όμως πως τα λιβάδια με την έκτασή τους θα μπορούσα να συντηρούν 7-8 ποιμνιοστάσια που θα ανήκαν σε αντίστοιχο αριθμό πατριών με 50 περίπου οικογένειες στο σύνολο. Αυτοί είναι οι πρώτοι που συγκρότησαν τους Μελισσουργούς.  Άνθρωποι ορεσείβιοι, ακμαίοι και πολύτεκνοι. Ο πληθυσμός πολλές φορές μειώνονταν εξ αιτίας επιδρομών, λιμών, φονικών επιδημιών, πυρπολήσεων, πολέμων, επαναστάσεων.

Πάντως κάθε ερήμωση του χωριού ακολουθούσε ραγδαία αύξηση του πληθυσμού. Η επάνοδος των κατοίκων που επέστρεφαν στα σπίτια τους μαζί με άλλες οικογένειες επήλυδων με τις οποίες είχαν αποκτήσει σχέσεις φιλικές, αύξαναν τον πληθυσμό.

Πληθυσμιακή αύξηση σημειώθηκε κατά τον πρώτο αιώνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου,και κυρίως επί Δεσποτείας της χήρας του Νικηφόρου Α΄Κομνηνού Άννας Παλαιολογίνας Κατακουζηνού (1296-1315), η οποία κατείχε τους Μελισσουργούς. Επίσης από τους Έλληνες, μετά την αποτυχία της επανάστασης του Διονυσίου Φιλοσόφου, πολλοί που συμμετείχαν κατέφυγαν στα ορεινά των Μελισσουργών για να γλυτώσουν από τους Τούρκους. Το παιδομάζωμα και ο εξισλαμισμός ήταν άλλη μια αιτία φυγής των ανθρώπων στα βουνά.

Τα πρώτα σπίτια ήταν μικρά και κάλυπταν βασικές ανάγκες. Στην πορεία του χρόνου με την ανάπτυξη της οικοδομικής τέχνης αντικαταστάθηκαν από μεγαλύτερα ,ανετότερα και καλαίσθητα, πάντοτε ανάλογα με το οικονομικό επίπεδο του ιδιοκτήτη. Ταυτόχρονα αυξάνονταν και ο πληθυσμός.

Τα χρόνια όμως δεν κυλούσαν ειρηνικά. Γεγονότα βίαια αναστάτωναν τη ζωή τους. Σε καιρούς πείνας οι κάτοικοι έφευγαν για να βρουν πόρους να επιβιώσουν. Θανατηφόρες ασθένειες αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό, επιδρομές Βόρειων λαών, Σταυροφόρων, ορδές Σέρβων, Αλβανών και Τούρκων αφάνιζαν ολόκληρους οικισμούς. Και οι άνθρωποι μάζευαν ότι μπορούσαν να σηκώσουν και κρυβόταν στις χαράδρες , σε απλησίαστα μέρη, ή έφευγαν μακριά και όταν η λαίλαπα κόπαζε, κάποιοι γυρνούσαν και ξανάχτιζαν τα ρημαγμένα σπίτια τους προσπαθώντας να «ζήσουν» μέχρι την επόμενη καταστροφή. Στα μισά του 14ου αιώνα η διολίσθηση χιονοστιβάδας από το βουνό παρέσυρε τμήμα του βουνού και σκόρπισε τον πανικό στους κατοίκους που φοβήθηκαν ολοσχερή κατάρρευση του βουνού.

Κατά το 1346 μ.Χ. ο Στέφανος Δουσάν βασιλέας της Σερβίας, κατέλαβε την Ήπειρο. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στη Σερβία και άφησε σαν αρχηγό και διάδοχο τον αδελφό του Συμεών για να συνεχίσει το έργο του, ο οποίος μετά από μια δεκαετία επέστρεψε στη Σερβία για να αναλάβει το θρόνου μετά το θάνατο του αδερφού του Στέφανου. Στη συνέχεια οι Ηπειρώτες αναγνώρισαν σαν Δεσπότη της Ηπείρου το διεκδικητή του θρόνου Νικηφόρο Β΄, ο οποίος πολεμώντας κατά των Αλβανών σκοτώθηκε το 1358. Ο Συμεών μετά τα γεγονότα αυτά επανήλθε και το 1367 διόρισε το Σέρβο Θωμά Β΄(Πρελούμπο ή Πρελούμποβιτς) Δεσπότη της Ηπείρου. Ο Θωμάς Πρελούμπος παρά το ότι προερχόταν από Βυζαντινή Ελληνίδα μητέρα υπήρξε σκληρότερος από τους προκατόχους του και επιπλέον εγκατέστησε ακτήμονες από τη Σερβία στην Ήπειρο. Το 1385 δολοφονήθηκε.

Στο μεταξύ οι Αλβανοί με αρχηγό τον Γκίνη Μπούα Σπάθα, μετά την κατάληψη της Άρτας συνέχισαν τις επιδρομές. Οι Σλάβοι και οι λοιποί επιδρομείς προτιμούσαν τα πεδινά και εύφορα μέρη, αλλά χρησιμοποιούσαν και τα ορεινά σαν θέρετρα και σαν βοσκοτόπια.

Κάπου σε αυτό το σημείο η παράδοση θέλει οι Μελισσουργοί να είναι στου Ντόβρου . Η λέξη είναι σλαβικής προέλευσης (Dobrou-ντόμπρου) και σημαίνει καλό. Η θέση ήταν πλεονεκτική, με έκταση ομαλή κατάλληλη για καλλιέργεια, υπήρχε νερό και περιοχή κατάλληλη για βοσκοτόπι, εξ ου και η ονομασία Ντόμπρου(= κατάλληλη, καλή). Ο συνοικισμός αυτός δεν ήταν το παλιό χωριό των Μελισσουργών αλλά αυτοτελής που ιδρύθηκε εκατό χρόνια μετά από τον πρώτο οικισμό και διαλύθηκε αργότερα. Από τα λίγα στοιχεία σχετικά με τον οικισμό αυτόν πρέπει να ήταν θερινή εγκατάσταση κτηνοτρόφων και βρισκόταν σε απόσταση τριών περίπου χλμ. από τους Μελισσουργούς.

Κάποια χρονιά, άγνωστο πότε, μια φοβερή χιονοστιβάδα κατρακύλησε παρασύροντας ένα τμήμα του βουνού και έθαψε τον οικισμό «Ντόβρου» εξαφανίζοντας κάθε ίχνος του και παραμόρφωσε τελείως την όψη του εδάφους ανοίγοντας χαράδρα όπου κυλάει σήμερα το ρυάκι «Ασπρολάγκαδο». Ένας τεράστιος βράχος κύλισε και στάθηκε σε ένα επίπεδο σημείο στη θέση «Σκρίπτα» στη δεξιά μιας άλλης χαράδρας του ρυακιού Μαυρολάγκαδο. Ο βράχος γνωστός ως πέτρα «Σκρίπτα» φιλοξένησε κορμούς δέντρων που ρίζωσαν στις ρωγμές του. Μια νύχτα ένας τυφώνας μετακίνησε την πέτρα η οποία κύλησε σε κομμάτια μέσα στη χαράδρα. Οι κτηνοτρόφοι του οικισμού «Ντόβρου» απουσίαζαν στα χειμαδιά. Μετά την εξαφάνιση του οικισμού δεν επέστρεψαν ποτέ. Το διάστημα ύπαρξης του οικισμού ήταν περίπου 40 χρόνια.

Η κτηνοτροφία

Η αρχική κτηνοτροφία ήταν περιορισμένη με μικρά κοπάδια. Βαθμιαία η κτηνοτροφία αναπτύχτηκε, ο αριθμός των ζώων αυξήθηκε και οι κτηνοτρόφοι επέκτειναν τη βοσκή στα μέχρι τότε έρημα οροπέδια.

Από το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, όταν εκμίσθωσαν Ενετική φρουρά για ασφάλεια της υπαίθρου και από το 1740 συστάθηκαν τα Αρματολίκια από Χριστιανούς Καπετάνιους δημιουργήθηκαν εκείνες οι συνθήκες για τη ραγδαία ανάπτυξη μεγάλης κτηνοτροφίας. Σ΄αυτό συνετέλεσαν οι χειμερινές βοσκές στα πεδινά μέρη των Ιωαννίνων και οι απέραντες χέρσες πεδιάδες Άρτας και Πρέβεζας.

Την εποχή εκείνη η κτηνοτροφία αριθμούσε χιλιάδες πρόβατα συγκεντρωμένα σε πάνω από 50 ποιμνιοστάσια. Επιπλέον εκτός των Τσελιγκάτων ισάριθμες στάνες συγκροτούνταν στα βουνά. Κάθε στάνη ήταν ένα συγκρότημα πατριαρχικού συνοικισμού κτηνοτρόφων (οικογενειών), κοπαδιών αιγοπροβάτων, βοδιών και αλόγων.

Ο Τσέλιγκας ήταν ο αρχηγός της πατριάς και υπήρχαν οι σμίχτες, οι βοσκοί , οι γελαδάρηδες και οι βαλμάδες (φύλακες των αλόγων ). Επίσης σε κάθε 2-3 συγκροτήματα Στάνης υπήρχε ένας ιερέας που τελούσε τις θρησκευτικές λειτουργίας και δίδασκε στα παιδιά τα στοιχειώδη γράμματα και αριθμητική.

Σε αυτές τις δυσπρόσιτες περιοχές οι οποίες ήταν επικίνδυνες για τους Τούρκους κατέφευγαν άνθρωποι από τα πεδινά και άλλα μέρη της Ηπείρου εγκαταλείποντας τις εστίες τους αναζητώντας καινούριους τόπους ασφαλείς. Την προσωρινή παραμονή ακολουθούσε κατά κανόνα η μόνιμη με τις επιγαμίες και είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση του πληθυσμού.

Εκεί στις στάνες και στην ελευθερία των βουνών η έννοια της αντίστασης δημιούργησε τους Κλέφτες. Πολλοί από αυτούς αναδείχτηκαν σε οπλαρχηγούς και καπετάνιους. Κατέβαιναν στα πεδινά, λεηλατούσαν και έκαιγαν τα τσιφλίκια των τούρκων Μπέηδων.

Η κτηνοτροφία αναπτύχτηκε στην περίοδο 1479-1481 (με τα αποκτηθέντα προνόμια αυτονομίας) και πολύ περισσότερο στην δεκαετία 1730-1740 τότε που ο Σουλτάνος Μαχμούτ Α΄ μετά την ήττα του από τους Ρώσους στην Αζοφική θάλασσα και φοβούμενος εξέγερση από τους Έλληνες έδειξε ευμένεια σ΄αυτούς. Επίσης ανάπτυξη της κτηνοτροφίας είχαν και επί Αλή πασά κυρίως μετά τον οκταετή απελευθερωτικό αγώνα (1821-1828 ) όταν κατάφεραν να περισώσουν τα κοπάδια τους οδηγώντας τα σε κρησφύγετα δυσπρόσιτα για τους Τούρκους. Τέλος το διάστημα 1860-1876 αποτελεί την περίοδο της μεγαλύτερης ακμής της κτηνοτροφίας.

Το 1881 οι πρώην Οθωμανικές περιοχές της Θεσσαλίας και ένα τμήμα της Ηπείρου μαζί και η Άρτα απελευθερώθηκαν. Και μπορεί η πόλη της Άρτας να απελευθερώθηκε όχι όμως και ο κάμπος της. Η γέφυρα της Άρτας αποτέλεσε το σύνορο μεταξύ Ελληνικού και Τουρκικού κράτους και ο κάμπος της παρέμεινε υπό τουρκική κατοχή. Το τουρκικό τελωνείο έβαλε φραγμούς στην κτηνοτροφία των ελεύθερων περιοχών απαγορεύοντας τη διάβαση στον κάμπο και επομένως την ενοικίαση των λιβαδιών.

Αναγκαστικά στράφηκαν σε μέρη άγνωστα και ακατάλληλα. Αλλού οι εμφύλιοι δημιουργούσαν προβλήματα στους επήλυδες κτηνοτρόφους και αλλού οι καιρικές συνθήκες ήταν τέτοιες που δεν ευνοούσαν τη βοσκή. Για την κτηνοτροφία είχε αρχίσει η φθίνουσα πορεία. Η επικείμενη απαλλοτρίωση, η Μικρασιατική καταστροφή και η αποκατάσταση των προσφύγων περιόρισαν σημαντικά τις εκτάσεις βοσκής. Επί πλέον οι εκτάσεις που παλιότερα δίνονταν σαν βοσκοτόπια είχαν αρχίσει να καλλιεργούνται συστηματικά χωρίς να αφήνουν παρά ελάχιστα περιθώρια για τη βοσκή.

Καλλιέργειες

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία για να καλύψουν τις ανάγκες της διατροφής τους. Όσοι ασχολούνταν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία ανταλλάζανε τα προϊόντα τους (μαλλί, τυρί, βούτυρο κ.ά.) με αυτά των γεωργών (δημητριακά, όσπρια). Εκτός από τις καλλιέργειες αυτές στους αγρούς καλλιεργούσαν σε υποτυπώδεις κήπους χορταρικά (λάπατα, άνιθο, μάραθο, κ.λπ.). Όλες σχεδόν οι εκτάσεις ήταν αρδεύσιμες.

Με την αμπελουργία ασχολούνταν σχεδόν όλες οι οικογένειες έχοντας κατά μέσον όρο μέχρι χίλια κλήματα. Επειδή ο περισσότερος πληθυσμός απουσίαζε το χειμώνα και τους πρώτους μήνες της άνοιξης, την καλλιέργεια των αμπελιών τους την αναθέταν, με αμοιβή, σ’ αυτούς που έμεναν μόνιμα στο χωριό. Τοποθεσίες για την αμπελοκαλλιέργεια ήταν αυτές με ήπιο κλίμα όπως η Ζηλέουστη. Η εξαγωγή της ρακής και του κρασιού χρησιμοποιούνταν αρχικά για δική τους κατανάλωση. Πριν από 150 περίπου χρόνια υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν πως πουλούσαν κρασί σε χωριά της Ανατολικής Αθαμανίας. Το 1897 ο περονόσπορος πρόσβαλε τα κλήματα. Η καταπολέμησή του ήταν πολύπλοκη και πολύχρονη και δεν ήταν δυνατό να αφήσουν τις κύριες ασχολίες τους και έτσι τα αμπέλια εγκαταλείφτηκαν. Λίγοι μόνο γεωργοί -αμπελουργοί ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της «Ζαμπέλλας» που λέγεται ότι δεν προσβάλλεται από τον περονόσπορο.

Η δενδροκομία ήταν μια άλλη ασχολία με την οποία ασχολήθηκαν. Τα δέντρα, τα περισσότερα αυτοφυή, ήταν: αχλαδιές, καρυδιές, καστανιές, κερασιές, λεπτοκαριές, μηλιές, ροδακινιές, μουριές, κορομηλιές και θάμνοι τριανταφυλλιάς. Η κερασιά και η καρυδιά πουλιόταν για το ξύλο και τα άνθη της τριανταφυλλιάς εξάγονταν στη Βουλγαρία.

Από το 1479 με την απόκτηση των ειδικών προνομίων των Τζουμέρκων, οι Μελισσουργοί μπήκαν κάτω από την προστασία της Βαλιντέ Σουλτάνας (μητέρα του Σουλτάνου). Οι Τούρκοι επέβαλαν την καλλιέργεια γιατί κέρδιζαν από τη φορολογία. Μάλιστα μέχρι το 1821 επέβαλαν με πιεστικό τρόπο την εντατική καλλιέργεια, την αγροτική ασφάλεια και τη συγκομιδή ώριμων καρπών. Μετά την απελευθέρωση η καλλιέργεια άρχισε να χαλαρώνει και η κτηνοτροφία δεν επαρκούσε για τη φυσική λίπανση των αγρών.

Στοιχεία για το διοικητικό σύστημα των Μελισσουργών δεν υπάρχουν εφ’ όσον άγνωστη παραμένει και η δημιουργία του πρώτου οικισμού. Πάντως, πληροφορίες ασαφείς παρέχονται για τα χρόνια της βασιλείας του Αμύνανδρου σχετικά με τα χωριά της Αθαμανίας στα οποία υπάγονταν και οι Μελισσουργοί και τα οποία αποτελούσαν ξεχωριστές Κοινότητες και όλες μαζί συγκροτούσαν το «Κοινόν Αθαμάνων». Μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση της Ηπείρου η διοίκηση ανατέθηκε σε στρατιωτικούς διοικητές και στη συνέχεια στην περίοδο του Δεσποτάτου της Ηπείρου την διοίκηση ασκούσαν στρατιωτικο-πολιτικοί διοικητές.

Όταν ο οικισμός κατοικήθηκε από τις πατριές των κτηνοτρόφων η διοίκηση ασκούνταν από τους αρχηγούς των πατριών. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας δόθηκαν προνόμια από τους Τούρκους, με ανταλλάγματα φυσικά. Ένα από τα σπουδαιότερα προνόμια υπήρξε το σύστημα αυτοδιοίκησης που παραχωρήθηκε και εφαρμόστηκε με μικρές διαφορές κατά τόπους σε όλη την Ήπειρο. Οι κάτοικοι εξέλεγαν ελεύθερα τους Δημογέροντες, η εκλογή εγκρίνονταν από τον Μητροπολίτη και τυπικά ανακοινώνονταν στον Καϊμακάμη (Διοικητή) της Άρτας.

Κάθε έργο που αφορούσε την κοινότητα εκτελούνταν μετά από σύσκεψη της Δημογεροντίας και οι τυχόν διαφωνίες ως προς την απόφαση λύνονταν συμβιβαστικά από τον Μητροπολίτη ή με από 12μελές Διοικητικό συμβούλιο στην έδρα του Καϊμακάμη. Οι σοβαρότερες υποθέσεις λύνονταν με απόφαση του παραπάνω Διοικητικού συμβουλίου στα Ιωάννινα όπου ήταν και έδρα του Βαλή (διοικητή με ενισχυμένες αρμοδιότητες) και στο οποίο συμμετείχαν και Χριστιανοί σύμβουλοι.

Απέφευγαν με κάθε τρόπο την προσφυγή και επίλυση των δικαστικών υποθέσεων από τον Κατή τον Οθωμανό ιεροδικαστή. Οι εγκληματικές υποθέσεις όμως εκδικάζονταν από το Τουρκικό Στρατοδικείο. Με την πάροδο του χρόνου πολλά από τα προνόμια καταπατούνταν, όχι όμως αυτό της αυτοδιοίκησης. Μάλιστα ο Αλή πασάς έπαιρνε πολλές φορές ο ίδιος αποφάσεις και πολύ περισσότερο όταν οι παραπονούμενοι έρχονταν με «γεμάτα χέρια».

Η βαθμιαία καταπάτηση των προνομίων είχε σαν αποτέλεσμα την επιβολή νέων φόρων. Ο Αλή πασάς εξαιρώντας την κτηματική περιουσία των μοναστηριών και των εκκλησιών επέβαλε άγρια φορολογία στον πληθυσμό. Οι δυσβάστακτο φόροι δεν ήταν μόνον υπέρ του Δημοσίου αλλά και υπέρ του δικού του ταμείου. Άρπαγας καθώς ήταν οικειοποιούνταν τα περιουσιακά στοιχεία των άκληρων , των εκπατριζόμενων , των εγκληματιών ή αυτών που είχαν καταφύγει στα ορεινά μη αντέχοντας την τυραννία και οι οποίοι βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του. Χρησιμοποιούσε κάθε αθέμιτο μέσο ώστε να αυξήσει την περιουσία του. Από το 1807 και μετά δελεάζοντας ή απειλώντας δημογέροντες ή εκπρόσωπους πολλών χωριών των Τζουμέρκων κατάφερε να μετατρέψει πολλά από χωριά σε τσιφλίκια του.

Οι Μελισσουργοί απέφυγαν αυτό τον κίνδυνο επειδή ο εκπρόσωπος της κοινότητας Αναγνώστης Χρόνης απέκρουσε την πρόταση αρνούμενος να υπογράψει και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να συρθεί στην αγχόνη. Για καλή του τύχη η άμεση επέμβαση του Ισμαήλ Πασόμπεη Πολιτικού Διοικητή των Ιωαννίνων και σφοδρού αντιπάλου του Αλή πασά έσωσε τον Αναγνώστη Χρόνη.

Με την δημιουργία του Κράτους της Ηπείρου έγιναν προσπάθειες στον τομέα της Παιδεία, αλλά η Τουρκική περίοδος έσβησε κάθε ελπίδα για το Ελληνικό πνεύμα και τον πολιτισμό. Οι άνθρωποι του πνευματικού κόσμου κατέφυγαν στην Ευρώπη όπου μεταλαμπάδευσαν τον Ελληνικό πολιτισμό. Στην Ελλάδα ξεκίνησε μια σκοτεινή περίοδος για την Ελληνική παιδεία.

Στοιχεία ιστορικά που να μαρτυρούν εκπαίδευση σ’ εκείνη την εποχή δεν υπάρχουν. Ο πληθυσμός του χωριού ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία έχοντας ημιμόνιμη κατοικία και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Οι κοινότητες των κτηνοτρόφων μετακινούμενες διαρκώς ήταν αδύνατο να διατηρούν ένα στοιχειώδες σχολείο.

Κατά τη θερινή περίοδο ( Μάιος-Οκτώβριος), όταν όλες οι οικογένειες βρισκόταν στο χωριό, η Κοινότητα διόριζε ένα δάσκαλο που τον πλήρωναν η Κοινότητα και η Εκκλησία. Στην περίπτωση που οι κάτοικοι δεν συμφωνούσαν στην επιλογή του δασκάλου κάθε συνοικία από τις τρεις που υπήρχαν προσλάμβανε δάσκαλο που τον συντηρούσαν με έρανο των οικογενειών των μαθητών.

Τα ιστορικά στοιχεία για τη λειτουργία σχολείων τοποθετούνται χρονικά στα μέσα του 18ου αιώνα Κατά τη χρονική περίοδο 1750-1880 λειτουργούσε περιοδικά το σχολείο των Μελισσουργών, και μέσα στην περίοδο 1860-1881 διαπιστώνεται η φοίτηση θηλέων στο Σχολείο των Μελισσουργών.

Η εκπαίδευση αρχικά και μέχρι το 1895 ήταν ανεπαρκής. Στην αρχή μάθαιναν τα γράμματα του αλφάβητου και τα διδακτικά βιβλία ήταν θρησκευτικού περιεχομένου και σε γλώσσα αρχαίζουσα. Μετά την απελευθέρωση ξεκίνησε η ευρεία επίδραση της Κρατικής Ελληνικής Εκπαίδευσης με την κανονική φοίτηση και την εφαρμογή της μεθοδικής διδασκαλίας.

Η μέθοδος που εφαρμόζονταν στα σχολεία της εποχής εκείνης ήταν η αλληλοδιδακτική διδασκαλία, σύστημα κατά το οποίο ορισμένοι μαθητές επιλεγμένοι από το δάσκαλο δίδασκαν σε μικρότερους μαθητές. Λίγοι μαθητές είχαν την ευκαιρία να φοιτήσουν σε Σχολείο της Άρτας.

Το Σχολείο των Μελισσουργών είχε αναγνωριστεί επίσημα σαν «Ελληνικό Δημόσιον Γραμματοδιδασκαλείον». Το παλιό σχολικό κτίριο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις χωρητικότητας λόγω του μεγάλου αριθμού των μαθητών και η ανάγκη για ένα καινούριο χώρο ήταν επιτακτική. Με δωρεές και με την ομόφωνη συμφωνία των κατοίκων για προσωπική και χωρίς αμοιβή εργασία το έργο ανατέθηκε στον Πραμαντιώτη αρχιμάστορα Κωνσταντίνο Μπέκα και ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1884.

Το σχολείο που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του χωριού λειτούργησε για πολλά χρόνια, σήμερα όμως χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς.

Από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του οικισμού τα επαγγέλματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι κάτοικοι ήταν αυτά του ποιμνιοτρόφου, βοσκού γαλακτοκόμου, τυροποιού. Οι μετακινήσεις ανθρώπων και προϊόντων από τα δυσπρόσιτα αυτά ορεινά μέρη ανάγκασε ένα μέρος των κατοίκων να ασχοληθεί παράλληλα με τις άλλες ασχολίες και με το επάγγελμα του αγωγέα χρησιμοποιώντας τους ημίονους στα δύσβατα μονοπάτια. Με την κυρίως γεωργία ασχολούνταν συνήθως οι περισσότεροι κάτοικοι οι οποίοι έμεναν κατά κανόνα όλες τις εποχές του χρόνου στο χωριό και παράλληλα κάποιοι από αυτούς ασχολούνταν και με τη μελισσοκομία. Αργότερα και κυρίως από τον 17ο αιώνα επιδόθηκαν κα σε άλλα επαγγέλματα όπως του ράφτη, του ξυλουργού , του κτίστη, του τσαρουχοποιού κ.ά.

Από την απελευθέρωση (1881) και έπειτα ένα μέρος του ανδρικού πληθυσμού ασχολήθηκε με το εμπόριο και τα αστικά επαγγέλματα και κυρίως από το 1885 όταν πλέον εμφανίζονται επιστήμονες και δημόσιοι υπάλληλοι (πολιτικοί και στρατιωτικοί).

Η Αναστασία Γ. Καρρά εγγονή αγωγιάτη γράφει για τους αγωγιάτες των Μελισσουργών ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον άρθρο « Αγωγιάτης ή Κιρατζής» στο Περιοδικό Μελισσουργοί Άρτας Τεύχη 103 και 104.
Εμείς παρουσιάζουμε ένα κομμάτι του.

…Τα καραβάνια συνήθως αποτελούνταν από 10 μέχρι 40 ζώα από τα οποία τα περισσότερα ήταν μουλάρια καθώς αυτά ήταν πιο ανθεκτικά από τα άλογα. Κάθε μεγάλο καραβάνι, κατά την πορεία και σύμφωνα με τους κανόνες του σιναφιού, είχες το δικαίωμα να κρεμάσει στα ζώα κουδούνια, κατασκευασμένα από ορείχαλκο και εναρμονισμένα στους ήχους. Τα κουδούνια τα κρεμούσαν στα διαλεχτά άλογα, τα «κουδουνάτα» ή τα «μπροστάρια», με δερμάτινο περιλαίμιο.

Συνήθως ο κιρατζής συνόδευε το καραβάνι του καβάλα στο άλογο που ονομαζόταν «μπινέκικο» (ή μπινέϊκο ή μπινέκι) και ποτέ δεν είχε βάρος περισσότερο από 7-8 οκάδες. Στο μπινέκικο άλογο ο αρχικυρατζής φόρτωνε πολλές φορές και μικρά παιδιά ή πλούσιους ταξιδιώτες που πλήρωναν αυξημένο αγώι. Το βάρος του φορτίου ήταν ανάλογο με τα άλογα και τα μουλάρια , αλλά ποτέ δεν ξεπερνούσε τις 80 οκάδες. Το κάθε κιρατζιλίκι ξεχώριζε από το οικόσημο του «φαλκαριού» (φαλκάρι είναι το σύνολο των συγγενικών πατριαρχικών οικογενειών με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του ζωικού κεφαλαίου) που το είχαν υφασμένο με διάφορα χρώματα και σχέδια επάνω στα μάλλινα υφαντά τους, όπως τα τάστρα ( τάστρο από το τάγιστρο που σημαίνει σακούλι για το τάισμα των ζώων). Για να μην πληγώνεται το υποζύγιο από το σαμάρι, καθώς πιεζόταν από το βάρος του φορτίου, του έστρωναν κατάσαρκα μάλλινο «σάισμα» (σκέπασμα) ενώ πάνω στο σαμάρι , για προστασία από τη βροχή έστρωνα σάισμα από γιδόμαλλο (τράγιο). Στα καπούλια του ζώου και συρραμένη στο σαμάρι προσάρμοζαν μια μικρή υφαντή κουβέρτα (καπέρδα) η οποία ανάλογα με τον τόπο προέλευσης του ιδιοκτήτη έφερνε και τον χρωματικό τύπο, κυρίως με μικρά τετράγωνα και λουρίδες.

Αυτό γινόταν προκειμένου να ξεχωρίζουν τα αλογομούλαρα, π.χ. των Σαρακατσαναίων από εκείνα των Τζουμερκιωτών. Στο τελευταίο μουλάρι είχαν την καλιγοθήκη με τα σύνεργα για πετάλωμα, αν κάποιο ζώο έχανε το πέταλό του.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα υποζύγια σχημάτιζαν κύκλο με τα κεφάλια προς τα έξω για να προστατεύουν τα φορτία που βρίσκονταν στο κέντρο του κύκλου. Επιπλέον υπήρχαν και σκοποί σαν πρόσθετο προστευτικό μέτρο. Μετά από ολιγόωρη ανάπαυση και παρά την κούραση και χωρίς ξυπντήρι, οι κιρατζήδες σηκώνονταν κοντά στις τρεις το πρωί, φόρτωναν τα εμπορεύματα και ξανάπαιναν την πορεία προτού τους ζώσει η ζέστα της ημέρας. Ο έναστρος ουρανός τους καθοδηγούσε στο σωστό δρόμο, με τους αστερισμούς, με βάση τους οποίους προσανατολίζονταν.

Και σαν ο αυγερινός προπομπός του ήλιου, έμενε μόνος στο ανατολικό σημείο του στερεώματος, λίγο πριν φέξει έπιαναν τα μακρόσυρτα τραγούδια, ελληνικά και βλάχικα, που με τα ρεφραίν και τις επαναλήψεις τους, τους ξεκούραζαν, ενώ επέτρεπαν στον χρόνο της μακράς πορείας να περνάει πιο εύκολα και γρήγορα . Είχαν και τα δικά τους τραγούδια, τα τραγούδια της στράτας ή της καβάλας.

Τα προϊόντα που μεταφέρονταν σε κοντινές αποστάσεις ήταν συνήθως αλάτι, σιτηρά, τυροκομικά, ξυλεία, κατράμι, ασβέστη κ.ά. Το αλάτι όσο και ο ασβέστης έβαζε τους κιρατζίδες σε μεγάλη έγνοια από τον φόβο της βροχής. Το μεν αλάτι η βροχή το λυώνει, ενώ ο ασβέστης ανάβει με το νερό, κινδυνεύοντας να κάψει και το ζώο που το μεταφέρει. Γι΄αυτό είχαν χοντρά και αδιάβροχα από γιδόμαλλο σαίσματα (καλύμματα) και κάπες με τα οποία σκέπαζαν το φορτίο. Στα χωριά των Τζουμέρκων χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες αλατιού, λόγω της μεγάλης παραγωγής τυροκομικών προϊόντων, καθώς ήταν το μόνο μέσο για τη συντήρησή τους.

Κατά το Μεσοπόλεμο Τζουμερκιώτες κιρατζίδες κατόρθωσαν να μεταφέρουν από την Άρτα στα Άγναντα, απόσταση 80 περίπου χιλιομέτρων, μια βαριά ηλεκτρογεννήτρια, ισορροπώντας την σε 4 μουλάρια που είχαν συγχρονικό βηματισμό! Και μέχρι τη δεκαετία του΄60, όταν το λεωφορείο έφτανε μέχρι την Άγναντα, οι αγωγιάτες μετέφεραν ταξιδιώτες και εμπορεύματα στην Πράμαντα και τους Μελισσουργούς με τα ζώα τους.

Πολλοί ήταν οι αγωγιάτες από τους Μελισσουργούς και τη γύρω περιοχή λόγω της διπλής μετακίνησης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού των ορεινών χωριών και της ελλείψεως παντός άλλου είδους συγκοινωνίας…

Παραδοσιακή Μελισσουργιώτικη φορεσιά

Οι γυναίκες παλιά ήταν άριστες γνώστριες της υφαντικής τέχνης καλύπτοντας όλο το φάσμα από την επεξεργασία του μαλλιού μέχρι και την τελευταία βελονιά στο ράψιμο. Οι ίδιες ήταν τσελιγκοπούλες και ύφαιναν όλα τα είδη υφαντών, έραβαν τα ρούχα και τα κεντούσαν.

Οι γυναίκες των Μελισσουργών ξεχώριζαν για το διαφορετικό δέσιμο του κεφαλομάντηλου (τσεμπέρι) το οποίο ήταν μπλε σκούρο, λουλακί ή μαύρο με σχέδια πουλιών ή λουλουδιών σε χρώμα μπλε ανοιχτό. Τα μαλλιά τους τα έπλεκαν σε μία ή δύο κοτσίδες, τα σκουλαρίκια τους ήταν κρεμαστά με χρυσά και αργυρά φλουριά (τιτριμίδες) ή με ένα σχέδιο λεπτό κρεμαστό με μια μικρή λευκή πέτρα στο τέλος. Οι γυναίκες φορούσαν κόσμημα και σταυρό ενώ οι χήρες μόνον κόσμημα. Οι νεότερες γυναίκες φορούσαν χρωματιστά ρούχα, ενώ οι ηλικιωμένες μπλε σκούρο ή μαύρο.

Τα γυναικεία εσώρουχα ήταν από βαμβακερό ύφασμα και οι κάλτσες πλεκτές με ένα σχέδιο βυζαντινό ή μικρό λουλούδι ή διάσπαρτα μικρά λουλούδια.

Οι μακριές κάλτσες για τις φουστανέλες ήταν από λεπτό ύφασμα στο φυσικό χρώμα από άσπρα μαλλιά. Τα αντρικά τσουράπια (κοντές και χοντρές, μάλλινες κάλτσες) είχαν χρώμα μπλε σκούρο ή λουλακί. Οι φανέλες ήταν πλεκτές ή υφαντές συνήθως στο φυσικό χρώμα του μαλλιού αλλά και μπλε σκούρο ή μαύρο).

Το ζωνάρι ήταν αυτό που στόλιζε την αντρική στολή, Πλεγμένο στο χέρι σε χρώμα πάντοτε μπλε σκούρο ή λουλακί. Στις δυο άκρες έμπαιναν κρόσσια με ειδικό σχέδιο που έδενε στα αριστερά. Τα υφαντά μαξιλάρια με σχέδια πουλιά, λουλούδια ή γεωμετρικά σχήματα αποτελούσαν το στολίδι κάθε σπιτιού. Τα περισσότερα σπίτια είχαν στον τοίχο μια μπάντα με θέμα την ιστορία του χωριού. Το σχέδιο είχε ωραία χρώματα και θέματα παρμένα από τη φύση , τα κτίσματα και τα ξωκκλήσια που υπήρχαν στην περιοχή.

Το Διπλοκάγκελο

-Τώρα κι ό ήλιος έγειρε, κι ο σταυραετός κουρνιάζει,
τώρα κι ό ξένος βούλεται στόν τόπο του νά πάη.
Νύχτα σελλώνει τ΄ άλογο, νύχτα τό καλιγώνει’
βάνει τά πέταλλα χρυσά και τά καρφιά ’σημένια,
και τά καλιγοσφύρια του αγνά μαλαματένια.

-Μπαϊραχτάρη τού χορού, κάμε διπλοκάγκελο,
συ πού σέρνεις τό χορό κάμε διπλοκάγκελο,
κι είμαι ξένος και θά ίδώ καί θά πάω νά ΄μολογώ,
Μές΄ στή μέση στό χορό κάθεται χρυσός άετός
καί τροχάει τά νύχια του και τά νυχοπόδαρα,
Τόν Θεό παρακαλεί, Θεέ μου δός μου δύναμη,
Θεέ μου δός μου λευτεριά νά χυθώ ν’ αρπάξω μιά’
κι άν δέν τήν έδιάλεγα, ας μού κόβαν τά φτερά
ας μου κόβαν τά φτερά και τά νυχοπόδαρα]

—Μπαϊραχτάρη τοϋ χοροϋ, τράβα σιάσε τό χορό,
κι είμαι ξένος και θά ίδώ καί θά πάω νά ΄μολογώ,
τέτοιο γλέντι στό χωριό καί μ΄ ατράνταχτο χορό.
—Κεί στόν πέρα μαχαλά πέθανε μιά καλογρηά
καί τήν πάν στήν έκκλησιά μέ λαμπάδες μέ κηριά,
μέ λαμπάδες μέ κηριά, μέ σιταρ΄ και λειτουργιά..

Τις απογευματινές ώρες της ημέρας του πανηγυριού της Αγίας Παρασκευής (26-27 Ιουλίου) ή της Παναγίας (15-16 Αυγούστου) συγκροτείται στην πλατεία «Κάμπος» του χωριού ο κυκλικός χορός «καγκέλι» με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων αλλά και των ξένων που βρίσκονται τις μέρες εκείνες στο χωριό. Μετά τη δύση του ηλίου οι οργανοπαίχτες αποσύρονται και το «καγκέλι» ξεκινάει. Αρχικά οι χορευτές χορεύουν με βαρύ και στρωτό ρυθμό και βαθμηδόν ο κύκλος αναδιπλώνεται σε δύο ή περισσότερους ελιγμούς (διπλοκάγκελο, τριπλοκάγκελο).

Ο πρώτος (ο κορυφαίος) του χορού, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας κρατούσε και σημαία (μπαϊράκι) που απεικόνιζε τον Άγιο που γιόρταζε ή, συνήθως, τον Άγιο Γεώργιο που αποτελούσε το σύμβολο της Εθνικής Ιδέας.

Στις σχετικές βιβλιογραφικές πηγές το Καγκελάρι παρουσιάζεται και με άλλες ονομασίες όπως, «Κύκλες», «Καγκελάρης» ή και «Κάγκελα». Λέγεται ότι οι σχετικές ονομασίες προέκυψαν από το ιδιαίτερο σχήμα που διαγράφει η χορευτική αλυσίδα κατά την εκτύλιξη της χορευτικής πράξης. Οι «στροφές δεξιά και αριστερά» που κάνουν οι χορευτές στο Καγκελάρι, δηλ. τα γυρίσματα ή οι κύκλες, μοιάζουν με τις στροφές που κάνουν τα τροχοφόρα σε ανηφορικά εδάφη και τις οποίες οι Τζουμερκιώτες ονομάζουν «καγκέλια». Οι σχετικές γραπτές ή προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το Καγκελάρι θα πρέπει να δημιουργήθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Πέρα όμως από τον «εθνικό σκοπό» του χορού τα καγκέλια έδιναν την ευκαιρία και για νυφοδιάλεγμα.

Την ημέρα που γινόταν ο χορός έρχονταν στο χωριό και έμπαιναν στον κύκλο και όσοι από τους άνδρες κατοίκους του ανήκαν στα επαναστατικά σώματα των κλεφτών και οι οποίοι γνώριζαν εκ των προτέρων ότι μόνο τη συγκεκριμένη ημέρα μπορούσαν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά και αποτελεσματικά με τους συγχωριανούς τους χωρίς να προκαλέσουν τις υποψίες των κατακτητών. Ακόμα και οι ξενιτεμένοι που είχαν επισκεφτεί το χωριό, είχαν τη δυνατότητα μέσα από τα καγκέλια να αποχαιρετήσουν τους συγχωριανούς τους λίγο πριν αναχωρήσουν για τους μακρινούς τόπους διαμονής τους.

Τώρα είναι Μάης κι άνοιξη, τώρα είναι καλοκαίρι,
Τώρα που η γης στολίζεται στ΄ανθί και στο λουλούδι
Τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει.
Νύχτα σελώνει τ’άλογο, νύχτα το καλιγώνει…

Πολλά είναι τα τραγούδια και οι παραλλαγές τους που ακούγονταν στο χορό. Στην αρχή χορεύουν με στρωτό χορό και αργό ρυθμό που στη συνέχεια γίνεται γρηγορότερος. Είναι η προετοιμασία για το Καγκελάρι ώστε ο κόσμος να μπει στη μεγάλη χορευτική γραμμή ώστε να συμμετέχουν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Όταν η χορευτική γραμμή έχει σχηματιστεί με τους άνδρες να προηγούνται στον κύκλο και να ακολουθούν οι γυναίκες, αυτοί που διευθύνουν σιωπηρά το χορό δίνουν το σύνθημα να σταματήσουν. Έτσι, τη στιγμή που ο ήλιος βασιλεύει και η προσοχή όλων είναι στραμμένη προς τον αρχηγό του χορού, εκείνος αργά και μακρόσυρτα ξεκινάει τον πρώτο στίχο. Οι χορευτές ακίνητοι ή αργά κινούμενοι επαναλαμβάνουν τον ίδιο σστίχο. Από τον δεύτερο στίχο ο αρχηγός του χορού με το πρώτο αντρικό τμήμα τραγουδούν με γοργότερο ρυθμό και συγχρόνως όλη η χορευτική γραμμή άρχίζει να κινείται και ξεκινάει κανονικά ο «στρωτός χορός» με τον οποίο χορεύεται το Καγκελάρι μέχρι το τέλος.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ & ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Το σημείο στο οποίο κτίστηκαν τα πρώτα σπίτια αποτέλεσε και την κεντρική συνοικία του χωριού. Η μικρή, αρχικά, πλατεία με τον πλάτανο συγκέντρωνε τους κατοίκους και αποτελούσε το κέντρο που συγκεντρώνονταν για κάθε ζήτημα που αφορούσε τη μικρή κοινωνία του χωριού. Ήταν το Μεσοχώρι», η ψυχή των Μελισσουργών. Δίπλα , ψηλότερα από την πλατεία, δίπλα στο νεκροταφείο (η ταφή γινόταν μέχρι το 1929) κτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Νικολάου που αποτελεί τον ενοριακό ναό του χωριού.

Η ακριβής ημερομηνία δεν έχει προσδιοριστεί, πάντως εικάζεται ότι κτίστηκε από τους πρώτους κατοίκους που συνοίκησαν στο Μεσοχώρι και αποτελέσαν τον πυρήνα του χωριού

Είναι τρίκλιτη θολωτή βασιλική χωρίς τρούλλο. Κτίστηκε το 1778 αλλά επειδή πυρπολήθηκε απ’ τους Τούρκους το 1821, ανακατασκευάστηκε στο μεγαλύτερο τμήμα του με πλακοσκέπαστη στέγη και κιονοστήρικτο υπόστεγο. Κατά το σεισμό του 1967 έπαθε σοβαρές ζημιές και ανακαινίστηκε κακότεχνα. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες που έκαναν χιοναδίτες ζωγράφοι το 1846, σύμφωνα με επιγραφή, και διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Έχει θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο των αρχών του 19ου αιώνα. Δύο απ’ τις φορητές εικόνες του λέγεται ότι τις έφεραν μαζί τους Μελισσουργιώτες μαχητές που επέζησαν κατά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου.

Σύμφωνα με την παράδοση αλλά και τις γραπτές πηγές ο Τουρκικός στρατός στα τέλη Ιουλίου 1821 έφτασε στους Μελισσουργούς λεηλάτησε το χωριό και έκαψε μερικά σπίτια, συνέχισε δε την καταδίωξη των γυναικοπαίδων που έφυγαν από τους Καλαρρύτες (μετά την επανάσταση των Καλαρρυτών με τις γνωστές συνέπειες) για να αποφύγουν τη σφαγή και την αιχμαλωσία. Στο Σταυρό Θεοδωριάνων οι Τούρκοι υπέστησαν συντριπτική ήττα από τους Έλληνες και υπαναχωρώντας προς τους Μελισσουργούς, που είχαν εγκαταλειφτεί από τους κατοίκους , πυρπόλησαν όλο το χωριό καθώς και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Οι κάτοικοι επιστρέφοντας αντίκρυσαν τα πάντα-σπίτια και εκκλησία- καμένα. Η εκκλησία ήταν ετοιμόρροπη και κανείς δεν τολμούσε να μπει. Ξεκίνησαν να επισκευάζουν τα σπίτια τους και αργότερα γύρω στα 1827 -1830 επειδή είχε αρχίζει να προοιωνίζεται η ελευθερία αποφάσισαν να αναστυλώσουν την εκκλησία. Αφού προμηθεύτηκαν τα απαιτούμενα υλικά κάλεσαν μαστόρους από την Κόνιτσα να τους αναθέσουν το έργο της αποκατάστασης, οι οποίοι φοβούμενοι λόγω της επικινδυνότητας του κτιρίου αρνήθηκαν να αναλάβουν ολόκληρο το έργο και δέχτηκαν να κάνουν εργασίες μόνο στο εξωτερικό μέρος της εκκλησίας.

Στη δύσκολη εκείνη στιγμή το έργο ανέλαβε ένας κτίστης από το χωριό γνωστός με το όνομα μαστρο-Γιάννης ο οποίος ανέλαβε να τοποθετήσει τους σπονδύλους. Κι εδώ αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά η τεχνική των Τζουμερκιωτών μαστόρων. Μετρώντας ακριβώς τις διαστάσεις των στύλων (πάχος και ύψος ) ανέθεσε στους μαστόρους από την Κόνιτσα την κατασκευή σπονδύλων και επικράνων. Στη συνέχεια με τη βοήθεια έμπειρων συγχωριανών κατόρθωσε να στηρίξει τους ετοιμόρροπους θόλους και να αντικαταστήσει τους στύλους τοποθετώντας τους σπονδύλους φτάνοντας μέχρι τον τελευταίο που ήταν δίπλα στο στασίδι του δεξιού ψάλτη. Αλλά επειδή κατά την τοποθέτησή του έτριξε ο θόλος ,από φόβο κατάρρευσης δεν επέμεινε να το εφαρμόσει στη σωστή θέση, γι΄αυτό και εξέχει μερικά εκατοστά, κάτι που είναι εμφανές αν το παρατηρήσει κάποιος.

Στα επόμενα χρόνια έγινε η εσωτερική κατασκευή και τελείωσε το 1846 με την αγιογράφηση. Το 1930-31 έγιναν εργασίες ανακαίνισης και εξωραϊσμού.

Το καμπαναριό του Αγίου Νικολάου

Στην Ελλάδα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας απαγορεύθηκε η χρήση της καμπάνας, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, σύμφωνα με τη δική τους θρησκευτική αντίληψη. Εξαίρεση αποτελούσαν το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, όπου επιτρεπόταν η χρήση της καμπάνας ως ειδικό προνόμιο.

Τις Κυριακές και γιορτές «κράχτης» της ενορίας περνούσε από τα σπίτια κτυπώντας ελαφρά τις πόρτες με ξύλινο σφυρί και καλούσε τους κατοίκους. Μόνο μετά από χρόνια επιτράπηκε η χρήση αρχικά ξύλινου σήμαντρου και αργότερα σιδερένιου. Το 1798 ο Αλή πασάς πολιόρκησε, κατέλαβε την Πρέβεζα και την παρέδωσε στους Τουρκαλβανούς οι οποίοι λεηλάτησαν, έκαψαν και σκότωσαν. Κάτοικοι από τους Μελισσουργούς ,που βρίσκονταν την εποχή εκείνη στην Πρέβεζα ζήτησαν από τους επιτρόπους του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Χαραλάμπους να πάρουν αντί ελάχιστης αμοιβής την καμπάνα της εκκλησίας. Η καμπάνα, από την πτώση και τις σφαίρες είχε ραγίσει και είχε ελαττωματικό ήχο, αλλά δεν έπαυε να είναι ένα θρησκευτικό κειμήλιο με ιστορική αξία. Χωρίς την έγκριση οποιουδήποτε και με την ανοχή του Αλή πασά (επειδή το χωριό σαν «κεφαλοχώρι» διατηρούσε προνόμια) η καμπάνα μεταφέρθηκε στους Μελισσουργούς κι αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Τοποθετήθηκε σε τρίποδο ξύλινο και για 70 χρόνια καλούσε τους πιστούς στον εσπερινό και τη θεία λειτουργία.

Το 1868 αποφασίστηκε η ανέγερση του καμπαναριού όπου τοποθετήθηκαν η παλιά και μια καινούρια καμπάνα σε δύο ειδικά ανοίγματα και παράλληλα παραγγέλθηκε και μια μεγαλύτερη η οποία τοποθετήθηκε σε τρίτο μεγαλύτερο άνοιγμα. Αργότερα ,επειδή ο ναός του Αγίου Μάρκου και το Μοναστήρι των Μελισσουργών «τα Εισόδια της Θεοτόκου» δεν είχαν καμπάνες η μία δόθηκε στον πρώτο ναό και η άλλη – η πρώτη καμπάνα του χωριού – δόθηκε στον ηγούμενο του Μοναστηριού.

Στις σωζόμενες χαραγμένες επιγραφές η κτίση του μοναστηριού τοποθετείται στα 1745 την εποχή που Μητροπολίτης Ιωαννίνων ήταν ο Γρηγόριος (1736-1752) ο οποίος βοήθησε στη θεμελίωσή του. Κάποια παράδοση θέλει το μοναστήρι να έχει κτιστεί πολλά χρόνια νωρίτερα , κατά τη βυζαντινή ίσως εποχή, από πέντε μοναχούς άγνωστης προέλευσης και να υπέστη καταστροφή από επιδρομές όπως και τόσα άλλα μοναστηριακά και εκκλησιαστικά κτίσματα.

Μετά την καταστροφή του αρχικού μοναστηριού χτίστηκε το 1745 στα θεμέλιά του το καινούργιο κτίσμα από τον ιερομόναχο του Αγίου Όρους Ιάκωβο (από τους Μελισσουργούς) ,άλλους δύο ιερομόναχους και έναν πνευματικό, οι οποίοι και συνέταξαν το 1756 τον κανονισμό λειτουργίας.

Το πρωτότυπο χειρόγραφο (1756) του Κανονισμού διοικήσεως και εσωτερικής λειτουργίας του Μοναστηριού αναφέρει μόνον τη χρονολογία 1745 και κάθε άλλη εικασία στερείται ιστορικής βάσης.

Το μοναστήρι είχε αρκετά εισοδήματα από καλλιέργειες σε γεωργικές εκτάσεις ,γαλακτοκομικά προϊόντα από γιδοβοσκές,, προϊόντα μελισσοκομίας, δύο μαντάνια, τρεις νεροτριβές και μια μυλόπετρα που εισέπραττε 3% από τα δημητριακά που άλεθε. Επί πλέον διάφορες προσφορές (όπως λάδι από την περιοχή του Σουλίου) και εισοδήματα από τις ιερουργίες, τα τάματα και φυσικά από το θρησκευτικό πανηγύρι.

Την περίοδο που το μοναστήρι λειτουργούσε και μετά την απελευθέρωση μεταβιβάστηκαν σ΄αυτό σαν μετόχια η Μονή Βύλιζας και η Μονή Ροβέλιστας με τις περιουσίες τους. Σήμερα που το μοναστήρι είναι διαλυμένο αποτελεί μετόχι της Μονής Κάτω Παναγιάς Άρτας.

Σήμερα σώζεται μόνον το καθολικό του και βρίσκεται ακριβώς απένταντι από τους Μελισσουργούς στην πλαγιά του βουνού πάνω από το μελισσουργιώτικο ρέμα και λίγο πιο κάτω από το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Το καθολικό της Μονής βρίσκεται σε καλή κατάσταση εξωτερικά. Οι τοιχογραφίες που σώζονται είναι ελάχιστες και υπάρχουν υπολείμματα της τοιχογραφίας « Ο ΑΝΕΛΕΗΜΩΝ ΧΑΡΟΣ» που είναι μοιάζει με αυτή του παρεκκλησίου του Προδρόμου της Μονής Βύλιζας Ματσουκίου.

Η μονή ήταν χτισμένη στη θέση, όπου σήμερα βρίσκεται η ομώνυμη εκκλησία του χωριού-στα ΒΔ των Μελισσουργών και η οποία ,σύμφωνα με την κτιτορική της επιγραφή, ανακαινίστηκε εκ θεμελίων το 1843.

Σύμφωνα με την παράδοση ο Ναός είχε κτιστεί πριν το ναό του Αγίου Νικολάου περί το 1747 και είχε δύο κελιά τα οποία γκρεμίστηκαν το 1843 όταν ανακαινίστηκε το καθολικό του. Επίσης 3-4 απλοί τάφοι που βρέθηκαν αποδίδονται σε θανόντες μοναχούς. Το συγκρότημα του μοναστηριού ήταν περιτριγυρισμένο με ψηλό τοίχο. Η είσοδος βρισκόταν στη νότια πλευρά και η έξοδος στη δυτική.

Κοντά στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου και του μοναστηριού υπήρχε παλιότερα, σύμφωνα πάλι με την παράδοση, ναός αφιερωμένος στην Αγία Σωτείρα και πιθανόν να υπάρχουν θαμμένα ερείπια ίσως κάποιου προχριστιανικού οικισμού. Είναι άγνωστο όμως αν ήταν προχριστιανικός ναός αφιερωμένος σε κάποια θεότητα των αρχαίων με το όνομα Σώτειρα ή χριστιανικός ναός αφιερωμένος στην Παναγία αποκαλούμενη Αγία Σώτειρα ή στην Μεταμόρφωση του Σωτήρα.

Agia-Paraskevi-chapel-Melissourgoi

Πάνω από το καθολικό της Μονής των Εισοδίων της Θεοτόκου υπάρχει και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής το οποίο δεν είναι αγιογραφημένο και σύμφωνα με την εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα στο δυτικό τοίχο, είναι άγνωστη η ημερομηνία αρχικής ανέγερσής του.

Είναι μικρή ξυλόστεγη πλακοσκέπαστη βασιλική χωρίς τρούλλο. Ιδρύθηκε το 1770 στη θέση παλαιότατου – κατά πάσα πιθανότητα βυζαντινού – ναού, που καταστράφηκε το 1696 απ’ τον Μανιάτη Γερακάρη Λυμπεράκη και το 1870 ανακαινίσθηκε εκ βάθρων. Το εσωτερικό του έχει θαυμάσιες τοιχογραφίες του 1877 που σώζονται σε σχετική καλή κατάσταση. Βρίσκεται μέσα στο χωριό και έχει πρόσβαση από πλακόστρωτα μονοπάτια

Αγιος Κοσμας

Σε ένα σημείο με καταπληκτική θέα βρίσκεται το ξωκλήσι αυτό αφιερωμένο στον Κοσμά τον Αιτωλό ο οποίος πέρασε από το χωριό φιλοξενήθηκε, κατήχησε και εμψύχωσε τους κατοίκους.

Τζουμερκα-Μελισσουργοι

Αφήστε ένα σχόλιο

    Share via
    Share via
    error:
    Send this to a friend