Μέτσοβο
Μία παραδοσιακή ορεινή κωμόπολη

Μέτσοβο

1024 514 Epirus Explorer

ΜΕΤΣΟΒΟ

Το Μέτσοβο βρίσκεται 50 χιλ. βορειοανατολικά των Ιωαννίνων και είναι έδρα του ομώνυμου Δήμου. Είναι κτισμένο αμφιθεατρικά και σε υψόμετρο 1.160μ στις πλαγιές ενός επικλινούς και απότομου τμήματος της Κεντρικής Πίνδου. Βρίσκεται δυτικά και ακριβώς απέναντι από τον αυχένα του Ζυγού ο οποίος από παλιά αποτελεί το όριο ανάμεσα στη Βόρεια Πίνδο (Ηπειρωτική ή Τυμφαία) και την Κεντρική Πίνδο (Αθαμανική) που συνεχίζει με τη Νότια Πίνδο (Δολοπική). Αλλά είναι και η «Πύλη εισόδου» από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία, και συνεπώς ένας σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος. Μεταξύ αυτών ορεινών τμημάτων τής Πίνδου, σχηματίζεται μια μεγάλη κοιλάδα μέχρι το χωριό Ανθοχώρι (πρ. Ντεβεντίστα) την οποία διασχίζει ο Μετσοβίτικος ποταμός και ο οποίος στη θέση «Μπαλντούμα», χύνεται στον ποταμό Άραχθο ο οποίος πηγάζει από τα Ζαγοροχώρια.

Το Μέτσοβο περιβάλλεται από ψηλά βουνά όπως: Περιστέρι (2294μ.), Μαυροβούνι (2160μ.), Ζυγός (1820μ.), Κατάρα (1689μ.), Καρακόλι (1491μ.), Χρυσοβίτσα (1559μ.), Τσούκα Ρόσσα ή Κοκκινόραχη (1985μ.) στα ΒΔ της τεχνητής Λίμνης Αώου κοντά στον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα (προσοχή: υπάρχει κι άλλη Τσούκα Ρόσσα 2377μ. στην οροσειρά της Τύμφης, στα σύνορα του Εθν. Δρυμού Βίκου-Αώου, δίπλα στην ψηλότερη κορυφή της την Γκαμήλα). Από αυτά τα βουνά πηγάζουν μεγάλα ποτάμια (Αώος, Αχελώος, Αλιάκμονας, Πηνειός, κ.ά.), ενώ στη χαράδρα ακριβώς από κάτω ρέει ο Μετσοβίτικος Ποταμός.

Κάντε κλικ στον παρακάτω χάρτη για να μπορείτε να τον περιστρέψετε και μην ξεχάσετε να κάνετε ζουμ για να απολαύσετε την πλήρη εμπειρία.

3d-mapper.com | The Gorilla Media

3d-mapper.com | The Gorilla Media

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ

Χρήσιμα Τηλέφωνα

Αστυνομία: 100
Τουριστική Αστυνομία (Πληροφορίες ΕΟΤ): 171
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
Συντονιστικό Κέντρο Αντιμετώπισης Δασικών Πυρκαγιών: 191
Τροχαία Μετσόβου: 26560 42062
Τροχαία Ιωαννίνων: +30 26510 26308
Τροχαία Γρεβενών: +30 24620 22100

Πως να πάτε στο Μέτσοβο:

Η πιο κοντινή μεγαλύτερη πόλη με αεροδρόμιο στο Μέτσοβο είναι τα Ιωάννινα. Από εκεί είναι μόνο μισή ώρα οδικώς μέσω της Εγνατίας οδού.

Από τη Θεσσαλονίκη, απέχει 220 χλμ. και πάλι μέσω της Εγνατίας οδού, θα χρειαστείτε περίπου 2μιση ώρες για να φτάσετε.

Ο περιηγητής Λήκ (Leake) θεωρεί τον Ζυγό ως το πιο αξιόλογο βουνό στην Ελλάδα και το σημείο όπου πηγάζουν τα μεγαλύτερα ποτάμια της. Ο ζωγράφος E. Lear, αναφέρει ότι είναι ο «γονιός» των σπουδαιότερων ποταμών της Ελλάδος, ρυθμίζει την επικοινωνία μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας, ενώ είναι εξίσου φημισμένος για τις διασυνδέσεις, τη γεωγραφική και πολιτική θέση, αλλά και για την γραφικότητά του.

Ο Μετσοβίτικος ποταμός γεννιέται από δύο πηγές που δημιουργούν δύο ρέματα που σμίγουν ακριβώς κάτω από το Μέτσοβο και λίγο πριν το Ανήλιο, δημιουργώντας τον Μετσοβίτικο. Από εκεί ο ποταμός κινείται αρχικά προς τα δυτικά και στη συνέχεια προς τα νοτιοδυτικά, όπου μετά από περίπου 25 χλμ. συναντάει τον Ζαγορίτικο ποταμό στη Μπαλντούμα και μαζί δημιουργούν τον μεγάλο ποταμό Άραχθο. Παλιότερα τα ορμητικά νερά του Μετσοβίτικου κινούσαν δέκα υδρόμυλους και πριονιστήρια.

Βόρεια από το Μέτσοβο και σε κοντινή απόσταση βρίσκεται το γραφικό οροπέδιο Πολιτσιά ή Πολιτσιές (Πολιτσουάρε) Από παλιά και μέχρι σήμερα στα πλούσια λιβάδια αυτής της τοποθεσίας κατά τους θερινούς μήνες βόσκουν αιγοπρόβατα, βοοειδή, εξημερωμένα ή ελεύθερα άλογα, όνοι και ημίονοι που αποτελούν πλούτο για τους Μετσοβίτες κτηνοτρόφους.

Το τοπωνύμιο πιθανώς να προέρχεται από τη λατινική λέξη Policia και να σχετίζεται με ρωμαϊκή στρατιωτική φρουρά που είχε εγκατασταθεί εκεί. Το οροπέδιο Πολιτσιά αποτελούσε την αγαπημένη εξοχική τοποθεσία των Μετσοβιτών και τα παλιά χρόνια, όπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης Αραβαντινός, οι πλούσιοι Μετσοβίτες απολάμβαναν το τοπίο μένοντας σε σκηνές. Σήμερα μεγάλο μέρος του οροπεδίου έχει καλυφθεί με νερό καθώς το 1987 η ΔΕΗ κατασκεύασε υδροηλεκτρικό φράγμα. Η τεχνητή λίμνη που σχηματίστηκε συγκεντρώνει τα νερά των πηγών του Αώου ποταµού και τα νερά που μαζεύονται στο οροπέδιο Πολιτσών.

Το έντονο ιστορικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό στοιχείο των Μετσοβιτών αντανακλάται στα πολιτιστικά δρώμενα του Μετσόβου. Οι δεκατέσσερις εκκλησίες που υπάρχουν μέσα στο Μέτσοβο και στην περιοχή δείχνουν τη βαθειά θρησκευτικότητα των κατοίκων. Οι θρησκευτικές γιορτές, αφιερωμένες στους Αγίους, γιορτάζονται με λαμπρότητα και είναι άρρηκτα ταυτισμένες με την παράδοση του τόπου. Τα θρησκευτικά πανηγύρια συγκεντρώνουν κόσμο από παντού.

Στις 20 Ιουλίου, γίνεται το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στη θέση Πολιτσιές του Μετσόβου.

Στις 25-26 Ιουλίου, είναι η γιορτή της πολιούχου του Μετσόβου Αγίας Παρασκευής. Γυναίκες και άνδρες ντυμένοι με μετσοβίτικες ενδυμασίες χορεύουν και τραγουδούν βλάχικα τραγούδια, συνεχίζοντας τα ήθη και έθιμα της κοινωνίας του Μετσόβου.

Στις 24-26 Ιουλίου πραγματοποιείται στο δημοτικό διαμέρισμα Ανηλίου τα «Ανηλιώτικα», εκδηλώσεις με αφορμή τη γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν πολύωρα βραδινά γλέντια με δημοτικά ή λαϊκά συγκροτήματα, καθώς και παρουσίαση παραδοσιακού χορευτικού προγράμματος από τον χορευτικό σύλλογο του χωριού. Στις 25 Ιουλίου διοργανώνεται επιπλέον «Βραδιά Κτηνοτρόφων» που περιλαμβάνει παρουσίαση και βράβευση των καλύτερων ζώων του χωριού.

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου  πραγματοποιείται ο λεγόμενος «Πίχτειος Περίπατος» ο οποίος περιλαμβάνει διανυκτέρευση στη Θέση Λάκος στο όρος Μαυροβούνι σε υψόμετρο 2000 μ. με χορούς, τραγούδια και μεγάλες φωτιές. Την Κυριακή το πρωί πραγματοποιείται περίπατος τριών ωρών μέχρι τη θέση «Αυτιά Φλέγγα» για την απόλαυση του εκπληκτικού ηλιοβασιλέματος με φόντο τον Εθνικό Δρυμό Βάλια Κάλντα.

Στις  15 Αυγούστου στη γιορτή της Παναγίας γίνονται στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου χοροί με δημοτικά τραγούδια  με ελεύθερη συμμετοχή των κατοίκων και των επισκεπτών.

Από το 2013 έχει καθιερωθεί το Ursa Trail, μια διοργάνωση ορεινού τρεξίματος που αποτελεί μια ευκαιρία άνθρωποι από κάθε μέρος να γνωρίσουν με τον καλύτερο τρόπο τη φύση της περιοχής του Μετσόβου και να βιώσουν την ομορφιά των ορεινών διαδρομών και να έρθουν σε επαφή με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Εμπνευστής της ιδέας και διοργάνωσης είναι ο Νίκος Καλοφύρης κάτοικος Μετσόβου και αθλητής ο ίδιος με επιδόσεις , συμμετοχές και διακρίσεις στο ενεργητικό του.

Τα μονοπάτια περνούν μέσα στο βιότοπο της καφέ αρκούδας σε μια παρθένα φύση εκπληκτικής ομορφιάς. Είναι μια διοργάνωση που συγκεντρώνει αθλητές με υψηλές επιδόσεις απ΄ όλο τον κόσμο. Το 2018 και για πρώτη φορά η προσθήκη του Ultra Ursa Trail των 100K, μια απαιτητική διαδρομή, είχε επιτυχία. Το 2019 στο Ursa Trail, προστέθηκαν αγωνιστικές διαδρομές, και νέα μονοπάτια και επιπλέον ο αγώνας των 11 Km με μικρή υψομετρική διαφορά έδωσε την ευκαιρία σε νέους και παλαιότερους αθλητές να απολαύσουν μια λιγότερο κουραστική διαδρομή.

Κάντε κλικ στις παρακάτω εικόνες για να τις δείτε σε πλήρη οθόνη.

Κάντε κλικ στις παρακάτω εικόνες για να τις δείτε σε πλήρη οθόνη.

ΤΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ

Οι αμπελώνες του Μετσόβου βρίσκονται στην τοποθεσία Γινιέτς, που στη βλάχικη τοπική διάλεκτο σημαίνει αμπελότοπος. Σκαρφαλωμένοι στις πλαγιές της Πίνδου είναι οι πιο ορεινοί αμπελώνες της Ελλάδας σε υψόμετρο 950-1050 μέτρα. Το εγχείρημα της αναμπέλωσης ξεκίνησε κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1950 .

Τα αμπέλια του Μετσόβου βρίσκονται μέσα στο βιότοπο της καφέ αρκούδας, η οποία ζει στις πλαγιές της Πίνδου και η οποία βέβαια επισκέπτεται τα αμπέλια δοκιμάζοντας τα σταφύλια της αρεσκείας της. Πολλές φορές οι άνθρωποι που εργάζονται στους αμπελώνες έχουν βρει αποτυπώματα από αρκούδες και αρκουδάκια δίπλα στα κλήματα. Άλλωστε κάθε χρόνο στο Μέτσοβο διοργανώνεται ο καθιερωμένος ορεινός μαραθώνιος αγώνας δρόμου «Ursa Trail- Στα χνάρια της αρκούδας» που ακολουθεί τα πατήματά της. Πάντως το Κατώγι Αβέρωφ την τίμησε δεόντως δίνοντας το όνομά της σε μία περιορισμένη παραγωγή φιαλών τη συλλεκτική ετικέτα με τη βλάχικη ονομασία «Mare Ursa» (Μεγάλη Αρκούδα).

Το οινοποιείο Κατώγι Αβέρωφ είναι εναρμονισμένο με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Μετσόβου, ενώ οι εσωτερικοί χώροι με τις εικαστικές παρεμβάσεις δημιουργούν ένα μοναδικό θέαμα. Πλάι στο οινοποιείο βρίσκεται και το ομώνυμο ξενοδοχείο που προσφέρει μία ολοκληρωμένη εμπειρία φιλοξενίας.

Η περιήγηση στο οινοποιείο αξίζει οπωσδήποτε επειδή ο επισκέπτης περιηγείται αρχικά στο χώρο του « Μουσείου», όπου υπάρχουν τα συγγράμματα του Αβέρωφ, μετάλλια, προσωπικά του αντικείμενα, καθώς και το πρώτο σχέδιο για την ετικέτα του πρώτου του κρασιού «Κατώγι». Ακολουθεί η διαδρομή στους υπόγειους χώρους του οινοποιείου η οποία είναι μια εμπειρία οπτικοακουστικών μέσων ανάμεσα στα βαρέλια και τις φιάλες.

Το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης εγκαινιάστηκε στις 27 Αυγούστου του 1988 από τον ιδρυτή του, Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα, ο οποίος είχε θελήσει από καιρό να δημιουργήσει ένα μικρό αλλά εξαιρετικό μουσείο στον τόπο καταγωγής του. Σε μόνιμη έκθεση υπάρχουν αντιπροσωπευτικά έργα των σημαντικότερων Ελλήνων ζωγράφων, χαρακτών και γλυπτών του 19ου και του 20ού αιώνα, όπως των Γύζη, Λύτρα, Βολανάκη, Ιακωβίδη, Παρθένη, Μαλέα, Γαλάνη, Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Μόραλη, Τέτση και πολλών ακόμα. Η Συλλογή έργων τέχνης του μουσείου θεωρείται μια από τις πληρέστερες και σημαντικότερες αυτής της περιόδου.

Εκτός από τη μόνιμη έκθεση, το Μουσείο διοργανώνει προσωρινές, θεματικές, αναδρομικές, ομαδικές και άλλες εκθέσεις ειδικού ενδιαφέροντος με έργα τέχνης που επιλέγονται από άλλα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

Βασικός κορμός της Συλλογής είναι τα 200 έργα Ελλήνων καλλιτεχνών 19ου και 20ού αιώνα που συνέλεξε ο ιδρυτής και δώρισε στο Ίδρυμα, μαζί με το σύγχρονο τριώροφο κτίριο που έκτισε ειδικά για να στεγάσει τη Συλλογή του. Το γεγονός ότι η Συλλογή δημιουργήθηκε εξαρχής με σκοπό την ίδρυση Πινακοθήκης καθορίζει ως ένα βαθμό και το μουσειακό χαρακτήρα της.

Είναι ένα απ’ τα πρώτα έργα του Ιδρύματος Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα στο Μέτσοβο και λειτουργεί από το 1955. Στεγάζεται στο ανοικοδομημένο Αρχοντικό Τοσίτσα, το πατρογονικό της γνωστής οικογένειας ευεργετών, που κτίστηκε αρχικά το 1661.

Η περιήγηση στους χώρους του μουσείου ζωντανεύει την ατμόσφαιρα περασμένων αιώνων και δείχνει στον επισκέπτη τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας ενός μετσοβίτικου αρχοντικού. Με τη φιλοσοφία του «ανοιχτού μουσείου», πολύτιμα αντικείμενα και πλούσιες συλλογές αναδεικνύονται στο φυσικό τους χώρο, μέσα στις αίθουσες, τους στάβλους, τις αποθήκες και τα μεγάλα σαλόνια του παλιού αρχοντικού.

Τα εκθέματα περιλαμβάνουν ό,τι θα μπορούσε να υπάρχει σ’ ένα αρχοντικό την εποχή της μεγάλης οικονομικής ακμής του Μετσόβου αλλά και αντικείμενα που αποτελούν για το έθνος ιστορική μνήμη: Συλλογές όπλων και σπαθιών από τον αγώνα του 1821, χάλκινα και ξύλινα σκεύη μαγειρικής, κοσμήματα, ενδυμασίες, διακοσμητικά πιάτα και ασημικά, χρυσοκέντητες σέλες, σεντούκια, αγροτικά εργαλεία, αργαλειοί και περίτεχνα υφαντά. Στο μουσείο εκτίθεται επίσης μια σημαντική συλλογή 66 εικόνων που χρονολογούνται από τον 15ο ως τις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και συλλογή αντικειμένων βυζαντινής μεταλλοτεχνίας που καλύπτουν μια χρονική περίοδο από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια έως την υστεροβυζαντινή εποχή. Το 1991 άνοιξε στον τρίτο όροφο το διαμέρισμα του Ευάγγελου Αβέρωφ, με προσωπικά είδη και φωτογραφίες από τη ζωή του.

To λαογραφικό μουσείο Τσανάκα στεγάζεται στο παλαιό πέτρινο αρχοντικό οίκημα της οικογένειας Βενέτη στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου (Γρηγορίου Τσανάκα 1) και είναι μουσείο μετσοβίτικης – βλάχικης τέχνης του Μετσόβου. H αποπεράτωση των εργασιών αναστήλωσης και η επιμέλεια του Μουσείου ανατέθηκε στο Χορευτικό Σύλλογο Μετσόβου το Φεβρουάριο του 2013.

Στα εκθέματα του μουσείου περιλαμβάνονται αντικείμενα των οικογενειών Βενέτη και Τσανάκα καθώς και πολλών οικογενειών του Μετσόβου. Υπάρχουν επίσης δύο εκθεσιακοί χώροι με συλλογή παλιών υφαντών, μαξιλαριών και κεντημάτων του 19ου αιώνα, όπως και ο χώρος επεξεργασίας του μαλλιού μέχρι το στάδιο της κατασκευής των υφαντών-μαξιλαριών και μάλλινων ενδυμάτων.

Ο κεντρικός δρόμος της πλατείας Μετσόβου οδηγεί στον Αβερώφειο Κήπο. Είναι μια όμορφη τοποθεσία με δέντρα και φυτά. Στο κέντρο βρίσκεται το αναστηλωμένο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί το 1840 ο Γεώργιος Αβέρωφ, πριν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ζήτησε τη βοήθεια του Αγίου. Από τότε δεν ξαναγύρισε ποτέ, αλλά έστειλε χρήματα για την επισκευή της παλιάς εκκλησίας και τη δημιουργία ενός κήπου με δέντρα της Πίνδου.

Σε σχετικά μικρή απόσταση από το Μέτσοβο στις όχθες του ποταμού Άραχθου βρίσκεται ο νερόμυλος του Γκίνα. Είναι ένας από τους γνωστότερους νερόμυλους της περιοχής ενώ η σύνδεσή του με το Μέτσοβο και με το παρακείμενο μοναστήρι της κοιμήσεως της Θεοτόκου γίνεται με ένα γραφικό λιθόστρωτο καλντερίμι. Ο συγκεκριμένος μύλος για πολλές δεκαετίες χρησιμοποιούσε τη δύναμη των άφθονων νερών του ποταμού μετατρέποντάς την σε μηχανική ενέργεια για το άλεσμα των δημητριακών τις ευρύτερης περιοχής. Έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, στο Aνθοχώρι Μετσόβου έγινε με σκοπό να προβάλλει τη σημασία της υδροκίνησης ,τις τεχνικές εκμετάλλευσης και αξιοποίησης της δύναμης του νερού, τεκμηριώνοντας τη μακροπρόθεσμη πορεία των παραδοσιακών κοινωνιών στην προβιομηχανική περίοδο. Στο υπαίθριο μουσείο υπάρχουν παλιοί ανακατασκευασμένοι νερόμυλοι, νεροτριβές και μαντάνια.

Η περιοχή βρίσκεται σε σημείο με υπέροχη θέα. Στο συγκρότημα δεν υπάρχει αναψυκτήριο όπως αναφέρεται στις πληροφορίες για το συγκεκριμένο χώρο. Η επίσκεψη έγινε στις 18/0/2018.

Κοντά στο Μέτσοβο και σε υψόμετρο 1340μ στις βόρειες πλαγιές του Ζυγού, στο οροπέδιο Πολιτσές ή Πολιτσιές , βρίσκεται η ορεινή τεχνητή λίμνη των πηγών του Αώου μέσα σε ένα ειδυλλιακό τοπίο με πλούσια βοσκοτόπια, περιτριγυρισμένα από ψηλά βουνά με πυκνά δάση από έλατα, οξιές, μαυρόπευκα και ρόμπολα. Το υψόμετρό της την κατατάσσει ως την πιο ορεινή μεγάλη λίμνη της Ελλάδας. Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο Εθνικά Πάρκα, της Βάλια Κάλντα και του Βίκου-Αώου. Στα βόρεια υψώνονται το Μαυροβούνι, η Φλέγκα και η Τσούκα Ρόσα ενώ προς τα νότια απλώνονται οι λόφοι και τα δάση γύρω από τη Χρυσοβίτσα και το Μέτσοβο. Η ακτογραμμή της λίμνης είναι μεγάλη και δαντελωτή με όμορφα δασωμένα μικρά φιόρδ και πολλά νησάκια να σχηματίζονται στο εσωτερικό της.

Η λίμνη κατασκευάστηκε το 1987 στο οροπέδιο Πολιτσές με στόχο τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, συγκεντρώνοντας τα νερά των πηγών του ποταμού Αώου, καθώς και τις απορροές από το οροπέδιο Πολιτσών, χωρίς όμως πρόβλεψη οικολογικής παροχής. Ο ταµιευτήρας αναπτύσσεται στην περιοχή του οροπεδίου των Πολιτσών.

Η λίμνη προσφέρεται για ερασιτεχνικό ψάρεμα κατόπιν ειδικής άδειας, και τήρηση των κανονισμών, ή για κολύμπι, αν και τα νερά είναι παγωμένα λόγω υψομέτρου. Επίσης προσφέρεται για μια υπέροχη κυκλική βόλτα στον παραλίμνιο δρόμο με αυτοκίνητο, ποδήλατο ή άλογα.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ

Βρίσκεται στην κεντρική πλατεία στο Μέτσοβο και είναι τρίκλιτη τρισυπόστατη βασιλική Είναι ο καθεδρικός ναός της ορεινής κωμόπολης. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς κτίστηκε, αλλά πρώτη αναφορά του ναού γίνεται το 1511 και κατόπι κατά τις διαδοχικές ανακαινίσεις του, το 1759 με άδεια του σουλτάνου, το 1894 με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ και το 1959 από το Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα με πρωτοβουλία και επιμέλεια του Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα. Στο εσωτερικό αξίζει ο επισκέπτης να προσέξει ιδιαίτερα το θαυμάσιο τέμπλο φιλοτεχνημένο από Μετσοβίτες ξυλογλύπτες το 1730, καθώς και τον διπλό άμβωνα που είναι σπάνιο για ορθόδοξες εκκλησίες. Ο πρώτος για την ανάγνωση του Ευαγγελίου και ο δεύτερος για την ανάγνωση του Αποστόλου και το κήρυγμα. Πολύτιμα κειμήλια της εκκλησίας είναι και τα ψηφιδωτά, τα οποία είναι αντίγραφα των ψηφιδωτών της Γάλλας Πλακίδιας της Ραβέννας (5ος αι. μ.Χ.).

Στο ναό της Αγίας Παρασκευής συνέβησαν ιστορικά γεγονότα, που σημάδεψαν την ιστορία του Μετσόβου. Εδώ κηδεύτηκε ο οπλαρχηγός Καπετάν Στυλιανός Κλειδής κι΄εδώ εκκλησιάζονταν όλοι οι επίσημοι επισκέπτες του Μετσόβου.

Στον προαύλιο χώρο εντυπωσιάζει το καμπαναριό με το ρολόι του 1925. Έχει 25μ. ύψος και χτίστηκε στο διάστημα 1880-1885 με 700 λίρες που έστειλε από την Αλεξάνδρεια ο Γ. Αβέρωφ μαζί με τα σχέδια.

Στη συνεχόμενη μετά τον προαύλιο χώρο πλατεία το «Κουλτούκι» γίνεται κάθε χρόνο στις 26 Ιουλίου η γιορτή της Αγίας Παρασκευής και ο γραφικός χορός των γυναικών του Μετσόβου ντυμένων με τις χρυσοποίκιλτες και πολύχρωμες φορεσιές τους. (Παρένθεση: Στο «Κουλτούκι» καθόταν μόνον οι άρχοντες του Μετσόβου και όχι μόνον απαγορευόταν να μπουν άνθρωποι της δεύτερης τάξης σ’ εκείνη την πλατεία, αλλά και να περάσουν ακόμα απ’ τον διπλανό δρόμο (https://www.vlahoi.net).

Βρίσκεται στο κέντρο του Αβερώφειου Πάρκου. Ο πρώτος ναός ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αι. Στη σημερινή του μορφή σώζεται από το πρώτο μισό του 18ου αι. Επιγραφή στην ποδιά της φορητής εικόνας του δρακοκτόνου Αγίου Γεωργίου αναφέρει ως ημερομηνία ίδρυσης του ναού το έτος 1747. Η ίδια εικόνα χρονολογείται το 1751 κι είναι έργο του Μετσοβίτη αγιογράφου Στέργιου του Παπαγιάννη. Είναι τρίκλιτη βασιλική στεγασμένη με πλάκα.

Ο ναός ανακαινίστηκε το 1850 με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ. Ο ίδιος ο Ευεργέτης συνδέονταν ιδιαίτερα με το χώρο. Σ’ αυτό το σημείο, όπου ήταν παλιά ο ναΐσκος του Αγίου Γεωργίου, αποχαιρέτησε τη μητέρα του όταν ξενιτεύτηκε και επικαλέστηκε τη βοήθεια του Αγίου κάνοντας τάμα ανταπόδοσης. Ο Γεώργιος Αβέρωφ, δέκα χρόνια μετά, επιτυχημένος πλέον έμπορος, τήρησε την υπόσχεσή του να καλύψει τις δαπάνες για την επισκευή του ναού και τη δημιουργία του πάρκου. Έστειλε μάλιστα κηπουρό από την Αλεξάνδρεια, όπου ήταν εγκαταστημένος, για τη διαμόρφωση του κήπου ο οποίος από τα μέσα του 19ου αι. είναι γνωστός ως Αβερώφειος Κήπος. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, το 1964, με δαπάνη του Ιδρύματος Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα έγιναν εργασίες συντήρησης στο ναό. Το 2002 ο ναός συντηρήθηκε κι αποκαταστάθηκε συνολικά με προσωπική δαπάνη του Γιάννη Μιχαήλ Αβέρωφ. Ο τελευταίος, είναι τρισέγγονος του Αυγερινού Αβέρωφ μεγαλύτερου αδερφού του Μεγάλου Εθνικού Ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, και διετέλεσε δήμαρχος Μετσόβου, βουλευτής Ιωαννίνων κι ευρωβουλευτής. Είναι ο ιδρυτής κι ισόβιος πρόεδρος του Ιδρύματος ΕΓΝΑΤΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ.

Βρίσκεται στην Κάτω Μεριά (Κάτω Μαχαλάς, γκιόσανι) και είναι ο δεύτερος ενοριακός ναός στο Μέτσοβο και από τις πιο παλιές εκκλησίες, αφού, όπως λέγεται, από εδώ ξεκίνησε η κατοίκηση. Είναι άγνωστο πότε χτίστηκε η αρχική εκκλησία . Καταστράφηκε αρκετές φορές από σεισμούς και ανοικοδομήθηκε εξ ολοκλήρου το 1818 και μάλιστα με εντολή του Αλή Πασά. Η θετική στάση του Αλή οφείλεται στην παροχή βοήθειας από τους Μετσοβίτες προς τον ίδιο να διαβεί χωρίς προβλήματα κατά τη χειμερινή περίοδο την διάβαση του αυχένα του Ζυγού. Και εδώ, όπως και στην Αγία Παρασκευή, υπάρχουν δύο άμβωνες, αριθμός σπάνιος για ορθόδοξη εκκλησία, καθώς επίσης και άλλα αξιόλογα κειμήλια. Ο ναός επισκευάστηκε για τελευταία φορά το 1908.

Ο Ναός των Αγίων Πάντων βρίσκεται στο βόρειο μέρος του Μετσόβου. Είναι άγνωστη η ημερομηνία της ίδρυσης και ανοικοδόμησής του. Σύμφωνα με ιστορικές πληροφορίες κάηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1848 και ξανακτίστηκε το 1850 με δαπάνη του μεγάλου Εθνικού Ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ. Οι αγιογραφίες του ναού και οι φορητές εικόνες του τέμπλου είναι έργα τέχνης.

Μικρή αλλά εντυπωσιακή εκκλησία στην είσοδο του Μετσόβου. η αρχική ημερομηνία κτίσεως του ναού παραμένει άγνωστη. Ανακαινίστηκε το 1891 με δαπάνη του Γ. Αβέρωφ. Την ίδια χρονιά χτίστηκε και το κωδωνοστάσιο που βρίσκεται πάνω από την κεντρική είσοδο του ναού.

Βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Μετσόβου στη συνοικία «γκιόσανι» δηλαδή «κάτω γειτονιά». Είναι τρίκλιτη βασιλική μεγάλων διαστάσεων, η οποία ανακαινίστηκε το 1834 από τον Μετσοβίτη Ιωάννη Τσανάκα και στη συνέχεια, το 1850 με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ, καθώς και το 1964 με δαπάνη του ιδρύματος Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα. Στην ανατολική πλευρά του ναού εξέχουν τρεις πολυεδρικές αψίδες και στη νότια πλευρά υπάρχει νεότερο χαγιάτι. Στη δυτική πλευρά έχει προστεθεί ένα ωραίο καμπαναριό. Εσωτερικά ο ναός είναι διακοσμημένος μερικώς με τοιχογραφικό διάκοσμο. Στο εσωτερικό έχει ένα υπέροχο ζωγραφιστό ταβάνι, τοιχογραφίες και αξιόλογα ξυλόγλυπτα (τέμπλο, σκαλιστό κιβώριο της Αγ. Τράπεζας, δεσποτικό θρόνο, μεγάλο άμβωνα).

Στην ομώνυμη περιοχή στην αρχή του παλιού δρόμου Μετσόβου-Ιωαννίνων. Τα θεμέλια έπεσαν στις 21 Αυγούστου 1871 με δαπάνη του ευεργέτη Ανδρέα Φαρδή, ενώ τα εγκαίνια έγιναν το 1873. Επίσης έχουν γίνει και δύο ανακαινίσεις (1907, 1975) η πρώτη με έξοδα του Ι. Δασούλα, εγκατεστημένου στη Νέα Υόρκη. Η τελευταία ανακαίνιση και συντήρηση του ναού έγινε το 1975.

Ο Ναός των Αγίων Αναργύρων βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Μετσόβου. Πρόκειται για ένα ναό που κτίστηκε αρχικά το 1879 με δαπάνη του Μετσοβίτη ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ. Ο ναός κατεδαφίστηκε το 1980 και στη θέση του αναγέρθηκε το Γυμνάσιο Μετσόβου. Σύντομα ο σημερινός ομώνυμος ναός αναγέρθηκε σε άλλο χώρο. Η καινούρια εκκλησία εγκαινιάστηκε από το Μητροπολίτη Ιωαννίνων Θεόκλητο την 1η Νοεμβρίου 1984.

Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος του Μετσόβου. Πολύ παλιά εκκλησία αλλά πέρασε από ριζική ανακαίνιση το 1895 με έξοδα του Γ. Αβέρωφ.

Bρίσκεται στην νότια είσοδο του οροπεδίου «Πολιτσές», στη βόρεια πλευρά του Μετσόβου στο δρόμο για Καλαμπάκα. Η ημερομηνία οικοδόμησης του αρχικού ναού παραμένει άγνωστη. Από αναφορές είναι γνωστό πως το 1861 ο ναός ανακαινίστηκε με δαπάνη του ευρισκόμενου στο Κάϊρο της Αιγύπτου Παναγιώτη Τζιουκά. Το 1912 πυρπολήθηκε και ξανακτίστηκε με δαπάνη της κοινότητας Μετσόβου και την συνδρομή κατοίκων. Η τελευταία ανακαίνιση του ναού έγινε το 1956. Ο ναός συνδέεται ιστορικά με την απελευθέρωση του Μετσόβου από τον Τουρκικό ζυγό αφού εκεί σκοτώθηκε ο Στυλιανός Κλειδής αρχηγός του σώματος των Κρητών εθελοντών προσκόπων στη μάχη του Προφήτη Ηλία στις 10 Νοεμβρίου 1912.

Βρίσκεται στις ανατολικές υπώρειες του Ζυγού και την αντίστοιχη αλλοτινή είσοδο στον οικισμό του Μετσόβου. Θεωρείται από μία από τις παλαιότερες εκκλησίες του Μετσόβου. Το ιερό βήμα και τον γυναικωνίτη του παλιού ναού ιστόρησε το 1743 και το 1748 αντίστοιχα ο περίφημος Μετσοβίτης αγιογράφος Στέργιος Παπαγιάννης, το δε εξαιρετικής τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτο τέμπλο τα παιδιά του Στέργιου Βαρδάκα το 1744. Οι θαυμάσιες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας φέρουν την υπογραφή του Μετσοβίτη αγιογράφου Γεωργίου Χρυσολωρά. Σύμφωνα με μία παράδοση ο ναός ανοικοδομήθηκε εξ ολοκλήρου το 1818 με άδεια του Αλή Πασά. Το σημερινό τέμπλο του ναού είναι έργο του Γιάννη Γκιώνη.

Εδώ το Μάρτιο του 1854 ο Θεόδωρος Γρίβας με τους αντάρτες του έδωσαν τη μάταιη 24ωρη μάχη κατά των Τούρκων στην προσπάθειά τους να κρατήσουν το Μέτσοβο, που είχαν καταλάβει λίγο πριν. Κοντά στην εκκλησία βρίσκονται τρεις βρύσες: η βρύση του Αγ. Αθανασίου κοντά στους αμπελώνες, η μονόκρουνη βρύση Σιάφα κοντά στο παλιό τούρκικο νεκροταφείο και η βρύση Μποϊάνου.

Η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται στις ανατολικές παρυφές του Μετσόβου στην άνω κοιλάδα του Μετσοβίτικου. Χτίστηκε το 1754. Το κτιριακό συγκρότημα αποτελείται από διώροφα κελιά, ξενώνες, πλακοστρωμένες αυλές. Το καθολικό της μονής είναι κατάγραφο με τοιχογραφικό διάκοσμο σε διαζώματα, τέμπλο και εικόνες του 17ου αιώνα. Το καμπαναριό του από το μέσο της οικοδομής και πάνω είναι ξύλινο. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση η καμπάνα του κατασκευάστηκε στα Γιάννενα το 1870. Η μονή αυτή, όπως και του Αγ. Νικολάου, λόγω της θέσης της δίπλα στο ποτάμι, υπήρξε πάντα ένας ευχάριστος σταθμός για τους ταξιδιώτες που ακολουθούσαν το δρόμο Ιωάννινα-Καλαμπάκα μέσω Ζυγού. Αλλά το 1958 εγκαταλείφθηκε κι έμεινε έρημη μέχρι το 1977 που ήρθε η φιλόλογος μοναχή Θέκλα και της έδωσε πάλι ζωή. Στο εσωτερικό του καθολικού, εκτός από τις τοιχογραφίες του 1754, υπάρχει ένα ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο φτιαγμένο σε δυο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Εκτός από τον ασφαλτόδρομο η πρόσβαση γίνεται και με μια πολύ ωραία πεζοπορική διαδρομή, ακολουθώντας το ίδιο λιθόστρωτο που κατεβαίνει στο Νερόμυλο Γκίνα.

Το μοναστήρι πανηγυρίζει κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου και είναι επισκέψιμο σε όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά σε συγκεκριμένα ωράρια.

Βρίσκεται νοτιοδυτικά του Μετσόβου, στην κοιλάδα του Μετσοβίτικου ποταμού. Η μονή έχει μια μεγάλη ιστορία , αν και δεν ξέρουμε πότε ακριβώς χτίστηκε. Πάντως πρέπει να είναι από τα πιο παλιά μοναστήρια της περιοχής, αφού αναφέρεται σε βυζαντινό χρυσόβουλο του 1332 , ενώ στα 1380 αναφέρεται σαν πιθανός ηγούμενός της και ο ηγούμενος του Μετσόβου Ησαΐας. ο οποίος τυφλώθηκε από τον Δεσπότη Θωμά Πρελούμποβιτς. Ο ηγούμενος Ησαΐας ήταν απεσταλμένος από την Κωνσταντινούπολη και ήταν ο «πρεσβευτής» της θρησκείας, της ελληνικής γλώσσας και γενικά του Βυζαντινού πνεύματος στην Ήπειρο, στη θέση κλειδί του Ζυγού του Μετσόβου.

Αναφορά γίνεται πάλι αργότερα σε έγγραφο του 1650 που αναφέρει ότι η μονή συμμετείχε στα έξοδα λειτουργίας του τότε σχολείου του Μετσόβου

Η Μονή ήταν ένα πλούσιο θρησκευτικό κέντρο της περιοχής του Μετσόβου και, καθώς βρισκόταν σε κομβικό σημείο, πάνω στο ορεινό πέρασμα του Ζυγού, ήταν σταθμός για τα εμπόρους και τους ταξιδιώτες που περνούσαν από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία. Τη σπουδαιότητά της αναφέρει και ο Άγγλος περιηγητής Leake το 1805. Η Μονή του Αγίου Νικολάου ανακαινίσθηκε αρχικά γύρω στα 1700.

Στη μεγάλη ακμή της η μονή υπήρξε από τις πιο σημαντικές και πιο γνωστές της περιοχής αλλά και πολύ πλούσια με πολλά χωράφια, αμπέλια, μύλους και νεροτριβές. Η παρακμή άρχισε λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) και ολοκληρώθηκε όταν η Μητρόπολη Ιωαννίνων πούλησε αρκετά κτήματά της, οπότε οι μοναχοί, χωρίς έσοδα πια, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν οριστικά (1925). Έμεινε έρημη μέχρι το 1960 που το Ίδρυμα Μιχαήλ Τοσίτσα ανέλαβε να κάνει καινούρια ανακαίνιση με τη φροντίδα του Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσα.

Το καθολικό του μοναστηριού είναι καμαροσκέπαστο. Οι τοιχογραφίες εσωτερικά διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση και χρονολογούνται το 1702 και είναι έργο του ζωγράφου Ευσταθίου, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει αριστερά της τοξωτής εισόδου στη νότια πλευρά του ναού.  Στο νάρθηκα του Καθολικού φιλοξενείται συλλογή εικόνων. Σημαντικότερη είναι η εικόνα του Αγίου Νικολάου, έργο του 1698. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μονής είναι το καμπαναριό από ξύλο, υλικό που αφθονεί στην περιοχή.

Το μοναστήρι περιβάλλεται από στάβλους, αποθήκες κελιά και άλλα βοηθητικά κτίσματα που διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση. Στην είσοδο του καθολικού υπάρχουν οι αλυσίδες και οι λαιμαριές όπου έδεναν παλιότερα τους ψυχοπαθείς που έρχονταν εδώ για θεραπεία.

Είναι όχι μόνον ένας όμορφος και γαλήνιος τόπος αλλά και ένα ζωντανό μνημείο αμπελουργίας και οινοποιίας. Γύρω του απλώνονται αμπελώνες ενώ στα κελάρια του διατηρείται ένα τεράστιο βαρέλι κρασιού (καρούτα) που χωρά περίπου 27 τόνους!

Σε επαφή με την εξωτερική πλευρά του ναού έχει διαμορφωθεί παρεκκλήσι, αφιερωμένο στο νεομάρτυρα Άγιο Νικόλαο τον εκ Μετσόβου, ο οποίος μαρτύρησε το 1659.

Η μονή έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο.

Το παρεκκλήσι του Νεομάρτυρα Νικολάου «του εκ Μετσόβου», βρίσκεται προσκολλημένο στη νοτιοανατολική πλευρά του προστώου του καθολικού της μονής του Αγίου Νικολάου και ιδρύθηκε το 1800. Ο Νεομάρτυρας Νικόλαος γεννήθηκε στο Μέτσοβο στα τέλη του 16ου αιώνα. Το κοσμικό του όνομα, πριν το μαρτύριό του, ήταν Νικόλαος Μπασδάνης. Μαρτύρησε στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων όπου τον έκαψαν ζωντανό. Ο Νικόλαος κατατάχτηκε ως μάρτυρας στη συνείδηση των χριστιανών νωρίς. Το 1988 κατατάχτηκε επίσημα στο Ορθόδοξο Εορτολόγιο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Η Μονή Ζωοδόχου Πηγής είναι κτισμένη κοντά στο Ανθοχώρι Μετσόβου στη θέση Κόκκινο Λιθάρι. Οι ντόπιοι την αποκαλούν Μονή της Κόκκινης Πέτρας (Κιάτρα Ρόσια στα βλάχικα), λόγω των απόκρημνων θεόρατων κόκκινων βράχων στα ανατολικά της, όπου παλιότερα υπήρχαν ασκηταριά.

Πιθανολογείται ότι ιδρύθηκε τον 17ο αιώνα και το 1732 ανακαινίσθηκε από τον Στέργιο Ντάφο, όπως αναγράφεται στην κτητορική επιγραφή. Λόγω της θέσης της κοντά στον κεντρικό οδικό άξονα αποτελούσε σταθμό για τα καραβάνια που ταξίδευαν από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία και τα Βαλκάνια. Το 1820 καταστράφηκε από οθωμανικά στρατεύματα που κινούνταν προς τα Ιωάννινα εναντίον του Αλή Πασά, και οι μοναχοί της σφαγιάστηκαν. Εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1927.

Σήμερα η μονή είναι πλήρως ανακαινισμένη και στις δύο πλευρές υπάρχει ένα γωνιακό συγκρότημα με βοηθητικούς χώρους και κελιά. Στο κέντρο βρίσκεται το καθολικό, κτισμένο με πέτρα και στεγασμένο με σχιστόπλακες. Η αρχιτεκτονική του ναού παραπέμπει στον αγιορείτικο τύπο ( σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο).

Αξιόλογο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο που κατασκευάστηκε αρχικά τον 17ο αιώνα. Όσα τμήματά του διασώθηκαν από την πυρκαγιά του 1840 έχουν ενσωματωθεί στο νέο, του 19ου αιώνα.

Το βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοβίτσας βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό Χρυσοβίτσα και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Παναγίας. Το καθολικό της Μονής είναι διατηρητέο μνημείο. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι το ίδιο το χωριό πήρε το όνομά του από την εικόνα της Παναγίας, η οποία σύμφωνα- πάντοτε με την προφορική παράδοση- περιπλανήθηκε διαδοχικά από την πρώτη εκκλησία της Χρυσοβίτζης στην Επαρχία Τριχωνίδας όπου η εικόνα βρέθηκε το 533 μ. Χ. ,σε διάφορα σημεία θρησκευτικά για να καταλήξει στο χωριό Χρυσοβίτσα. Η μονή, ήταν πλούσια και μεικτή με μοναχούς και μοναχές.

Στον κυρίως ναό υπάρχουν, ξυλόγλυπτος άμβωνας, ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος και ξυλόγλυπτο τέμπλο. Οι θησαυροί της Μονής είναι πολλοί με κυριότερους την εικόνα της Παναγίας με το ασημένιο επικάλυμμα, τρίπτυχα, ασημένια Ιερά σκεύη, Ευαγγέλια και εικόνες.

Back to top
View from Metsovo

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορία του Μετσόβου ξεκινάει από τα αρχαία χρόνια. Ο οικισμός εικάζεται ότι χτίστηκε στα ερείπια της Αρχαίας Παρωραίας, χώρας των Αιθίκων ή της αρχαίας πόλης Κίτιον, χώρας των Τυμφαίων. Άλλωστε από τη δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. αναφέρεται ότι κατοικούσαν στην περιοχή του Μετσόβου λαοί ποιμενικοί που μιλούσαν ελληνικά, όπως οι Αίθικες και ίσως οι Τυμφαίοι.

Η έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων, λόγω του ότι δεν έγιναν ποτέ ανασκαφές, κάνει αδύνατη την επισήμανση των θέσεων. Οι ελληνικές και ρωμαϊκές εγκαταστάσεις που ανακαλύφτηκαν στην Κουτσούφλιανη, στις Πολιτσές και στο Βοτονόσι αποδεικνύουν ότι ανέκαθεν περνούσε από την περιοχή η κύρια διάβαση από τα δυτικά προς τα ανατολικά της Πίνδου, εξαιρετικής στρατηγικής και εμπορικής σημασίας. Επιπλέον, τα διάφορα τοπωνύμια ρωμαϊκής προέλευσης επιβεβαιώνουν τη ρωμαϊκή παρουσία στην περιοχή, από το 167 έως το 250 μ.Χ.

Την αξία της στρατηγικής θέσης του Μετσόβου και των εύφορων λιβαδιών της περιοχής κατάλαβαν πολύ καλά και οι Ρωμαίοι. Μετά τη νίκη τους κατά των Μακεδόνων στη μάχη της Πύδνας (22/6/168 π.Χ.) και την κατάληψη της Ηπείρου την οποία ακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή 70 μολοσσικών πόλεών της, για να εκδικηθούν τους Ηπειρώτες για τη σύμπραξή τους με τους Μακεδόνες, την περιοχή του Μετσόβου όχι μόνο δεν την κατέστρεψαν αλλά αντίθετα τη βοήθησαν και μάλιστα εγκατέστησαν και αποίκους.

Επιπλέον ανέθεσαν στους κατοίκους, παράλληλα με την απασχόληση στην κτηνοτροφία, και το ρόλο του φύλακα των διαβάσεων (οροφύλακες) αφού το Μέτσοβο ήταν η «Πύλη Εισόδου» από την Ήπειρο στη Δυτική Μακεδονία και Θεσσαλία. Κάποια λατινικά κατάλοιπα στην τοπική διάλεκτο λέγεται ότι κρατούν από την εποχή εκείνη, γιατί λέγεται ότι επί Ρωμαιοκρατίας στη θέση αυτή υπήρχε ένα αυτοκρατορικό παλάτι όπου παραθέριζε η Οκταβία (π. 70-11 π.Χ.), αδελφή του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου και σύζυγος του Μάρκου Αντωνίου. Κάποια ερείπια που έχουν βρεθεί στη θέση αυτή δικαιολογούν αυτή την άποψη.

Παρενθετικά αναφέρεται  ότι ο Οδυσσέας, ύστερα από συμβουλή του μάντη Τειρεσία, έπρεπε να πάει σε έναν τόπο, όπου οι άνθρωποι δεν γνώριζαν τη θάλασσα και δεν χρησιμοποιούσαν αλάτι στην τροφή τους για να εξευμενίσει με θυσίες τον Ποσειδώνα, ύστερα από το φόνο των μνηστήρων. Η θέση αυτή τοποθετείται από τους σχολιαστές του Ομήρου, στην αρχαία πόλη Βούνειμα της Ηπείρου, κοντά στην άγνωστη πόλη Τράμπυα, την οποία ο Nicholas Hammond (ιστορικός- κλασικιστής και μελετητής της Αρχαίας Ελλάδας) τοποθετεί στο Βοτονόσι κοντά στο Μέτσοβο. Έτσι ο Οδυσσέας εγκαταστάθηκε εδώ και ίδρυσε το πρώτο προελλαδικό ιερό- μαντείο στο οποίο λατρευόταν ως Μάντης. Βέβαια για την ακριβή τοποθεσία της Τράμπυας υπάρχουν πολλές απόψεις.

Η παράδοση λέει πως η κατοίκηση στο Μέτσοβο ξεκίνησε από τον Κάτω Μαχαλά (περιοχή του Αγ. Δημητρίου), όπου δημιουργήθηκε ο πρώτος πυρήνας (1008) παρά τη μεγάλη κλίση του εδάφους. Πάντως, η πρώτη φορά που το ίδιο το Μέτσοβο (όχι η περιοχή) αναφέρεται σε ιστορικά κείμενα ήταν το 1380 στο «Χρονικό των Ιωαννίνων». Και μάλιστα εκεί αναφέρεται σαν ένας μικρός οικισμός κτηνοτρόφων με το όνομα Μέτζοβο. Άλλωστε τα προνόμια που χορήγησαν τόσο ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (913-959) όσο και ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος (1328-1341) απευθύνονταν σε ένα οικισμό με οργανωμένη κοινωνία και όχι σε νομάδες κτηνοτρόφων ή στα σώματα που φρουρούσαν τις διαβάσεις.

Back to top

Οι περιηγητές W. M. Leake και F. Pouqueville αναφέρουν ότι το Μέτσοβο ήταν κτισµένο σε επίπεδα, χωρισµένο σε δύο µαχαλάδες από µία χαράδρα, στο βάθος της οποίας κυλούσε ένα ποτάµι, µε γεφύρι. Ο βόρειος (Β∆ στην πραγµατικότητα) και µεγαλύτερος λεγόταν «προσήλιο» γιατί το χτυπούσε ο ήλιος, ενώ ο νότιος (ΝΑ στην πραγµατικότητα) λεγόταν «ανήλιο», γιατί σκιαζόταν από το βουνό πάνω στο οποίο βρίσκεται.

Όπως αναφέρεται σε επίσηµο έγγραφο του 1674 της τουρκικής διοίκησης, στη βλαχική διάλεκτο το χωριό Ανήλιο και το σηµερινό Μέτσοβο ονοµάζονται Kiare και Sourinou δηλαδή ανήλιαγο και προσηλιακό µέρος αντίστοιχα. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι το Ανήλιο αποτελούσε τον έναν από τους δύο µαχαλάδες του Μετσόβου

Όσον αφορά την προέλευση του ονόματος το Μέτσοβο στα Βλάχικα λέγεται Αμίντζιου( Aminciu) και στα Ελληνικά εκτός από Μέτσοβο, το συναντάμε είτε ως Μέσσοβον, είτε σε παλιότερα γραπτά μνημεία ως Μέτζοβον. Πολλοί γλωσσολόγοι, παλιοί και νεώτεροι, ασχολήθηκαν με την ετυμολογία της λέξης Μέτσοβο. Από αυτές δύο είναι οι επικρατέστερες. Η μία που θέλει το Μέτσοβο να προέρχεται από τις σλαβικές λέξεις μετς (=αρκούδα) και όβο (=βουνό ή χωριό) δηλαδή αρκουδοχώρι και η άλλη από την ελληνική Μεσοβούνι, Μέσσοβο, Μέτσοβο (αφού βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά της Βόρειας και Νότιας Πίνδου).

Ωστόσο, οι παλαιότεροι διανοούμενοι του Μετσόβου υποστηρίζουν ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από το όνομα του ποταμού Μίντσιο, που υπάρχει κοντά στην πόλη Ambruce της Ιταλίας, περιοχή από την οποία κατάγονται τόσο οι ίδιοι όσο και οι Βλάχοι της Θεσσαλίας.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι από τον 10ο αιώνα και ως τα τέλη του 18ου αιώνα, το Μέτσοβο τελεί υπό προνομιακό καθεστώς. Πρώτος ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (913-959) και κατόπιν ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος (1328-1341), χορήγησαν προνόμια στο Μέτσοβο την εποχή της Βυζαντινοκρατίας. Το 1430 χορηγήθηκαν προνόμια στους Μετσοβίτες από τον Σουλτάνο Μουράτ Β’ ως επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς των Μετσοβιτών φυλάκων του Ζυγού (αυχένας Κατάρας: 1689μ.), όταν αυτοί διευκόλυναν το πέρασμα του τουρκικών στρατευμάτων του Σινάν Πασά, που κατευθυνόταν στα Γιάννινα, προφανώς θεωρώντας την αντίσταση άνιση και συνεπώς μάταιη και με ολέθριες συνέπειες και για τους ίδιους και για τον τόπο τους, παραδειγματιζόμενοι από τη Θεσσαλονίκη που είχε προβάλει αντίσταση και είχε καταστραφεί, ενώ οι κάτοικοί της είχαν πουληθεί σαν δούλοι.

Τα προνόμια αυτά τα οποία επεκτάθηκαν αργότερα και στα χωριά Συρράκο και Καλαρρύτες, διατηρήθηκαν για πενήντα χρόνια μέχρι το 1480 οπότε οι Τούρκοι άρχισαν να καταπιέζουν τον πληθυσμό προβαίνοντας σε λεηλασίες και φόνους των κατοίκων.

Κάτω από αυτήν την πίεση το Μέτσοβο δήλωσε υποταγή στους Τούρκους και κατάφερε να υπαχθεί, όπως και τα άλλα μεγάλα Βλαχοχώρια, κάτω από την δικαιοδοσία της Βαλιδέ Σουλτάνας (Παρένθεσις: Βαλιδέ σουλτάνα ( Βαλιντέ σουλτάν = μητέρα σουλτάνου) ήταν τίτλος που διατηρούσε η μητέρα ενός εν ενεργεία σουλτάνου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η θέση ήταν ίσως η σημαντικότερη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον ίδιο το σουλτάνο). Η ισχύς της Βαλιδέ Σουλτάνας ήταν τέτοια που κανένας Τούρκος δεν τολμούσε να ενοχλήσει χωριό που ήταν κάτω από την προστασίας της. Με την ειρηνική αυτή συνθηκολόγηση που έκαναν (1478) και δίνοντας τον απαιτούμενο φόρο έζησαν πολύ καλά και κατάφεραν να προοδεύσουν.

Δυστυχώς από το 1648 οι Σουλτάνοι άρχισαν να αφαιρούν από τη Βαλιδέ Σουλτάνα τον φόρο που της έδιναν χωριά και κτήματα, τα οποία προσέφεραν σε διάφορους διακεκριμένους πολεμιστές σαν ανταμοιβή για την προσφορά τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις μαζί με τον τίτλο του Σπαχή (Παρένθεσις: Στην ισλαμική στρατιωτική ορολογία σήμαινε αρχικά τον έφιππο πολεμιστή. Oι σπαχήδες (sipahi στον πληθυντικό) ήταν τα μέλη των ταγμάτων ιππικού του στρατού των σουλτάνων. Mετά την κατάκτηση τεράστιων περιφερειών από τους Οθωμανούς, και την τμηματική τους απόδοση σαν φορολογικά φέουδα στους πολεμιστές, οι σπαχήδες ταυτίστηκαν με την κατώτερη βαθμίδα του συστήματος νομής της γης (τιμαριωτικό σύστημα).  Με αυτόν τον τρόπον καταργήθηκε βαθμιαία η εξουσία της Βαλιδέ Σουλτάνας καθώς και το καθεστώς αυτονομίας. Ακολούθησε ένα νέο ληστρικό φορολογικό σύστημα, αυθαιρεσίες, καταπίεση και παιδομάζωμα. Την περίοδο αυτή το Μέτσοβο υπέφερε τόσο από τα στρατεύματα που περνούσαν την διάβαση του Ζυγού όσο και από τις αλβανικές συμμορίες οι οποίες αποδεκάτιζαν κυρίως την κτηνοτροφία.

Ευτυχώς όμως στα μισά του 17ου αιώνα η τύχη του Μετσόβου άλλαξε ολοκληρωτικά. Προνόμια σπουδαιότερα από τα προηγούμενα δόθηκαν στο Μέτσοβο το έτος 1659 από τον Σουλτάνο Μεχμέτ τον Δ’. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ο Κυριάκος ή Κύργος Φλόκας συνέβαλε καθοριστικά ώστε να χορηγηθεί από τους Οθωμανούς προνoμιακό καθεστώς στην περιοχή, χάρη στην εύνοια κάποιου Μεγάλου Βεζίρη, τον οποίο βοήθησε σε κάποια δύσκολή στιγμή.  Χάρη στα προνόμια αυτά η πόλη του Μετσόβου και τα γύρω χωριά αποτέλεσαν ένα είδος ομοσπονδίας, μια αυτόνομη δημοκρατική πολιτεία μέσα στην απολυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Τα προνόμια αυτά επεκτείνονταν και στους κατοίκους των χωριών πέριξ του Μετσόβου δηλαδή στο Μαλακάσι, στην Κουτσούφλιανη (σημερινή Παναγία), στη Μηλιά και στο Βοτονόσι.

Συνέπεια αυτών των προνομίων ήταν το ότι χριστιανοί καταπιεζόμενοι ή απειλούμενοι συνέρρευσαν από πολλά μέρη και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Μέτσοβο. Μετά την άφιξη των νέων κατοίκων το χωριό το οποίο βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού μετατέθηκε στην σημερινή του θέση. Πάντως τα προνόμια αυτά ήταν ουσιαστικά φορολογικές και πολιτικές ρυθμίσεις και αποτελούσαν συνηθισμένη τακτική του οθωμανικού καθεστώτος.

Είναι γεγονός ότι οι Μετσοβίτες εκείνης της περιόδου υπήρξαν καλοί γνώστες του οθωμανικού συστήματος εξουσίας γι΄αυτό και επί ενάμιση αιώνα κατάφερναν να αποσπούν από τους σουλτάνους φιρμάνια (εκτελεστήρια έγγραφα), μέσω των οποίων κατοχύρωναν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται μόνοι την περιοχή τους και την οποία οι ίδιοι οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν «Χώρα Μετζόβου».

Τα ορεινά περάσματα που ήταν οδικοί κόμβοι με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία αποτέλεσαν συγχρόνως και σταθμούς που εξελίχθηκαν στο πλαίσιο του γενικότερου συστήματος διοίκησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία για λόγους ασφαλείας εγκατέστησε φυλάκια, αναθέτοντας τη λειτουργία και φύλαξη στους κατοίκους του Μετσόβου.

Οι Τούρκοι ανέθεσαν τη φύλαξη στους Μετσοβίτες και όχι στα σώματα των αρματολών και των Οθωμανών αξιωματούχων γειτονικών περιφερειών, διότι η διαφθορά και η αναποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν τέτοια που θα κατέληγε στην αναρχία και τη φυγή των κατοίκων χωρίς τους οποίους ήταν αδύνατο να λειτουργήσει το δίκτυο υπηρεσιών. Η διάβαση θεωρούνταν από την Πύλη ζωτικής σημασίας και την ενδιέφερε όχι μόνο η ασφάλεια των ταξιδιωτών αλλά η ύπαρξη ενός πληθυσμού ικανού να προσφέρει σχετικές υπηρεσίες προς τους ταξιδιώτες, όπως η διατήρηση δικτύου χανίων και μεταφορικών υπηρεσιών. Οι καιρικές συνθήκες κατά την διάρκεια του χειμώνα και κυρίως στα ψηλότερα σημεία των διαβάσεων ήταν τέτοιες που κινδύνευαν όχι μόνον οι απλοί ταξιδιώτες αλλά και οι πασάδες με την ακολουθία τους.

Το Μέτσοβο σαν κέντρο της περιοχής εξελίχθηκε από ένα κτηνοτροφικό χωριό σε μια βιοτεχνική πόλη με σημαντική ανάπτυξη του εμπορίου αλλά και της λαϊκής τέχνης της σχετικής με το παραγόμενο προϊόν, που δεν ήταν άλλο από την ίδια την παραγωγή μαλλιού από τα κοπάδια. Ακόμη στον καίριο αυτό χώρο των διαβάσεων της Β. Πίνδου έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι στρατιωτικές λειτουργίες για την περαιτέρω δημογραφική, κοινωνική και οικονομική άνθιση.

Κάτοικοι από την Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, τα Άγραφα, τα Ερεβενά, ακόμα και από την Ιταλία, εγκαταστάθηκαν στο Μέτσοβο. Επίσης στο Μέτσοβο αναπτύχθηκε η βιοτεχνία της καποτοποιίας, η υφαντική , η ραπτική, η πλεκτική και η κατασκευή σπαθιών. Το Μέτσοβο κατά τη περίοδο αυτή έγινε ένα σπουδαίο βιοτεχνικό, εμπορικό και οικονομικό κέντρο και τόπος συγκεντρώσεως του μεγαλύτερου παραγωγικού πλούτου από τα τσελιγκάτα της περιοχής.

Οι Μετσοβίτες με την βοήθεια των ισχυρών συμπατριωτών τους στην Κωνσταντινουπόλη, φρόντιζαν διαρκώς να ανανεώνουν τα προνόμια σε κάθε αλλαγή σουλτάνου προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τις αυθαιρεσίες των διαφόρων Τούρκων αξιωματούχων (βαλήδες, καδήδες, ντερεμπέηδες) των γειτονικών περιοχών οι οποίοι σε κάθε σουλτανική μεταβολή προσπαθούσαν να εκμηδενίσουν την ισχύ των προνομίων. Τα προνόμια του Μετσόβου, με εξαίρεση αυτό της πατριαρχικής εξαρχίας που διατηρήθηκε μέχρι το 1924, καταργήθηκαν από τον Αλή Πασά το 1795, ως αποτέλεσμα των πρακτικών του που κατήργησε την ισχύ του φιρμανίου και έκανε την περιοχή του Μετσόβου τσιφλίκι του μαζί με τις άλλες περιοχές της Ηπείρου.

Ο Αλή πασάς άρπαγας και τοκογλύφος καθώς ήταν χρησιμοποιούσε κάθε μέσον για να αυξήσει την περιουσία του. Με το πρόσχημα ότι προστάτευε τους βοσκούς από τους ληστές ,τους επέβαλε φόρους και σιγά-σιγά κατέλαβε την γη τους υποχρεώνοντάς τους να πληρώνουν ενοίκιο για να βοσκήσουν σε αυτή τα κοπάδια τους. Έπειτα έγινε κάτοχος πολυάριθμων κοπαδιών που προέρχονταν από την λεηλασία των μεγάλων μπέηδων της επικράτειας του, τους οποίους είχε εκδιώξει από την Ήπειρο. Επί πλέον πέρα από την αύξηση της φορολογίας, στο εξαπλάσιο σχεδόν, υποχρέωσε την κοινότητα να διατηρεί αλβανική φρουρά καθώς και αχθοφόρους για την μεταφορά ανθρώπων και ζώων της εξουσίας κατά τους χειμερινούς μήνες, από την διάβαση του Ζυγού.

To 1795 o Αλή Πασάς κατάργησε όλα τα προνόμια εκτός από την Πατριαρχική Εξαρχία. Πολλές κοινότητες έχασαν την αυτονομία τους και ήταν κάτω από την εξουσία του τοπικού σπαχή. Οι κοινότητες που αντιστάθηκαν στον Αλή Πασά καταστράφηκαν (Μοσχόπολη, Νικολίτσα , Λινοτόπι). Η εποχή του Αλή Πασά στα τέλη του 18ου αιώνα σήμανε το τέλος της μεγάλης κτηνοτροφίας. Η τσιφλικοποίηση της γης και η γεωργική ανάπτυξη της Θεσσαλικής πεδιάδας που συγκέντρωσε την καλλιεργητική δραστηριότητα είχαν σαν αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της κτηνοτροφίας και κατά συνέπεια την παρακμή του Μετσόβου και τη μετατροπή του πάλι σε χωριό.

Λίγα χρόνια μετά την αποστασία του Αλή πασά κατά της Υψηλής Πύλης, γεγονός που επίσπευσε και την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, το Μέτσοβο δοκίμασε άλλη μία περιπέτεια όταν τα τουρκικά στρατεύματα κινήθηκαν εναντίον του αποστάτη πασά των Ιωαννίνων το 1820 με τον Μαχμούτ πασά, και το 1821 με τον Χουρσίτ πασά. Μάλιστα το Μέτσοβο , λόγω της διάβασης και παραμονής τόσο μεγάλης τουρκικής στρατιωτικής δύναμης ονομάστηκε Τουρκόσταλο. Την ίδια περίοδο έφτασε ο αρματολός Γρηγόρης Λιακατάς με 700 επαναστάτες στη θέση Δοκίμι, απέναντι από το Μέτσοβο έχοντας διαταγή να κάψει ολόκληρο το Μέτσοβο για να εμποδίσει την επικοινωνία των οθωμανικών στρατευμάτων Ηπείρου – Θεσσαλίας . Ο Λιακατάς ανακοίνωσε το σχέδιό του στους προύχοντες του Μετσόβου, oι οποίοι αφού δεν εύρισκαν καμμιά διέξοδο, έκαναν έρανο μεταξύ τους και συγκέντρωσαν δύο χιλιάδες γρόσια για τον απελευθερωτικό αγώνα, τα οποία έστειλαν στο Λιακατά και με γράμμα τον παρακαλούσαν να μην επιμείνει να κάνει κάτι που δεν είχε κανένα πρακτικό σκοπό, γιατί οι Τούρκοι διέθεταν μεγάλη στρατιωτική δύναμη και ούτως ή άλλως θα ανακτούσαν το Μέτσοβο. Ο Λιακατάς αναγνώρισε ότι είχαν δίκιο πήρε τα χρήματα και έκαψε 183 σπίτια στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου (Κίσσια) και στα Γύφτικα και ακολούθως βάδισε προς το Χαλίκι.

Στην περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, το Μέτσοβο εξαιτίας του ότι εκεί υπήρχαν ισχυρές Οθωμανικές δυνάμεις δεν συμμετείχε ενόπλως στην επανάσταση εργάσθηκε όμως μέσω της Φιλικής Εταιρείας για την επιτυχία της. Οι Μετσοβίτες πατριώτες, μετά την ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας το 1814 ,είτε διαμένοντες στο Μέτσοβο, είτε εγκατεστημένοι ως έμποροι σε Κωνσταντινούπολη, Ρωσία, Βλαχία, Αυστρία, Αίγυπτο ή σε άλλα μέρη της υπόδουλης Ελλάδας έσπευσαν να εγγραφούν μέλη αυτής και άλλοι εξ’ αυτών πρόσφεραν την υλική ενίσχυση για τον αγώνα και άλλοι εντάχθηκαν σε επαναστατικά σώματα και αγωνίσθηκαν κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα.

Μετά την καταστολή της αποστασίας του Αλή πασά το 1822, όταν επέστρεψε από τα Γιάννινα ο Χουρσίτ πασάς και πληροφορήθηκε πως προύχοντες Μετσοβίτες και άλλοι νέοι μορφωμένοι της Σχολής του Συρρακιώτη Αθαν. Ψαλλίδα είναι μέλη της Φιλικής Εταιρείας, τους συνέλαβε και τους οδήγησε στη Λάρισα, όπου και τους εκτέλεσε.

Η πτώση του Αλή πασά, ανεξάρτητα από τις γνωστές ιστορικές συνέπειες που είχε, σήμανε την αύξηση της ληστείας και της αναρχίας σ’ ολόκληρο το Βιλαέτι των Ιωαννίνων.

Μετά την εθνεγερσία του 1821, το Μέτσοβο και η περιοχή των Ιωαννίνων συνέχισαν να βρίσκονται υπό Οθωμανική κυριαρχία. Στην συνέχεια των αγώνων για την απελευθέρωση συνέβη στο Μέτσοβο ο γνωστός «χαλασμός του Γρίβα». Πρόκειται για μια ατυχή και χωρίς καλή οργάνωση εξέγερση, η οποία έγινε στις 27 Μαρτίου του 1854.

Η χειρότερη καταστροφή που έχει υποστεί ποτέ το Μέτσοβο, διασώζεται στην ιστορική μνήμη των κατοίκων του, ως η «Ο χαλασμός του Γρίβα ». Ως ιστορικό γεγονός, εντάσσεται στα πολεμικά επεισόδια που λαμβάνουν χώρα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, κατά την διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, και τα οποία εκδηλώνονται υπό την μορφή απελευθερωτικών κινημάτων (1853-1855). Συγκεκριμένα ο Θεόδωρος Γρίβας, στρατηγός και πρώην αγωνιστής του 1821 εμφανίστηκε το 1854 ως αρχηγός ανταρτικών σωμάτων στην Ήπειρο. Μετά την ήτα του από τους Τούρκους με επικεφαλής τον Αβδή πασά , στο Κουτσελιό των Ιωαννίνων, κατέφυγε τον Μάρτιο του 1854 στο Μέτσοβο, όπου έχοντας προσκληθεί από μερίδα των κατοίκων ,σκόπευε να το καταστήσει κέντρο των στρατιωτικών του επιχειρήσεων.

Την περίοδο αυτή, το Μέτσοβο ήταν χωρισμένο, πολιτικά, σε δύο παρατάξεις: του Τσανάκα που εκπροσωπούσε την τάξη των πλουσίων και του Συρρακιώτη Τσάπου εκπροσωπούσε την τάξη των λαϊκών στρωμάτων.

Η επίθεση των τουρκικών στρατευμάτων και οι υπονομευτικές ενέργειες, προσώπων που υποστήριζαν την αντίπαλη πολιτική μερίδα του Μετσόβου, είχαν σαν αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η θέση των επαναστατών, οι οποίοι φοβούμενοι περικύκλωση από του Τούρκους, αποσύρθηκαν από το Μέτσοβο. Η εισβολή των Τούρκων στο Μέτσοβο, ένας από τους ακμαιότερους τότε οικισμούς της Ηπείρου, συνοδεύτηκε από λεηλασίες, βιαιοπραγίες, βιασμούς, δολοφονίες, απαγχονισμούς και ολοσχερή πυρπόληση εκατοντάδων κατοικιών. Πολλές οικογένειες χάνοντας κάθε περιουσιακό στοιχείο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν προσωρινά ή και μόνιμα την ορεινή τους πατρίδα. Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Τούρκοι έχτισαν φρούριο και στρατώνες με ισχυρή φρουρά καθιστώντας το Μέτσοβο στρατιωτικό κέντρο.

Το Μέτσοβο είναι πυκνοδομημένο και κλειστό, κτισμένος σε πλαγιά με πτυχές και μεγάλη κλίση και με Ν.Α. προσανατολισμό. Σαν μονοκεντρικός οικισμός, αναπτύσσεται γύρω από την πλατεία, η οποία βρίσκεται περίπου και στο γεωγραφικό κέντρο του. Ο οικισμός διασχίζεται από δύο κύριους δρόμους, που είναι μεταξύ τους κάθετοι. Επιπλέον υπάρχουν και μικρότεροι δευτερεύοντες δρόμοι, για την εξυπηρέτηση του οικισμού. Αποτελείται από έξι γειτονιές (μαχαλάδες), σε κάθε μία από τις οποίες υπάρχει εκκλησία, χωρίς όμως να σχηματίζονται ανάλογες πλατείες. Η εμπορική, διοικητική και κοινωνική δραστηριότητα στο Μέτσοβο συγκεντρώνεται στην κεντρική πλατεία (καφενεία, δημόσια κτίρια, εκκλησία, βρύση) στην οποία βρίσκεται και η μεγαλύτερη εκκλησία του Μετσόβου, η Αγία Παρασκευή. Στον οικισμό υπάρχουν συνολικά 13 εκκλησίες. Στο νότιο τμήμα της πλατείας βρίσκεται ένας λόφος. Επί Τουρκοκρατίας στο σημείο αυτό υπήρχε φρούριο που είχαν κατασκευάσει οι Τούρκοι το 1868, το οποίο οι κάτοικοι κατέστρεψαν μετά την απελευθέρωση (1912). Σήμερα, υπάρχει ύψωμα (λόφος) που αξιοποιείται ως χώρος αναψυχής και πάρκο πρασίνου.

Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Μετσόβου ακολουθεί σε γενικές γραμμές τη τοπική αρχιτεκτονική της Ηπείρου. Η κατασκευή των κτιρίων γίνεται με πέτρινους τοίχους για καλύτερη μόνωση ενώ στο εσωτερικό (εσωτερικοί τοίχοι, δάπεδα, οροφές) χρησιμοποιείται το ξύλο το οποίο αφενός λειτουργεί σαν θερμομονωτικό και αφετέρου είναι το υλικό που αφθονεί στην περιοχή λόγω των εκτεταμένων δασών.

Όλες οι τοιχοποιίες του σπιτιού (και οι εσωτερικές) γίνονται από λιθοδομή, εκτός από αυτές που έχουν πολλά ανοίγματα και κάποιες τoυ τελευταίου ορόφου όπου χρησιμοποιούνται ο τσατμάς (ξύλινη κατασκευή) και το μπαγδατί (εσωτερική τοιχοποιία). Τα δάπεδα στους ορόφους είναι ξύλινα ενώ στα υπόγεια είναι χωμάτινα ή πλακόστρωτα. Τα τζάκια έχουν στο εσωτερικό τους μικρό φεγγίτη, για να βλέπουν καλύτερα στο μαγείρεμα, ή να βλέπουν πότε θα φέξει. Η στέγη προεξέχει περιμετρικά του κτιρίου περίπου 0.50 – 0.70μ. Οι προεξοχές των σαχνισιών συχνά καλύπτουν το μεγαλύτερο πλάτος του δρόμου και δημιουργείται ακόμα εντονότερη η αίσθηση του κλειστού χώρου στους ήδη στενούς δρόμους. Επί πλέον υπάρχει και η μονόχωρη καλύβα που χρησιμοποιείται σαν χώρος σταβλισμού των κοπαδιών.

Το μετσοβίτικο σπίτι διακρίνεται σε δύο τύπους.  Ο πρώτος είναι ο τρίχωρος και αποτελεί τη λαϊκή κατοικία,  ενώ ο δεύτερος είναι ο τετράχωρος και αποτελεί την αρχοντική κατοικία. Το τρίχωρο σπίτι είναι διώροφο και διαθέτει υπόγειο το οποίο χρησιμοποιείται ως βοηθητικός χώρος ενώ στο ισόγειο υπάρχει το σαράι, ο οντάς, και ο χωτζιαρές. Επίσης στο υπόγειο υπάρχουν οι βοηθητικοί χώροι (στάβλος, κελάρι). Το σαράι είναι ο χώρος υποδοχής ενώ ο οντάς λειτουργεί σαν χειμωνιάτικο καθιστικό, σαν χώρος ύπνου και μαγειρέματος. Στη νότια πλευρά του βρίσκεται το τζάκι. Δεξιά και αριστερά του τζακιού υπάρχουν ξύλινα μπάσια. Το μπάσι αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του Μετσοβίτικου σπιτιού που χρησιμεύει για να κάθονται τη μέρα ενώ το βράδυ μετατρέπεται σε κρεβάτι.

Στρώνεται με υφαντά, κεντημένα στρωσίδια ή βαριά ζεστά ρούχα, το χειμώνα. Ο χωτζιαρές είναι ο καλοκαιρινός χώρος, χώρος υποδοχής και ο χώρος με τα περισσότερα παράθυρα. Η οροφή του είναι το πιο προσεγμένο ταβάνι του σπιτιού. Εξωτερικά υπάρχει μικρή αυλή, η οποία περιβάλλεται από ψηλό τοίχο.

Το τετράχωρο αρχοντικό είναι επίσης διώροφο με τους βοηθητικούς χώρους στο ισόγειο και το υπόγειο και τα δωμάτια διαμονής στον όροφο (σαράι, οντάς, χωτζιαρές,  κρυφό). Το κρυφό ή γωνιαίο βρίσκεται στην αντίθετη γωνιά από την είσοδο και αποτελεί καθαρά τον χώρο διαμονής.

Ο προσανατολισμός των σπιτιών στο Μέτσοβο είναι κατά κανόνα νοτιοανατολικός , ώστε ανάλογα με τις εποχές να αξιοποιεί τον ήλιο. Ο οντάς χρησιμοποιείται από την οικογένεια τον χειμώνα , ενώ τα καλοκαίρια ο χωτζιαρές εξασφαλίζει περισσότερη δροσιά λόγω του αερισμού από τα περισσότερα ανοίγματα. Στο εσωτερικό αρκετών σπιτιών, αρχοντικών κυρίως, υπάρχει πλούσια ζωγραφική διακόσμηση. Η εσωτερική διακόσμηση του σπιτιού, ενδεχομένως κάλυπτε την ανάγκη των κατοίκων να κάνουν πιο ενδιαφέροντα τον χώρο στον οποίο περνούσαν κλεισμένοι πολλούς μήνες το χειμώνα.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το Μέτσοβο σαν ένας χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός κράτησε πολλά από τα στοιχεία της ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονικής του. Περπατώντας μακριά από το κέντρο, ανάμεσα στα καινούρια κτίσματα συναντά κάποιος αρχοντικά και λαϊκά σπίτια, τα οποία πράγματι είναι διαμάντια αρχιτεκτονικής και πλήρως εναρμονισμένα με το τοπίο. Πολλά από αυτά είναι εγκαταλειμμένα και έτοιμα να γκρεμιστούν και άλλα δυστυχώς γκρεμίστηκαν. Είναι κρίμα να ξεχαστούν γιατί με αυτά χάνεται και η παράδοση.

Η απελευθέρωση από τους Τούρκους ήρθε στις 31 Οκτ . 1912, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου (30/9/1912-30/5/1913), όταν ο ελληνικός στρατός μπήκε στο Μέτσοβο. Η απελευθέρωση του Μετσόβου υπήρξε καθοριστική για τη γενικότερη έκβαση του απελευθερωτικού αγώνα, αφού η κατοχή της διαβάσεως του Μετσόβου από τον ελληνικό στρατό υπήρξε βασική προϋπόθεση για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις καταλήψεως των Ιωαννίνων. Έτσι από εκεί λίγες μέρες αργότερα ξεκίνησαν δύο σώματα με σκοπό να επιτεθούν στα Ιωάννινα. Το πρώτο ξεκίνησε από το Μέτσοβο με σκοπό να περάσει από τα βόρεια υψώματα του Δρίσκου. Αυτό αποτελούνταν από εθελοντές από διάφορα μέρη (Ήπειρο, Κρήτη, Ιόνια Νησιά, Ιταλία), συνολικά κάπου 7.000 άνδρες με επικεφαλής τον υποστράτηγο Δημήτριο Ματθαιόπουλο (1861-1927). Το δεύτερο ξεκίνησε από τους Καλαρρύτες με σκοπό να επιτεθεί από τα νότια υψώματα του Δρίσκου. Αυτό αποτελούνταν από κάπου 1500 εθελοντές και ευζώνους με επικεφαλής τον Κρητικό συνταγματάρχη Αριστοτέλη Κόρακα. Και τα δυο αυτά σώματα έδωσαν σημαντικές μάχες κατά των Τούρκων, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν σπουδαίοι αγωνιστές , όπως οι δυο οπλαρχηγοί του σώματος των Κρητών εθελοντών προσκόπων, ο Μπαλάνος και ο Στυλιανός Κλειδής από την Κρήτη, γνωστός σαν Καπετάν Κλειδής (1874-1912), που σκοτώθηκε στη μάχη του Προφήτη Ηλία (10/11/1912) στο ομώνυμο ξωκλήσι στα ΒΔ του Μετσόβου, όπου και το Ηρώο με τα ονόματα των εννέα μαχητών που έπεσαν εδώ. Τη θέση του Κλειδή στη μάχη πήρε αμέσως ο θεολόγος Κρητικός Χρήστος Μακρής (1880-1912), εθελοντής κι αυτός, αλλά σκοτώθηκε κι αυτός μερικές μέρες αργότερα στη μάχη του Δρίσκου (28/11/1912). Ένας άλλος σπουδαίος αγωνιστής που σκοτώθηκε στην ίδια μάχη ήταν ο ποιητής Λορέντσος Μαβίλης, ο τάφος του οποίου βρίσκεται στο χώρο της Μονής του Αγ. Νικολάου Τζιώρα έξω από το χωριό Μαβίλης. Ο Μαβίλης εντάχθηκε εθελοντικά στο σώμα των Γαριβαλδινών και φόρεσε το κόκκινο χιτώνιο. Οι Γαριβαλδινοί επαναστάτες επενέβαιναν υπέρ οποιουδήποτε λαού μαχόταν για την ελευθερία του. Ο πόλεμος της Ελλάδας έγινε αμέσως ο νέος σκοπός του τάγματος, όμως η ιταλική κυβέρνηση είχε αντίθετη γνώμη.  Ο Γαριβάλδης απειλώντας ότι όποιος τον πλησίαζε για να τον σταματήσει θα τον χτυπούσε, αναχώρησε. Ο Έλληνας βουλευτής, Αλέξανδρος Ρώμας, όχι μόνο υποδέχτηκε τους Ιταλούς, αλλά βρέθηκε αυτοπροσώπως στην πρώτη γραμμή και πήρε μέρος στη Μάχη του Δρίσκου τον Νοέμβριο του 1912 έξω από τα Ιωάννινα. Το σώμα του Γαριβάλδη έχασε στο πεδίο της μάχης περισσότερους από 200 άνδρες. Όμως οι Τούρκοι είχαν απώλειες περισσότερους από 1.400. Μετά την απελευθέρωση το Μέτσοβο άρχιζε να παρακμάζει, αφ΄ενός μεν γιατί το εμπόριο μετατοπίστηκε στις αγορές των Ιωαννίνων και των Τρικάλων, αφ΄ετέρου δε διότι τα κληροδοτήματα των ευεργετών, τα οποία είχαν συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη του τόπου, με τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο απωλέσθησαν. Εκείνη τη δύσκολη περίοδο εμφανίστηκε ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ου αιώνα και η είσοδος της Ελλάδας σ΄αυτόν έγινε με την επίθεση των Ιταλών στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Το ενδιαφέρον του ιταλικού κράτους για την Ήπειρο υπήρχε σχεδόν από την ίδρυσή του και αποτυπώθηκε στο συνέδριο του Βερολίνου το 1878, όπου αντιτάχθηκε στην παραχώρηση οποιουδήποτε τμήματος Ηπειρωτικού εδάφους στην Ελλάδα. Η επέμβαση της Ιταλίας στην περιοχή κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους και τις προσπάθειές της για την δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας, η οποία επικυρώθηκε με την υπογραφή της συνθήκης της Ρώμης στις 8 Μαΐου 1913, ενώ απειλούσε την Ελλάδα ώστε ο ελληνικός στρατός να μην προχωρήσει μέχρι τον Αυλώνα. Αργότερα δημιουργήθηκε ένταση στην περιοχή μεταξύ Ιταλών και Ελλήνων στρατιωτών μετά την κατάρρευση του σερβικού στρατού και οι Ιταλοί διείσδυσαν στην ελληνική επικράτεια προς τον νότο και άρχισαν να καταλαμβάνουν πόλεις οι οποίες βρισκόταν υπό Ελληνική διοίκηση, όπως το Αργυρόκαστρο και η Χειμάρα. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την διοργάνωση αντι-ιταλικού συλλαλητηρίου στα Ιωάννινα. Ωστόσο οι Ιταλοί συνέχισαν την επεκτατική τους πολιτική και στην Ήπειρο επωφελούμενοι από τον τότε εθνικό διχασμό, όπου αρχικά κατέλαβαν το Δελβινάκι και το Καλπάκι και στην συνέχεια την Κόνιτσα. Την επόμενη χρονιά, το 1917, τα Ιταλικά στρατεύματα έφτασαν μέχρι τον ποταμό Καλαμά και την 26η Μαΐου κατέλαβαν πρώτα τα Ιωάννινα και έπειτα τον Ιούνιο το Μέτσοβο. Η επεκτατική πολιτική της Ρώμης στην Ήπειρο, προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες του Βενιζέλου και την αντίδραση του Παρισιού με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Ιταλικών στρατευμάτων.

Εικοσιτρία χρόνια μετά την πρώτη κατάληψη του Μετσόβου από τους Ιταλούς, αυτοί επανήλθαν στην διεκδίκηση της κατάληψης της Ηπείρου και του Μετσόβου. Την 28η Οκτωβρίου του 1940, τα Ιταλικά στρατεύματα, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί στα ελληνοαλβανικά σύνορα εισέβαλλαν στο ελληνικό έδαφος με κατεύθυνση τα Ιωάννινα, ενώ η ιταλική μεραρχία Τζούλια έφθασε στις 9 Νοεμβρίου του 1940 στη Βωβούσα. H μάχη που έγινε με τους τριάντα φαντάρους που βρίσκονταν στο φυλάκιο της Βωβούσας οδήγησε σε ήττα τους Ιταλούς, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να φτάσουν στο Μέτσοβο για να αποκόψουν τον ελληνικό στρατό της Ηπείρου και έτσι σώθηκε, αφού έγινε για δεύτερη φορά στόχος των Ιταλών. Το πρωί της 29ης Οκτωβρίου ιταλικά αεροπλάνα ερχόμενα ανά τρία κατευθύνονταν προς το Μέτσοβο, το οποίο και βομβάρδισαν από μεγάλο ύψος. Το Μέτσοβο, με τις στρατηγικές του διαβάσεις ήταν ο πρώτος οικισμός του ελληνικού χώρου ο οποίος δέχτηκε τους εχθρικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, για να πληγούν οι αποθήκες ανεφοδιασμού του Ελληνικού στρατού. Στον πόλεμο του 1940 συμμετείχε με ένα τάγμα πεζικού και κατά την διάρκειά του (28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι 24 Απριλίου 1941) θρήνησε θύματα.

Το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1941 η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα για να εξουδετερώσει την ήττα των ιταλικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό. Η Ελλάδα αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τις δύο δυνάμεις, την Ιταλία και την Γερμανία, υποχρεώθηκε να υπογράψει πρωτόκολλο ανακωχής με την Γερμανία στο χωριό Βοτονόσι Μετσόβου την Κυριακή του Πάσχα 24 Απριλίου 1941, στο σπίτι της οικογένειας Μίχου. Στην υπογραφή της ανακωχής, τον ελληνικό στρατό εκπροσωπούσε ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, ενώ παρίστατο και ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος. Παρόλο που σύμφωνα με το πρωτόκολλο ανακωχής οι Ιταλοί υποχρεώνονταν να περιορισθούν στην γραμμή Ζίτσας- Παραμυθιάς-Ηγουμενίτσας, οι Γερμανοί δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα το Μέτσοβο να βρεθεί ξανά υπό Ιταλική κατοχή για δεύτερη φορά εντός μιας εικοσιπενταετίας.

Τον Οκτώβριο του 1943, η Ιταλία κατέρρευσε και τα ιταλικά στρατεύματα τα οποία βρίσκονταν στο Μέτσοβο, αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να καταφύγουν στα Ιωάννινα και διαμέσου της Αλβανίας στην Ιταλία. Μετά από λίγες ημέρες το Μέτσοβο καταλήφθηκε από γερμανικό στρατιωτικό απόσπασμα σταλμένο από τα Ιωάννινα. Τις ημέρες αυτές το Μέτσοβο θρήνησε πολλά θύματα, κυρίως αμάχων, είτε από κατ’ επανάληψη εκτελέσεις, είτε από αεροπορικούς βομβαρδισμούς, όπως αυτός της 3ης Ιουλίου του 1943, οι οποίοι ήταν οι σκληρότεροι που είχαν γίνει.

Οι Γερμανοί παρέμειναν για έναν ολόκληρο χρόνο. Κατά το διάστημα αυτό διέπραξαν σωρεία εγκλημάτων κατά του άμαχου πληθυσμού με αποκορύφωμα την ομαδική εκτέλεση έντεκα αθώων κτηνοτρόφων στις 22 Ιουνίου 1944 στις Πολιτσιές. Κατά την παραμονή τους έκαναν αλλεπάλληλες λεηλασίες στις οικίες των Μετσοβιτών, αφού απομάκρυναν με βία τους ενοίκους. Τον Οκτώβριο του 1943 μετά την κατάρρευση της Ιταλίας πήραν εκατόν είκοσι πρόβατα από διάφορους μικροκτηνοτρόφους. Στο τέλος του Οκτωβρίου του 1944 οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μέτσοβο αποκομίζοντας διάφορα κλοπιμαία, όπως: είδη ρουχισμού, μάλλινα είδη, κλινοσκεπάσματα, έπιπλα, μαγειρικά σκεύη, ραπτομηχανές, τα οποία μετέφεραν στην πατρίδα τους. Χάρη στην επέμβαση του αρχιμανδρίτη Μόδεστου Περτσάλη προς τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή των Ες-Ες επιστράφηκαν δύο εικόνες που αφαιρέθηκαν από το ναό της Αγίας Τριάδος, από Γερμανό αξιωματικό των Ες-Ες και μεταφέρθηκαν για φύλαξη στον ναό της Αγίας Παρασκευής.

Το τέλος του πολέμου βρήκε τη χώρα κυριολεκτικά διαλυμένη. Η Ελλάδα είχε από τις υψηλότερες απώλειες σε άμαχο πληθυσμό λόγω της τριπλής (ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής) κατοχής. Στη φάση που η χώρα προσπαθούσε να γιατρέψει τις πληγές και να ορθοποδήσει ακολούθησε ο Εμφύλιος πόλεμος που άφησε βαθιά τα σημάδια του για τις επόμενες δεκαετίες.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου το Μέτσοβο βρέθηκε στο θέατρο των συγκρούσεων λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Η κατάληψη του Μετσόβου ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τον ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας ) γιατί η επικοινωνία μεταξύ βορρά και νότου θα αποτελούσε στρατηγικό πλεονέκτημα λόγω της δυνατότητας βελτίωσης του ανεφοδιασμού των δυνάμεων της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας, θα βοηθούσε τη δράση των ανταρτών και θα επέτρεπε στο ΔΣΕ να επιλέγει στόχους που ήταν δύσκολα προσβάσιμοι στον Εθνικό Στρατό και θα εμπόδιζαν την ευελιξία του για στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Τον Οκτώβριο του 1947 οι κυβερνητικές δυνάμεις συνδύασαν σοβαρές πιέσεις προς τον ΔΣΕ σε συνδυασμό με τις πρώτες μαζικές συλλήψεις και εκκενώσεις πληθυσμών στην ύπαιθρο. Η κατάληψη επομένως του Μετσόβου θα επέτρεπε την συγκέντρωση των διωκόμενων πληθυσμών σε έναν ενιαίο ορεινό όγκο όπου θα χρησίμευαν σαν εφεδρείες.

Από την πλευρά των κυβερνητικών δυνάμεων, στο Βοτονόσι, στο ύψωμα της Μεγάλης Ράχης μέχρι τον Σταυρό, σε οδικές αρτηρίες του Μετσόβου και στη γέφυρα Μπαλντούμας, ήταν αναπτυγμένες ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις.

Ο ΔΣΕ θα χρησιμοποιούσε για την επιχείρηση δυνάμεις του Αρχηγείου Ηπείρου με δύο τάγματα που θα είχαν ως αποστολή τους την απομόνωση του χώρου, την καταστροφή των φυλακίων και την διασφάλιση ελεύθερων προσβάσεων για το πέρασμα των διωκόμενων αγωνιστών και πολιτών από τη Στερεά. Η κύρια επίθεση εναντίον του Μετσόβου θα γίνονταν από τις δυνάμεις του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας, με 4 ενισχυμένα τάγματα με αποστολή την κατάληψη της πόλης.

Οι επιθέσεις σε όλα τα σημεία ξεκίνησαν τα μεσάνυχτα της 18ης προς 19 Οκτωβρίου. Το Αρχηγείο Ηπείρου κατόρθωσε να εξουδετερώσει τις φρουρές στη γέφυρα της Μπαλντούμας, στο Σταυρό και σε πολλά άλλα χωριά και υψώματα, να ανατρέψει τα φυλάκια, να συλλάβει πολλούς αιχμαλώτους και να καταλάβει πολύτιμο στρατιωτικό υλικό και εφόδια.

Το Μέτσοβο απομονώθηκε ολοκληρωτικά αφού μόνον με ρίψεις θα μπορούσε να εφοδιάσει ο κυβερνητικός στρατός τα τμήματα στην πόλη. Η επίθεση του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας υπήρξε αποφασιστική αλλά ανεπαρκής αφού το ύψωμα Καρακόλι που δέσποζε στην πόλη ήταν αδύνατον να καταληφθεί με τα μέσα που διέθετε ο ΔΣΕ.

Ο Εθνικός Στρατός ενίσχυσε τις θέσεις στο Μέτσοβο με στρατιωτικές δυνάμεις και ανεξάρτητα τμήματα στρατού και Χωροφυλακής για να ανατρέψουν τον ΔΕΣ. Ο ΔΕΣ στο μεταξύ είχε μετακινήσει όλους τους φυγάδες της Θεσσαλίας και Στερεάς σε χώρο δικής του ευθύνης.

Στις 2 και 6 Νοεμβρίου έγινε δεύτερη απόπειρα κατάληψης του Μετσόβου με επιθέσεις του ΔΣΕ που αποκρούστηκαν με βαρειές απώλειες εκατέρωθεν. Η αντεπίθεση του Εθνικού Στρατού είχε επίσης πολλές απώλειες και οι δύο στρατοί ήταν ισόπαλοι από άποψη θέσεων με τις κυβερνητικές δυνάμεις να υπερτερούν κατά πολύ. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του 1948 όταν ο ΔΣΕ σταδιακά αποχώρησε για την ενίσχυση του μετώπου στο Γράμμο.

Η παρουσία των Βλάχων εντοπίζεται ιδιαίτερα στην Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία, χωρίς να αποτελούν συμπαγή γεωγραφική ενότητα σε καμιά από τις περιοχές αυτές. Οι Βλάχοι κατοικούσαν αρχικά στα διάφορα βλαχοχώρια, γνωστά ως μητροπολιτικές ή πρωταρχικές εστίες. Από τις μητροπολιτικές εστίες μετακινήθηκαν ως «διασπορά» σ’ όλο τον Ελλαδικό και, εν μέρει, και στο Βαλκανικό χώρο, όπου δημιούργησαν είτε αμιγείς νέους βλάχικους οικισμούς, είτε συγκατοίκησαν με άλλους μη βλάχικους πληθυσμούς.

Υπάρχει μια ομάδα αμιγών βλάχικων χωριών που κατοικούνται χειμώνα – καλοκαίρι, όπως το Μέτσοβο, το Ματσούκι ,το Λιβάδι του Ολύμπου, η Κλεισούρα, η Μηλιά κ.λπ. Μια δεύτερη ομάδα, όπως η Σαμαρίνα, η Σμίξη, η Αβδέλλα, το Περιβόλι, τα Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου κ.λπ., κατοικείται μόνο το καλοκαίρι από ελάχιστους κτηνοτρόφους και από παραθεριστές που κατάγονται από τα χωριά αυτά και επισκέπτονται τη γενέτειρά τους. Τέλος υπάρχουν χωριά που παραμένουν ακατοίκητα ή έχουν έναν ελάχιστο αριθμό κατοίκων, 10-20, όπως το Νυμφαίο, το Πισοδέρι, το Συρράκο, το Χιονοχώρι Σερρών κ.ά.

«Οι Βλάχοι δεν πρέπει να ταυτίζονται πάντοτε με κτηνοτρόφους. Διότι ή πρώτη σημασία του όρου Βλάχος είναι λατινόφωνος. Βλάχοι ήταν όλοι οι υπήκοοι τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Βρετανία έως τον Βόσπορο, όπου διαπιστώνεται χρήση τής λατινικής γλώσσας, γενική ή κατά νησίδες». (Αχιλλέας Λαζάρου)

Οι περισσότεροι Βλάχοι είναι κτηνοτρόφοι και έχουν μια πολύ μεγάλη ιστορία. Για την καταγωγή τους οι απόψεις διίστανται αφού δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά για ιστορική τεκμηρίωση και τα υπάρχοντα αμφισβητούνται. Σε όλο αυτό βέβαια εμπλέκεται και η πολιτική διάσταση και καταλήγει να είναι ένα περίπλοκο θέμα. Πάντως στο μόνο σημείο που συμφωνούν οι απόψεις είναι ότι οι Βλάχοι αποτελούν λατινόφωνη πληθυσμιακή ομάδα.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι κατάγονται από τους αποίκους που εγκατέστησε ο Ρωμαίος Τραϊανός (53-117) στις αρχές του 2ου αι. στη Βαλκανική Χερσόνησο, όταν την κατέκτησε. Και φυσικά με τον καιρό αφομοιώθηκαν και εξελληνίστηκαν, ιδιαίτερα όσοι κατοίκησαν στην Ήπειρο και Θεσσαλία.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι όλοι οι Βλάχοι, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής, έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή, δηλαδή είναι αυτόχθονες Έλληνες που εκλατινίστηκαν από τους Ρωμαίους, είτε γιατί υπηρετούσαν στο ρωμαϊκό στρατό είτε γιατί, λόγω δουλειάς (επιστήμονες, έμποροι, τεχνίτες, κ.ά.), έρχονταν σε επαφή με τους Ρωμαίους. Σ’ αυτούς επίσης οι Ρωμαίοι ανέθεσαν την οροφυλακία (φρούρηση) ορισμένων σημαντικών οδικών κόμβων και ορεινών περασμάτων, και σαν ανταμοιβή τούς έδωσαν σημαντικά προνόμια, όπως την άσκηση της κτηνοτροφίας σε νεκρές περιόδους. Και από αυτούς προέρχονται οι Βλάχοι της Ελλάδας, οι Ελληνοβλάχοι. Ίσως η αλήθεια να είναι κάπου ενδιάμεσα, ότι δηλαδή οι Ρωμαίοι έφεραν μεν αποίκους αλλά υπήρχαν και γηγενείς ελληνικής καταγωγής που αναμείχθηκαν με αυτούς και δημιούργησαν μια φυλή, η οποία εξελίχτηκε σε έναν συγκροτημένο λαό με ίδια κοινωνικά και πολιτιστικά γνωρίσματα.

Τέλος υπάρχει και η άποψη ότι ήταν μια φυλή που κατοικούσε στη Χερσόνησο του Αίμου και εκσλαβίστηκε από τους Βουλγάρους, όταν αυτοί κατέλαβαν την περιοχή και τους χρησιμοποιούσαν στο στρατό τους. Και όταν αργότερα (9ο αι.) οι Βούλγαροι κατέλαβαν νοτιότερες περιοχές (π.χ. Θεσσαλία), οι Βλάχοι τους ακολούθησαν, προφανώς από συμφέρον, κι εγκαταστάθηκαν κι αυτοί εκεί.

Η παρουσία τους σε ελληνικό μέρος αναφέρεται για πρώτη φορά το 976 στο έργο του βυζαντινού χρονογράφου Ιωάννη Σκυλίτζη, και συγκεκριμένα στη θέση «Καλαί Δρύες» μεταξύ Καστοριάς και Πρέσπας. Σ’ αυτό το έργο ο Σκυλίτζης τους ονομάζει «οδίται» ( Hoditae ) από τη λέξη «οδός», και προφανώς αναφέρεται στους οδοιπόρους ή οδοφύλακες. Από εκεί ανέβηκαν στα ψηλά βουνά της Πίνδου, και ιδιαίτερα στο Περιστέρι (2294μ.), την ψηλότερη κορυφή και βορειότερο όρος του ορεινού όγκου Λάκμος της Ν. Πίνδου, στα ΝΔ του Μετσόβου. Ο λόγος που τους έφερε εδώ δεν ήταν μόνο οι διάφορες ληστρικές επιδρομές, αλλά κυρίως τα άφθονα λιβάδια, αφού οι Βλάχοι ήταν ανέκαθεν μια φυλή νομάδων ή ημινομάδων κτηνοτρόφων. Όταν όμως πολλαπλασιάστηκαν, απλώθηκαν και στα βουνά του Ζαγορίου και της Μερόπης στην περιοχή του Πωγωνίου, και σταδιακά και στις πεδιάδες Ιωαννίνων και Δρόπολης (σημερινή Αλβανία). Αυτό μαρτυρούν τα διάφορα βλάχικα τοπωνύμια, που αναφέρονται πριν από το 1319 στις περιοχές αυτές, όπου έζησαν ανεξάρτητοι μέχρι το 1333 μέχρι την υποταγή τους στον Ανδρόνικος Γ′ Παλαιολόγο, χάριν των ποιμνίων τους, κατά τον ιστορικό Ιωάννη Λαμπρίδη.

Επί Τουρκοκρατίας άρχισαν να δημιουργούν πιο μόνιμους οικισμούς κυρίως σε δυσπρόσιτα σημεία, οι οποίοι αναπτύχθηκαν και λόγω της θέσης τους που τους εξασφάλιζε μια σχετική αυτονομία και λόγω της ηρεμίας που επικρατούσε με την αυστηρή πειθαρχία που είχαν επιβάλλει οι Οθωμανοί. Η συγκρότηση βλάχικων οικισμών αρχίζει όταν οι Βλάχοι εγκαταλείπουν την καθαρά νομαδική ζωή και γίνονται ημινομάδες (χειμώνα στα χειμαδιά και καλοκαίρι στα βουνά). Αργότερα όταν δημιουργήθηκε πλεόνασμα κτηνοτροφικών προϊόντων, τα προϊόντα αυτά διοχετεύτηκαν στην αγορά και αναπτύχθηκαν βιοτεχνίες σχετικές με την κτηνοτροφία και πολλοί Βλάχοι επιδόθηκαν στο εμπόριο.

Στο θέμα των Βλάχων όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης, την καταγωγή τους , την ομάδα στην οποία ανήκουν, τα κληρονομικά και ιστορικά τους στοιχεία (καταβολές), οι απόψεις διίστανται. Πάντως στο μόνο σημείο που συμφωνούν οι απόψεις είναι ότι οι Βλάχοι αποτελούν λατινόφωνη πληθυσμιακή ομάδα.

Οι Βλάχοι βρίσκονται σε διάφορες περιοχές της Βαλκανικής (Αλβανία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Π.Γ.Δ.Μ., Τουρκία και -οι περισσότεροι- στην Ελλάδα). Οι κυριότερες απόψεις για την ετυμολογία της λέξης «Βλάχος» είναι ότι προέρχεται: α) από την παλαιοσλαβική λέξη Vlah που σημαίνει τον ξένο, το μη Σλάβο αλλά λατινόφωνο, β) από τη γερμανική λέξη Walachen, που σημαίνει τον ξένο, τον μη Γερμανό αλλά λατινόφωνο, γ) από την τουρκική λέξη «φελάχος» που σημαίνει αγρότης, και δ) προέρχεται από τη λέξη «βλήχημα» που σημαίνει βέλασμα.

Η αρωμουνική γλώσσα βασίζεται πάνω στην λατινική, τη γλώσσα των Ρωμαίων, οπότε είναι λογικό η έρευνα για την καταγωγή των Βλάχων να ξεκινά από τη μελέτη της ρωμαϊκής ιστορίας. Οι Ρωμαίοι, αφού άρχισαν να συγκεντρώνουν δύναμη, στράφηκαν προς την αρχαία Ελλάδα και τη βαλκανική χερσόνησο. Στα 229 π.Χ. ξεκίνησαν τις προσπάθειες τους για την κατάκτηση των Βαλκανίων με τον Α’ Ιλλυρικό πόλεμο τις οποίες ολοκλήρωσαν το 106 μ.χ. με την κατάκτηση της Δακίας. Καθοριστικό ρόλο στον εκλατινισμό των Βαλκανίων έπαιξε και το διάταγμα του Καρακάλα, το 212 μ. X., με το οποίο όλοι οι κάτοικοι των ρωμαϊκών επαρχιών απέκτησαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Έτσι, λόγοι στρατιωτικοί, οικονομικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί συνέβαλαν στη λατινοφωνία των Βαλκανίων.

Η πλειοψηφία των Βλάχων, τόσο στο μητροπολιτικό τους χώρο ( Ελλάδα ), όσο και στη διασπορά ( γύρω Βαλκανικές Χώρες ), όταν αυτοπροσδιορίζονται, στην ίδια τους τη γλώσσα, κάνουν χρήση του όρου “Αρμούν-Αρμούνι”, ο οποίος συναντιέται σε διάφορες φωνολογικές παραλλαγές και νεολογικούς τύπους και που αναφέρεται στον εκλατινισμένο υπήκοο του ρωμαϊκού κράτους. (Αστέριος Κουκούδης).

Ο όρος “Αρμούν” είναι παραφθορά του λατινικού όρου “Romanus”, όπως ο όρος “Ρωμιός” είναι παραφθορά του ελληνικού όρου “Ρωμαίος”. Ωστόσο, οι δύο αυτοί όροι είναι ταυτόσημοι καθώς και οι δύο προσδιορίζουν, ο ένας στα λατινικά και ο άλλος στα ελληνικά, τον “πολίτη” και αργότερα τον “πολιτισμικό κληρονόμο” της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της μετέπειτα Ρωμανίας, της κρατικής και πολιτισμικής οντότητας που είναι περισσότερο γνωστή σε μας με το νεολογικό όρο Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε πως οι όροι “Ρουμανία” και “Ρουμάνοι” είναι, μάλλον, δύο όροι νεολογικοί που υιοθετήθηκαν από τους Ρουμάνους μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα.

Ο όρος “βλάχος-βλάχοι”, με το βήτα μικρό, από τους βυζαντινούς ακόμη χρόνους και μέχρι σήμερα δηλώνει εκείνους τους πληθυσμούς, όχι απαραίτητα βλαχόφωνους, που ασχολούνται με τη κτηνοτροφία και κυρίως τις νομαδικές και ημινομαδικές της μορφές. Κατ` επέκταση, ο όρος αυτός έφτασε στο σημείο να δηλώνει στα νεοελληνικά και πολλές φορές και στα βλάχικα το νομαδοκτηνοτρόφο, τον άξεστο, τον αγροίκο, τον απολίτιστο, το χωριάτη.

Τελικά, ο όρος “Βλάχος-Βλάχοι” μοιάζει να είναι ο επικρατέστερος και πιθανά ο ορθότερος για τον προσδιορισμό των Βλάχων. Και αυτό γιατί οι ίδιοι οι Βλάχοι προτιμούν να χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο όταν αυτοπροσδιορίζονται στα ελληνικά, ενώ παράλληλα ο όρος αυτός γίνεται κατανοητός και είναι σε χρήση και στις υπόλοιπες βαλκανικές γλώσσες, σε αντιδιαστολή με τους όρους “Αρμούν-Αρμούνι” που είναι άγνωστος πέρα από τους κύκλους των ειδικών και βέβαια τους ίδιους τους Βλάχους.

Κουτσόβλαχος, είναι η ελληνική απόδοση του τούρκικου Κιουτσούκ Βαλάχ (Küçük Wallachia )= Μικρή Βλαχία. Έτσι ονομαζόταν η Αιτωλοακαρνανία κατά την εποχή του Βυζαντίου, σε αντίθεση με τo Μπουγιούκ Βαλάχ (Büyük Wallachia)= Μεγάλη Βλαχία όπως ονομαζόταν η περιοχή της Θεσσαλίας. Ο όρος έγινε αποδεκτός ως διπλωματικός.

“Ο όρος “Κουτσόβλαχος-Κουτσόβλαχοι”, όποια και αν είναι ετυμολογική του ανάλυση, είτε από τα τουρκικά, είτε από τα νεοελληνικά, και παρά τη χρήση του για πολύ περισσότερο από έναν αιώνα, είναι ένας αποτυχημένος σύνθετος και μάλλον νεολογικός όρος, ο οποίος επιπλέον μοιάζει να είναι προσβλητικός για τους Βλάχους” (Αστέριος Κουκούδης)

“Οι Βλάχοι σε όλη την ιστορική τους διαδρομή μιλούσαν τα βλαχικά σαν δεύτερη επίκτητη γλώσσα η οποία επέζησε στην προφορική της μορφή. Ο γλωσσικός τους κώδικας δεν παρουσίασε γραπτό λόγο, αλλά επαρκούσε στην επικοινωνία μεταξύ τους και αποτελούσε ιδιαίτερο όργανο συνεννόησης. Παράλληλα δημιουργήθηκε και ένα αντίστοιχο λεξιλόγιο το οποίο έπαιρνε διαφορετική μορφή ανάλογα με την πολιτιστική και οικονομική τους ανάπτυξη και με τη σχέση τους με τους λαούς που γειτνίαζαν γεωγραφικά και πολιτιστικά.” (Αντώνης Κολτσίδας).

Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες έρχονται από τους Θ.Α. Καβαλλιώτη και το Δανιήλ τον Μοσχοπολίτη οι οποίοι έγραψαν, εκτός από θρησκευτικά και άλλα κείμενα, ο πρώτος ένα τρίγλωσσο Ελληνο-Αλβανο-Βλαχικό λεξικό από 1170 λέξεις και ο δεύτερος, ένα τετράγλωσσο Ελληνο-Αλβανο-Βλαχο-Βουλγάρικο λεξικό. Αργότερα ακολούθησε μια πιο συστηματική έρευνα της κουτσοβλαχικής γλώσσας με ιστοριολαογραφικές και γλωσσικές εργασίες τόσο στη ξένη όσο και στην ελληνική βιβλιογραφία (G. Weigand, A.Wace, Μ.Thompson, Αντ. Σπηλιωτόπουλος, Μιχ. Χρυσοχόου, Αντ. Κεραμόπουλος, Ευαγ. Αβέρωφ, Τηλ. Κατσουγιάννης κ. ά.).

Η πορεία που διέγραψαν οι βλάχικες κοινότητες της Ελλάδας ήταν μακριά και επίπονη με το επίσημο κράτος να κρατά στάση ουδέτερη έως αφιλόξενη. Από τις δεκαετίες του ΄60 και΄70 άρχισε η δραστηριοποίηση των Βλάχων και η εδραίωσή τους στον ελληνικό χώρο. Κυρίως αυτοί που βρέθηκαν σε μεγάλα αστικά κέντρα συσπειρώθηκαν συγκροτώντας συλλόγους κάνοντας γνωστή την ύπαρξή τους, την ιστορία τους και την προσφορά τους στο έθνος σε κάθε πτυχή οικονομική, εθνική και πνευματική, γεγονός που αποδεικνύει την ταύτισή τους με τον ελληνισμό. Ταυτόχρονα με τους συλλόγους αναπτύχθηκε και το ερευνητικό και συγγραφικό ενδιαφέρον το οποίο έχει εμπλουτίσει τη βιβλιογραφία σχετικά με τους Βλάχους και την ιστορία τους.

“Η κουτσοβλαχική γλώσσα, ενώ μιλιόταν αδιάλειπτα στο κλειστό κοινωνικό της περιβάλλον μέχρι το 1860, στη συνέχεια άρχισε, εξαιτίας της ρουμανικής προπαγάνδας, να μπαίνει σε δοκιμασία. Μετά τις οικονομικές και δημογραφικές ανακατατάξεις που επήλθαν στα βόρεια τμήματα του ελλαδικού χώρου, στα 1912, και κυρίως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο κουτσοβλαχικός πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει τις πατροπαράδοτες εστίες, καθώς και την αντίστοιχη παράδοσή του. Το αποτέλεσμα ήταν να μετακινείται στα αστικά κέντρα και να σηματοδοτείται μ’ αυτόν τον τρόπο η συρρίκνωση του γλωσσικού του ιδιώματος. Παρ’ όλα αυτά όμως διαχρονικά επέζησε σε ικανοποιητικό βαθμό μέχρι και τη δεκαετία του 1960-1970. Σήμερα η κουτσοβλαχική γλώσσα δεν μιλιέται πλέον παρά ελάχιστα και η τέλεια εξαφάνισή της είναι ορατή, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Και αφού βέβαια ο δίγλωσσος κουτσοβλαχικός πληθυσμός χάνει την επίκτητη γλώσσα του και ενσωματώνεται πλήρως στην ελληνοφωνία, χάνει και την προσωνυμία του ως «Κουτσόβλαχοι», αφού η γλώσσα του αποτελούσε το μόνο ειδοποιό στοιχείο που τον χαρακτήριζε. Έτσι, με το τέλος του αιώνα μας κλείνει ένας μακραίωνος κύκλος της κουτσοβλαχικής γλώσσας, καθώς και ο ιστορικός ρόλος των Κουτσοβλάχων, οι οποίοι πρόσφεραν τα πάντα στην ιδέα και το όραμα του ελληνισμού με την ανεκτίμητη εθνική, οικονομική και πολιτισμική τους δραστηριότητα.” (Δρ. Αντώνης Μιχ. Κολτσίδας στη μελέτη του «Η σημερινή κατάσταση της κουτσοβλαχικής γλώσσας στον Ελλαδικό χώρο»).

Στην πορεία όμως πάντοτε υποβόσκουν, αναπτύσσονται και προβάλλονται οι επιδιώξεις μιας μερίδας, η οποία διαρκώς θα πρέπει να ανακινεί θέματα για πολιτικούς λόγους. Γίνονται συχνές αναφορές για την ταυτότητά των Βλάχων, δίχως τη δική τους συλλογική συγκατάθεση, δημιουργούνται αλυτρωτικά θέματα και παρεμβαίνουν φορείς άσχετοι, χωρίς ουσιαστικά να έχουν το δικαίωμα. Επιπλέον διάφορες Μ.Κ.Ο. χρίζονται αυτόκλητοι προστάτες των δικαιωμάτων των Βλάχων, της ιστορίας και της γλώσσας τους, αναλαμβάνοντας αυθαίρετα πρωτοβουλίες. Οι Βλάχοι τις Ελλάδας υπερτερώντας αριθμητικά από τους υπόλοιπους που ζουν στις διάφορες Βαλκανικές χώρες αποτελούν ένα υγιές σκέλος του εθνικού, κοινωνικού και πολιτιστικού ιστού. Και κανείς δεν μπορεί να προασπίσει τα συμφέροντά τους εκτός από τους ίδιους και από την ίδια την Ελλάδα στην οποία ανήκουν.

Η δημιουργία του κουτσοβλαχικού ζητήματος τοποθετείται πριν από την ανεξαρτησία της Βλαχίας και της Μολδαβίας από την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Τα αίτια της δημιουργίας του ζητήματος υπήρξαν ο ρουμανικός μεγαλοϊδεατισμός και η ανάγκη αποπροσανατολισμού των Βλαχο-μολδαβών από την απώλεια της Τρανσυλβανίας από την Αυστρο-ουγγαρία και της Βεσσαραβίας από τη Ρωσία. Επειδή κάθε αντίδραση προς αυτές τις Μεγάλες Δυνάμεις εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τις ηγεμονίες έστρεψαν το ενδιαφέρον στους Βλάχους της Θεσσαλίας , Ηπείρου και Μακεδονίας τους οποίους χαρακτήριζαν ομοεθνείς τους. Η δημιουργία του κουτσοβλαχικού ζητήματος δημιουργήθηκε αρχικά το 1849. Το 1863-64 υποστηρίχτηκε επίσημα από τη ρουμανική κυβέρνηση.

Το 1860 ιδρύθηκε ‘Μακεδονορουμανικό κομιτάτο’’ Societatea culturala macedo-romana) και οι ηγέτες του με προκηρύξεις ζητούσαν την ίδρυση του «Μεγάλου Ρουμανικού Κράτους» στη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία, διότι κατ΄αυτούς οι επαρχίες αυτές κατοικούνταν ως επί το πλείστον από Ρουμάνους. Την οικονομική ενίσχυση του Κομιτάτου είχε αναλάβει ο ηγεμόνας της Ρουμανίας Αλέξανδρος Κούζας με χρήματα από τα πολυάριθμα ελληνικά μοναστήρια της Βλαχίας , τα οποία είχε κατασχέσει.

Σε γενικές γραμμές, στόχος της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξε πρώτον, η προσέλκυση των Βλάχων με ελληνική συνείδηση των περιοχών της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, και δεύτερον η αποσκίρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εξασφάλιση εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής αυτονομίας.

Με την υπογραφή του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου αναγνωρίζεται από την επίσημη Ελλάδα θρησκευτική και εκπαιδευτική ρουμανική μειονότητα στον καθαυτό ελληνικό χώρο, Μακεδονία, Ηπείρου και Θεσσαλία , με αντάλλαγμα την υποστήριξη εκ μέρους της Ρουμανίας των εθνικών μας δικαίων, τα οποία επιχειρούσαν να σφετεριστούν οι Βούλγαροι. Την ενέργεια του Ελευθερίου Βενιζέλου, άλλοι θεώρησαν ως ανίερη πράξη σε βάρος ενός τμήματος του ελληνικού πληθυσμού και άλλοι ως ένα αναγκαίο διπλωματικό ελιγμό προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύνοια της Ρουμανίας στα εθνικά μας δίκαια, αλλά και για την εξισορρόπηση ανάλογης παραχώρησης της Βουλγαρίας προς την Ρουμανία στο περιθώριο της συνδιασκέψεως του Λονδίνου.  Πάντως το τίμημα της μειονοτικής πολιτικής του Βενιζέλου το πλήρωσαν πολύ ακριβά οι Ελληνόβλαχοι στις επόμενες δεκαετίες. Μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28/7/1913), που τους παραχώρησε εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά προνόμια, αναγνωρίζοντας κατά κάποιον τρόπο αυτόν τον ισχυρισμό τους, έστειλαν γιατρούς και δασκάλους και δημιούργησαν σχολεία για τη διδασκαλία της ρουμάνικης γλώσσας, κάνοντας συγχρόνως δελεαστικά κηρύγματα και πλουσιοπάροχες προσφορές στις οικογένειες που έστελναν τα παιδιά τους σ’ αυτά. Εννοείται ότι όπου αυτά δεν γίνονταν αποδεκτά, ασκούσαν βία, πιέσεις και διωγμούς.

Πρωταρχική θέση στη ρουμανική προπαγάνδα είχαν ο Μοναχός Αβέρκιος και ο δάσκαλος Απόστολος Μαργαρίτης. Όλη αυτή η προπαγάνδα γινόταν με την υποστήριξη της Οθωμανικής κυβέρνησης και την οικονομική ενίσχυση του ρουμανικού κράτους.

Παρά την ίδρυση σχολείων, οικοτροφείων και οικονομική ενίσχυση φτωχών οικογενειών, οι επιτυχίες που σημειώθηκαν δεν ήταν οι αναμενόμενες. Τα περισσότερα χωριά της Ηπείρου αντιτάχθηκαν σθεναρά.

Το Μέτσοβο σαν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο των βλαχόφωνων χωριών της οροσειράς της Πίνδου, δέχτηκε τη μεγαλύτερη πίεση της ρουμανικής προπαγάνδας. Οι Βλάχοι όμως, ειδικά στο Μέτσοβο, αντιστάθηκαν πεισματικά, εμμένοντας στην ελληνική καταγωγή τους και στην κατοίκηση της Πίνδου από τα πολύ παλιά χρόνια, αχρηστεύοντας έτσι τελείως όλη τη ρουμανική προπαγάνδα, που στηριζόταν σε λανθασμένες θεωρίες. Έτσι κατέστησαν σχεδόν άχρηστα τα προνόμια που είχαν δοθεί στους Ρουμάνους. Ήταν τόσο σθεναρή η αντίσταση των Βλάχων που ακόμα και Ρουμάνοι αρμόδιοι αναγκάστηκαν τελικά να την αποδεχτούν. Επιπλέον οι επιστήμονες, με τις έρευνές τους, έχουν αποδείξει ότι όλες αυτές οι Ρουμάνικες θεωρίες είναι λανθασμένες και ότι όλοι οι Βλάχοι της Πίνδου είναι αυτόχθονες με ελληνική καταγωγή .

Η οικονομία των βλαχοχωριών στηριζόταν κατά κύριο λόγο στην κτηνοτροφία, το κερατζιλίκι (αγωγιατισμός, μεταφορά) και το εμπόριο. Στην περίοδο της ακμής τους είχαν πολλές χιλιάδες γιδοπρόβατα και αναζητούσαν πεδινά βοσκοτόπια. Η τυροκομία αποτελούσε δευτερεύουσα δραστηριότητα, συμπληρωματική της κτηνοτροφίας. Οι Βλάχοι αποκτούσαν εισοδήματα εμπορευόμενοι τα κτηνοτροφικά και βιοτεχνικά προϊόντα τους (τυρί, γάλα, μαλλί, βελέντζες, υφαντά) στις εμποροπανηγύρεις, όπου προμηθεύονταν τα απαραίτητα γεωργικά προϊόντα για τη διατροφή τους (σιτάρι, λάδι, καλαμπόκι),δεδομένου ότι η γεωργία τους ήταν στοιχειώδης.

Από τον 10ο αιώνα οι Βλάχοι που εμφανίζονται με αυτό το όνομα στις ιστορικές πηγές ασχολήθηκαν με τη φύλαξη των περιοχών που τους ανέθετε η εκάστοτε διοίκηση και παράλληλα με την κτηνοτροφία. Από τον 5ο μέχρι τον 14ο αιώνα εμφανίστηκε η κτηνοτροφία με την μορφή του νομαδισμού, δηλαδή των εποχιακών μετακινήσεων δύο φορές το χρόνο άνοιξη και φθινόπωρο.

Τα βλαχοχώρια της Βόρειας Πίνδου δημιουργήθηκαν από συνένωση των θερινών κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων (κατούνες) οι οποίες στην πορεία μετατράπηκαν σε σταθερούς ορεινούς οικισμούς και κοινότητες και η κτηνοτρoφία από νομαδική σε ημινομαδική.

Η βάση πάνω στην οποία στηριζόταν η κτηνοτροφία των Βλάχων, κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, ήταν το τσελιγκάτο, το οποίο ήταν μια μορφή κτηνοτροφικού συνεταιρισμού που αποτελούνταν από πολλές οικογένειες οι οποίες συμβίωναν και συνεργάζονταν στα πλαίσια της ομαδικής εποχιακής μετακίνησης. Τα μέλη αυτά συνδέονταν άλλοτε με συγγένεια και άλλοτε δεν υπήρχε κανένας δεσμός συγγένειας. Οι κατηγορίες των κτηνοτρόφων ήταν οι τσέλιγκες οι οποίοι είχαν πολλά πρόβατα, οι σμίχτες που είχαν λιγότερα από τους τσέλιγκες και οι τσοπάνοι οι οποίοι κατείχαν το μικρότερο αριθμό προβάτων απ΄όλους.

Η λέξη τσέλιγκας προέρχεται από τη σλάβικη λέξη «celinik» που σημαίνει τον αρχιποιμένα, τον πλούσιο ιδιοκτήτη πολυάριθμων προβάτων και ο όρος πλέον σήμαινε τον ηγέτη της κοινότητας του «τσελιγκάτου». Το αξίωμα του τσέλιγκα δεν ήταν απαραίτητα κληρονομικό δικαίωμα, αλλά υπήρχαν περιπτώσεις όπου το αξίωμα το έπαιρνε, κατά γενική ομολογία, ο ικανότερος. Ο τσέλιγκας ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε το τσελιγκάτο και διαχειριζόταν όλες τις υποθέσεις ,συνεπώς έπρεπε να γνωρίζει έστω στοιχειωδώς γραφή και ανάγνωση. Επίσης εκπροσωπούσε το τσελιγκάτο στην ενοικίαση των λιβαδιών, στις επαφές με τους τυρέμπορους, στις προμήθειες των ζωοτροφών και γι’ αυτό απαλλασσόταν από τις καθαρά κτηνοτροφικές εργασίες (άρμεγμα , βοσκή κ.λπ.)

Πάντως η εντύπωση πως οι βλάχικες κοινότητες ήταν πάντα συνδεδεμένες αποκλειστικά με την κτηνοτροφία δεν καθρεφτίζει την πραγματικότητα. Η ταύτιση των Βλάχων με την κτηνοτροφία και μάλιστα με τις νομαδικές της μορφές ήταν αποτέλεσμα περισσότερο της ιστορικής, οικονομικής και πολιτισμικής τους εξέλιξης, αλλά και της προσαρμογής τους προς το περιβάλλον και τις πολιτικές συνθήκες. Οι οικονομικές συνθήκες και η ανάγκη για επιβίωση οδήγησαν τους Βλάχους στο να αναπτύξουν τη νομαδική κτηνοτροφία περισσότερο από άλλους και να ταυτιστούν με αυτή.

Οι μετακινήσεις των Βλάχων της Πίνδου γινόταν δύο φορές το χρόνο το καλοκαίρι προς τα ορεινά και το χειμώνα προς τα πεδινά. Ορόσημο για τις μετακινήσεις του ήταν το φθινόπωρο μετά τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου που κατέβαιναν στα πεδινά βοσκοτόπια για την περίοδο του χειμώνα και η άνοιξη μετά τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου που ανέβαιναν στα ορεινά βοσκοτόπια για τους καλοκαιρινούς μήνες. Παλιότερα, όταν το ταξίδι διαρκούσε για μέρες και υπήρχαν μεγάλοι κίνδυνοι, ο σχηματισμός της πορείας ήταν καθορισμένος: μπροστά πήγαιναν οι άνδρες, οπλισμένοι, ακολουθούσαν τα ζώα φορτωμένα με τα υπάρχοντά τους και τα γυναικόπαιδα και στο τέλος πάλι οπλισμένοι άνδρες. Τα ζώα ακολουθούσαν βόσκοντας, φυλασσόμενα από οπλισμένους άνδρες και τσοπανόσκυλα. Όταν δεν υπήρχε κίνδυνος, τα πρόβατα ακολουθούσαν βόσκοντας, φυλασσόμενα μόνο από τους βοσκούς και τα τσοπανόσκυλα.

Ο Δαμιανάκος (2003) αναφέρει ότι υπήρχε στενή σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στον ποιμενικό και στο ληστρικό κόσμο. Αρκετοί ληστές έβρισκαν κρησφύγετο στο τσελιγκάτο, όπου συχνά επένδυαν τη λεία από τις ληστείες. Η συμμορία είχε σαν κύρια πηγή ανεφοδιασμού της τη στάνη, ενώ παράλληλα της εξασφάλιζε την αναγκαία προστασία.

Οι σχέσεις του τσέλιγκα με τους τσομπάνηδες που απασχολούνταν στο τσελιγκάτο του έγιναν με την πάροδο του χρόνου σχέσεις απόλυτης εξάρτησης. Ο τσέλιγκας με την οικονομική του ισχύ ήταν ο προστάτης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο και οι υποτακτικοί του εξασφάλιζαν, εκτός από την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ασφάλεια, λόγω των διασυνδέσεων του τσέλιγκα με ισχυρά άτομα εντός και εκτός της περιοχής. Βέβαια μπορεί να είχαν την οικονομική ασφάλεια, αλλά δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να πλουτίσουν. Η κυριαρχία αυτή των τσελιγκάδων στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο δημιούργησε ένα χάσμα που χώριζε τους πλούσιους από τους φτωχούς.

Από τον 18ο αιώνα το μεταφορικό και μεταπρατικό δίκτυο στο Μέτσοβο ήταν τόσο αναπτυγμένο, ώστε να παρέχει εργασία στους άνεργους νέους οι οποίοι προτιμούσαν αυτόν τον τομέα απασχόλησης με την προοπτική πλουτισμού, παρά την ενασχόληση με την κτηνοτροφία η οποία τους καθιστούσε έρμαιο στις διαθέσεις της άρχουσας τάξης η οποία έλεγχε εκείνη την εποχή την κτηνοτροφία του Μετσόβου.

Μια άλλη λύση, στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρξε η μετανάστευση στην Αμερική γεγονός που είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις στα Βαλκάνια. Πολλά μέλη της κτηνοτροφικής κοινότητας ξενιτεύονταν με απώτερο σκοπό την οικονομική ανεξαρτησία και τη δημιουργία ενός κοπαδιού. Οι περισσότεροι πάντως δεν τα κατάφεραν.

Η αγροτική μεταρρύθμιση ξεκίνησε το 1917 και κράτησε κάποιες δεκαετίες. Οι μεταρρυθμίσεις αποσκοπούσαν στην κατάργηση του συστήματος των τσιφλικιών, την απαλλοτρίωση της γης και τη διανομή της στους αγρότες. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είχαν σαν αντίκτυπο την κατάργηση του τσιφλικιού και την παρακμή του τσελιγκάτου.

Η διανομή της γης σήμανε μετατροπή των παλιών βοσκότοπων σε καλλιεργήσιμα εδάφη με συνέπεια τη μείωσή τους για τις βοσκές. Τα ενοίκια για τους βοσκότοπους ανέβηκαν υπερβολικά σε σύγκριση με αυτά που ίσχυαν παλιότερα, η έλλειψη επαρκών βοσκότοπων αποτελούσε πρόβλημα και οι εντατικές καλλιέργειες έκαναν αδύνατο το πέρασμα των κοπαδιών.

Από την άλλη πλευρά οι αγρότες συνδύασαν τη γεωργία με τη στατική κτηνοτροφία χρησιμοποιώντας τα ακατάλληλα για καλλιέργεια εδάφη για τη βοσκή των δικών τους ζώων.

Οι εξελίξεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα αλλαγές στην πορεία των τσελιγκάδων από τους οποίους άλλοι επένδυσαν τον πλούτο και την οικονομική τους δραστηριότητα σε έγγεια ιδιοκτησία παρατείνοντας για λίγο τη ζωή των τσελιγκάτων, άλλοι τοποθέτησαν τα χρήματά τους αγοράζοντας γεωργικές εκτάσεις στη Θεσσαλία, πολλοί επιχείρησαν επενδύσεις στο εμπόριο και στα αστικά επαγγέλματα και ένα μέρος των πλουσιότερων εγκατέλειψαν τον ημινομαδικό τρόπο ζωής και εγκαταστάθηκαν σε πεδινά χωριά ή σε αστικά κέντρα.

Σημαντικό για την κοινότητα των κτηνοτρόφων υπήρξε το γεγονός ότι η διαδικασία διανομής γης σε ακτήμονες αγρότες, έδωσε τη δυνατότητα σε φτωχές οικογένειες να αποκτήσουν κλήρους έγγειας ιδιοκτησίας. Πολλές οικογένειες εγκατέλειψαν τον ημινομαδισμό και την κοινότητα στη δεκαετία του 1920. Αυτές ήταν το φτωχότερο και καταπιεσμένο τμήμα της κοινότητας που πρώτο επωφελήθηκε από την ευκαιρία να απαλλαγεί από την τυραννία των τσελιγκάδων. Κάποιοι από αυτούς ξενιτεύτηκαν και δεν ξαναγύρισαν.

Η μεταρρύθμιση και όλες οι παραπάνω εξελίξεις είχαν αντίκτυπο όχι μόνον στους νομάδες αλλά και στην εθνική οικονομία, διότι αφ΄ενός ένας ζωτικός τομέας της χώρας κινδύνευε, αφ΄ετέρου ένα μέρος των ορεινών εκτάσεων ακατάλληλο για οποιαδήποτε άλλη χρήση θα έμενε ανεκμετάλλευτο. Και επί πλέον ήταν σημαντικό από πολιτική άποψη διότι στις εκτάσεις αυτές που κατά κανόνα βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές είναι αναγκαία η κατοίκηση για αμυντικούς, δημογραφικούς και κοινωνικο -πολιτικούς σκοπούς.

Η Κυβέρνηση πήρε μέτρα για την επίλυση του προβλήματος, το 1930 με νόμο για την προστασία των κτηνοτρόφων που αφορούσε στα δικαιώματα ενοικιοστασίου και το 1938 με την ψήφιση ενός διατάγματος βάσει του οποίου οι ημινομάδες κτηνοτρόφοι με τη εγγραφή τους στους καταλόγους των κοινοτήτων όπου ξεχειμώνιαζαν εξασφάλιζαν το δικαίωμα βοσκής στα κοινοτικά λιβάδια.

Με τα μέτρα αυτά πολλοί μικροκτηνοτρόφοι απέκτησαν δικά τους βοσκοτόπια και τους δόθηκαν πιστωτικές παροχές με τη μορφή δανείων. Με αυτόν τον τρόπο η μεγάλη μάζα των κτηνοτρόφων ανεξαρτοποιήθηκε.

Η περίοδος από την αγροτική μεταρρύθμιση μέχρι τον Εμφύλιο ήταν μεταβατική. Τα τσελιγκάτα αντικαταστάθηκαν από συνεταιρισμούς που είχαν πιο δίκαιη μορφή και υπήρχε ισοτιμία και καθολική συμμετοχή στις αποφάσεις.

Ο πόλεμος έδωσε την χαριστική βολή σε όλες αυτές τις αλλαγές των μεταρρυθμίσεων. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και κατόπιν ο εμφύλιος έπληξαν σημαντικά την κοινότητα.

Μία από τις οικονομικές δραστηριότητες με τις οποίες παραδοσιακά ασχολούνταν οι τσομπάνηδες για συμπλήρωμα του εισοδήματος των φτωχών τους νοικοκυριών καθώς και ο τρόπος να ξεπληρώσουν τα χρέη τους στους τσελιγκάδες ήταν το κερατζιλίκι (κερατζής: αγωγιάτης).

Η μεταφορά (το κερατζιλίκι) που αποτέλεσε το πρώτο στάδιο για την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας των Βλάχων τους υποχρέωνε να μετακινούνται σε πλαίσια πέρα από αυτά της κτηνοτροφικής δραστηριότητας και τους έδινε τη δυνατότητα ενός παράλληλου υποτυπώδους μεταγωγικού εμπορίου για δικό τους όφελος. Προέκυψε από την ανάγκη μετακινήσεων των κτηνοτρόφων και των κοπαδιών τους σε μεγάλες αποστάσεις προς εύρεση βοσκήσιμων λιβαδιών για την χειμερινή περίοδο (χειμαδιά) και την επιστροφή αυτών στα θερινά λιβάδια. Η δουλειά των κερατζήδων ήταν η επί πληρωμή μεταφορά εμπορευμάτων, αγαθών και ανθρώπων με τη βοήθεια μεταφορικών ζώων (άλογα, μουλάρια).

Σύμφωνα με τον Βασίλη Νιτσιάκο οι κερατζήδες, λόγω της άμεσης εξάρτησής τους από τον τομέα της κτηνοτροφίας, ποτέ δεν κατάφερναν να αποκτήσουν οικονομική χειραφέτηση. Το κερατζιλίκι το ασκούσαν συμπληρωματικά για ενίσχυση του εισοδήματος που προέρχονταν από την κτηνοτροφία. Βέβαια, ο ίδιος σημειώνει ότι η πρώτη αντίσταση στην κυριαρχία των τσελιγκάδων προήλθε από την επαγγελματική ομάδα των κερατζήδων, την περίοδο που η πορεία του τσελιγκάτου είχε πάρει την κατιούσα. H φύση της ενασχόλησης αυτής, που αφορούσε εμπόριο μικρής κλίμακας καθώς και μεταφορές και η επαφή τους με πρόσωπα, ιδέες και καταστάσεις τελείως δαφορετικά από τα γνωστά, λειτούργησε αφυπνιστικά στις συνειδήσεις των κερατζήδων.

Οι αγωγιάτες του Μετσόβου αποτέλεσαν μία από τις σπουδαιότερες επαγγελματικές ομάδες μεταφορέων του οθωμανικού χώρου. Στον οθωμανικό χώρο και ιδίως στον Βαλκανικό η διακίνηση των εμπορευμάτων διεξάγονταν σχεδόν αποκλειστικά με ημίονους. Ο αριθμός των ζώων που διατηρούσαν οι αγωγιάτες ποίκιλε ανάλογα με το είδος και τις αποστάσεις που κάλυπταν. Ωστόσο, ακόμη και οι αγωγιάτες που εκτελούσαν μόνο τοπικές μεταφορές, συντηρούσαν τουλάχιστον πέντε ημίονους.

Από το 1707 σε γραπτή μαρτυρία συναντάται η συντεχνιακή μορφή των Μετσοβιτών αγωγιατών ως το «ρουφέτι των αγωγιατών» πράγμα που καθιστά πιθανή την επαγγελματική αυτή ασχολία από παλαιότερες εποχές. Ουσιαστικές πληροφορίες υπάρχουν από τα μέσα του 17ο αιώνα και μετά, που μαρτυρείται παρουσία Μετσοβιτών «πραματευτάδων» (πλανόδιων εμπόρων) στην Κωνσταντινούπολη και τη Βενετία.

Μαρτυρίες από τοπικές πηγές φανερώνουν ότι εμφανίζονται στην αγορά του Μετσόβου ως πωλητές προϊόντων που τα διαθέτουν σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Οι δωρεές και οι χορηγίες τους σε μοναστήρια και ναούς φανερώνουν οικονομική επιφάνεια και επεκτείνονται μάλιστα στη συστηματική συμμετοχή στην τοπική εκκλησία. Η πολιτική, φορολογική και εκκλησιαστική αυτοδιαχείριση που απολαμβάνουν οι κάτοικοι της περιοχής από τα μέσα του 17ου αιώνα και μετά, αναδεικνύει τους αγωγιάτες και κυρίως τους πραματευτάδες του Μετσόβου, σαν το ευπορότερο κοινωνικό στρώμα, και τους κατατάσσει βαθμηδόν στην άρχουσα κοινωνική τάξη. Στη συντεχνία των αγωγιατών πολλά μέλη συγγενικά συμμετέχουν στα κοινά αντλώντας κεφάλαια με τη μορφή χρηματικών δανείων από την τοπική εκκλησία. Το χρηματικό κεφάλαιο της εκκλησίας αποτέλεσε ένα από τα κίνητρα για την εμπλοκή της άρχουσας κοινωνικής ομάδας στη διαχείρισή του και μερικές φορές λειτουργούσε ενίοτε και ως πιστωτικό απόθεμα για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της.

Στο 18ο και 19ο αιώνα σχηματίζουν μία από τις πιο δραστήριες ομάδες στη βιομηχανία μεταφοράς εμπορευμάτων στα Βαλκάνια. Το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα υπάρχουν στοιχεία για την εμπορική δραστηριότητα των Μετσοβιτών και γίνεται γνωστή η εμπορική τους κοινότητα των καθώς και η δράση τους σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο. Οι δύο ομάδες, αγωγιάτες και έμποροι, συνυπάρχουν εξίσου σε όλη τη διάρκεια αυτής της εμπορικής περιόδου. Η κοντινή απόσταση με τα Ιωάννινα που ήταν ένα από τα πιο σημαντικά εμπορικά κέντρα της οθωμανικής περιόδου λειτούργησε θετικά για το λόγο ότι η διαμετακόμιση προϊόντων από και προς τα Γιάννενα διενεργούνταν κυρίως από τους αγωγιάτες του Μετσόβου, αφού οι ορεινές διαβάσεις περνούσαν από το Μέτσοβο, ενώ οι Μετσοβίτες έμποροι, που είχαν ως έδρα των δραστηριοτήτων την ιδιαίτερη πατρίδα τους , εφοδίαζαν πρώτα την αγορά των Ιωαννίνων. Τα περάσματα του Μετσόβου χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή του κύριου όγκου των εμπορικών συναλλαγών τους και με τη δυτική Ελλάδα. Στην αρχή του 19ου αιώνα το εμπόριο των Μετσοβιτών μπαίνει στην πλέον δυναμική του φάση με τα όρια της δραστηριότητάς τους να επεκτείνονται μεταξύ Μόσχας, Καίρου, Μάλτας, Λιβόρνου και Τεργέστης, με μόνιμα εμπορική παρουσία σε πολλές πόλεις (Κέρκυρα, Σέρρες, Φιλιππούπολη, Οδησσός, Μπροντ, Μόσχα, Πετρούπολη, Σεβαστούπολη, Θεσσαλονίκη, Κισινάου, Ιάσιο, Γαλάτσι κ.ά. ) και ευκαιριακή στα πανηγύρια ή τις πλατείες του Σιστόβ, της Ουζουντζιόβας, του Ροστόβ, της Ορσόβας, της Σμύρνης, της Κύπρου, και της Δαμασκού. Η Κωνσταντινούπολη, το Βουκουρέστι και η Βιέννη είναι οι πόλεις με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση των Μετσοβιτών εμπόρων. Επί πλέον η Αλεξάνδρεια αποτελεί το νέο υπερπόντιο κέντρο εμπορικής δράσης και η φύση του εμπορίου βρίσκεται πλέον σε νέα φάση. Πολλοί Μετσοβίτες έμποροι έχουν συστήσει εμπορικούς οίκους στο εξωτερικό ασχολούμενοι με κάθε μορφή εμπορίου εισαγωγικού και εξαγωγικού.

Εισάγουν δέρματα μεγάλων ζώων (βόδια, βουβάλια, αγελάδες), τα οποία προμηθεύονται από περιοχές των βορειοανατολικών Βαλκανίων, με ένα σημαντικό μέρος να προορίζεται για άμεση πώληση στα εργαστήρια της Ηπείρου κυρίως των Ιωαννίνων και της Άρτας και εξάγουν κυρίως προς τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες καπνό, μετάξι, λάδι, καθώς και μαργαριτάρια, κοσμήματα, χρυσό και ασήμι. Τα μέταλλα αυτά διακινούνταν σε περιόδους νομισματικής κρίσης ως υποκατάστατα ενός παράλληλου αλλά μόνιμου στοιχείου του εμπορίου που διενεργούσαν και αφορούσε την ανταλλαγή νομισμάτων. Η κυκλοφορία πολλών τύπων νομισμάτων και οι διαφορές επί της ισοτιμίας αφήναν σημαντικά περιθώρια για κερδοσκοπία.

Την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα μέσω Βουκουρεστίου εισάγονται κάθε μορφής γουναρικά, τα οποία προωθούνται σε Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Κωνσταντινούπολη, Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και νότια Ρωσία, ενώ εξάγονται στη Ρωσία βαμβακερά νήματα από τη Σμύρνη και μετάξι από περιοχές της Ηπείρου. Παράλληλα, προωθούνται ποσότητες αμερικάνικου βαμβακιού καθώς και χρυσών ή ασημένιων νημάτων που παράγονταν σε Ρωσία και Πολωνία. Τη δεκαετία 1820-1830 εξάγονται γεωργικά προϊόντα των παραδουνάβιων περιοχών προς την Κωνσταντινούπολη και πόλεις της νότιας Ρωσίας. Προϊόντα διακινούνται μέσω των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας και η διεύρυνση των εμπορικών τους συνεργασιών αγγίζει πλέον τα πιο μακρινά εμπορικά δίκτυα των συμπατριωτών τους. Κυρίως ασχολούνται με τη διακίνηση προϊόντων του εξωτερικού και ελάχιστα με αγροτικά προϊόντα του ελλαδικού χώρου. Η απομάκρυνση τους από τις παραδοσιακές αγορές της πατρίδας τους είναι γεγονός που απορρέει από την οικονομική παρακμή της Ηπείρου και της ευρύτερης περιοχής και που οφείλεται στις συγκρούσεις των οθωμανικών στρατευμάτων με τον Αλή Πασά, την αναρχία και τη ληστοκρατία που ακολούθησε, την πανούκλα και την ελληνική επανάσταση.

Αποτέλεσμα αυτού είναι η συγκέντρωση Μετσοβιτών εμπόρων στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, όπου κτίζουν αποθήκες για τη συγκέντρωση των προϊόντων και ναυλώνουν καράβια για τη μεταφορά τους και επίσης ενοικιάζουν στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μεγάλες γαιοκτησίες που ανήκουν σε ιδιώτες ή μοναστήρια με σκοπό την εξαγωγή των αγροτικών προϊόντων τους. Σ΄ αυτή τη φάση, η οποία προσδιορίζεται χρονικά μεταξύ του 1830 και του 1850, προσλαμβάνουν αρκετούς συμπατριώτες τους ως επιστάτες ή επόπτες αυτών των γαιοκτησιών.

Η εμπορική δραστηριότητα παρά το ότι αποτελούσε τη σημαντικότερη πηγή των εισοδημάτων τους , εν τούτοις πάντοτε αναζητούσαν και άλλες επιχειρηματικές ευκαιρίες ασχολούμενοι με χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, ως ενοικιαστές ιχθυοτροφείων, αλυκών, ορυχείων (αλατιού ή μετάλλων), ως διαχειριστές ταχυδρομικών υπηρεσιών αλλά και ως προμηθευτές του οθωμανικού στρατού και των ανακτόρων στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι ζούσαν ή επέστρεψαν στο Μέτσοβο αγόρασαν χωράφια, λιβάδια, αμπέλια, χάνια, επένδυσαν στη ζωοτροφία αλλά και στη διαχείριση του φορολογικού συστήματος της πατρίδας τους. Πολλές τα επιχειρηματικά τους ρίσκα τους οδηγούσαν σε πτωχεύσεις ιδιαίτερα αισθητές μεταξύ του 1830-1840, οι οποίες ήταν και το προοίμιο της επερχόμενης παρακμής τους.

Αφ’ενός οι νέες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στο βαλκανικό και ευρύτερα στον ευρωπαϊκό χώρο, η ίδρυση νέων εθνικών κρατών στη βαλκανική χερσόνησο και η αδυναμία των Μετσοβιτών να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα οδήγησε στον αφανισμό τους από το εμπόριο των χωρών που μέχρι τότε δραστηριοποιούνταν. Τα τελευταία κεφάλαιά τους τα ξόδεψαν ,είτε κάνοντας μη αποδοτικές αγορές γεωργικών εκτάσεων, κυρίως στον θεσσαλικό κάμπο, είτε σε έργα ευποιΐας στην πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, δείχνοντας έτσι την ανάγκη τους να ενταχθούν σε μία νέα ελίτ.

Από τον 16ο αιώνα, στο Μέτσοβο φάνηκε ότι η μόνη δραστηριότητα που έφερε τον πλούτο στην κτηνοτροφική κοινωνία της εποχής ήταν το εμπόριο του μαλλιού και των άλλων προϊόντων της κτηνοτροφίας. Αυτή η ανάπτυξη ήταν αποτέλεσμα τριών παραγόντων που συνδέονταν με τον κτηνοτροφικό τρόπο ζωής: πρώτα το κοπάδι, το οποίο αποτελούσε την βάση της κτηνοτροφίας, ακολούθως το μαλλί που ήταν το προϊόν της δραστηριότητας και τέλος η βιοτεχνία με τη μεταποίηση της πρώτης ύλης για την κατασκευή ρουχισμού, υφαντών και κλινοσκεπασμάτων, η οποία οδήγησε στην ανάπτυξη του εμπορίου και των εξαγωγών.

Το οθωμανικό κράτος, θέλοντας να καλύψει άμεσα τι ανάγκες του σε ορισμένα κτηνοτροφικά προϊόντα, είχε καθιερώσει ειδικό φόρο για τα μεγάλα κοπάδια, γνωστός ως τζελέπικο (τzelepiko- (resm-iagnam-Icelebkeşan). Το τζελέπικο, ήταν μία φορολογική υποχρέωση που βάρυνε τους κατόχους προβάτων και συνίστατο στην υποχρεωτική πώληση συγκεκριμένου αριθμού ζώων σε τιμές που καθορίζονταν από τις συντεχνίες χασάπηδων της Κωνσταντινούπολης και ήταν χαμηλότερες από τις τρέχουσες στην αγορά. Απέβλεπε στον εφοδιασμό του στρατού και των εκστρατευτικών σωμάτων με κρέας ζώντων αρνιών και κατσικιών, με δεδομένο ότι οι συνθήκες συντήρησης της εποχής δεν επέτρεπαν τη διατήρηση και μεταφορά του κρέατος σφαγμένων ζώων.

Αποτελούσε δε ένα έμμεσο είδος φορολογίας και εντάσσεται στην πρακτική που εφάρμοζε η οθωμανική διοίκηση να απαιτεί την παροχή υπηρεσιών ή ειδικής σημασίας αγαθών από τους κατοίκους επιλεγμένων περιοχών με όρους που δεν ακολουθούσαν τους κανόνες.

Η καταβολή του σε είδος και η είσπραξή του αποκλειστικά από το κράτος, οδήγησε στη σύσταση ειδικού μηχανισμού διεκπεραίωσής του. Τα πρόσωπα που τον συγκροτούσαν αποκαλούνταν τζελέπηδες  (celep) και ήταν επιφορτισμένοι με τη συγκέντρωση των κοπαδιών που αντιστοιχούσαν στη φορολογική υποχρέωση των κτηνοτρόφων. Η ανάγκη ύπαρξης ενός ευέλικτου σώματος, για την προμήθεια και παράδοση του απαιτούμενου προς κατανάλωση αριθμού ζώων σε λογικούς χρόνους, είχε σαν αποτέλεσμα σταδιακά οι κτηνοτρόφοι να εμπλακούν σ΄αυτόν το μηχανισμό απόδοσης αυτού του φόρου. Και από αυτοτελείς παραγωγοί έγιναν έμποροι κοπαδιών του κράτους , και υπάχθηκαν στα ανώτερα οικονομικά στρώματα της αυτοκρατορίας αποτελώντας ένα είδος προνομιακής τάξης. Η σχέση με το κράτος τους έδινε τη δυνατότητα πρόσβασης στην κρατική μηχανή, γεγονός που βοηθούσε στην έντονη εμπορική δραστηριότητά τους και τον πλουτισμό. Αποτελούσαν δε όλοι μαζί την ηγετική ομάδα που διαχειριζόταν το καθεστώς της Χώρας, η οποία αντιλαμβανόμενη τα περιθώρια κερδοσκοπίας συχνά μετατρέπονταν σε έναν ακόμα μηχανισμό εκμετάλλευσης του αγροτικού κόσμου.

Η αυξημένη ζήτηση κρέατος για την κάλυψη των αναγκών του Οθωμανικού κράτους προϋπέθετε ακμάζουσα κτηνοτροφία η οποία αναπτυσσόταν σε βάρος της γεωργίας- η οποία βρισκόταν σε φθίνουσα πορεία-καταλαμβάνοντας εδάφη για βοσκοτόπια.

Το τζελέπικο αποτύπωνε μια πρακτική της Οθωμανικής διοίκησης η οποία, μέσω της υποχρεωτικής πώλησης προβάτων σε τιμές που απείχαν κατά από εκείνες της αγοράς, αποσπούσε οικονομικούς πόρους, εφαρμόζοντας στην πράξη μια μορφή ιδιότυπης φορολόγησης.

Το οικονομικό μέγεθος του τζελέπικου και τα περιθώρια κέρδους που άφηνε κέντρισαν το ενδιαφέρον του Αλή πασά, που το ενέταξε στη στρατηγική αύξησης των εισοδημάτων του, θεωρώντας το ως μία ικανή πηγή πλουτισμού. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι σε ανύποπτο χρόνο ο γιός του ο Βελή πασάς σε επιστολή προς τον πατέρα του το χαρακτηρίζει ως πρώτο εισόδημα του σπιτιού.

Η συμμετοχή στη διαχείριση του τζελέπικου απαιτούσε ισχύ που δεν είχαν οι μικροί έμποροι. Οι άνθρωποι του Αλή πασά ήταν κατάλληλοι διότι επιβάλλονταν χρησιμοποιώντας και τη δική του δύναμη και ισορροπούσαν ανάμεσα στις ποικίλες τοπικές έριδες και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα.

Η είσπραξη και διαχείριση του «τζελέπικου» αποτέλεσε μοχλό για την επέκταση και διασπορά του δικτύου του Αλή πασά, διότι του παρείχε την δυνατότητα για άμεση ανάμειξή του στα τοπικά πράγματα. Παράλληλα, αποτέλεσε έναυσμα πύκνωσης των επαφών του με τις ορεινές κτηνοτροφικές κοινότητες καθώς και με τους νομάδες κτηνοτρόφους, ένα κόσμο δηλαδή κατεξοχήν ατίθασο και εξοικειωμένο στην χρήση των όπλων,

Η συμμετοχή των κτηνοτρόφων του Μετσόβου στον εφοδιασμό της αυτοκρατορίας ήταν πιστοποιημένη από το 1659 μέχρι το 1818, μεταξύ 17ου και 19ου αιώνα.

Το νερό ήταν ένα αγαθό καθοριστικό για τη συγκρότηση, τη λειτουργία και την εξέλιξη του οικισμού, που από την αρχή αναπτύχθηκε δίπλα σε ρεματιές και αποτελούσε σύμβολο γοήτρου, τόσο για την κοινότητα, όσο και για τους ιδιώτες δωρητές και παροχείς του. Άλλωστε οι υδάτινοι πόροι και η υδροδότηση αποτελούσαν αντικείμενο κοινοτικής μέριμνας µε αρμόδιο υπάλληλο το Φροντιστή των υδάτων. Κάθε γειτονιά, στον 19ο αιώνα, εκτός από την ενοριακή εκκλησία της, είχε δημόσιες κρήνες για την εξυπηρέτηση των νοικοκυριών. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπήρχαν σημαντικά αρχοντικά, όπως της οικογένειας Αβέρωφ, που είχαν εξασφαλίσει την ύπαρξη πηγής μέσα στην ίδια την ιδιοκτησία.

Επί πλέον οι κρήνες παραδοσιακά ήταν ο χώρος συγκέντρωσης των γυναικών, όπου ένα μεγάλο μέρος της ημέρας το περνούσαν εκεί. Στη βρύση έπλεναν τα ρούχα κάθε Σάββατο, τα χαλκωματένια και ξύλινα σκεύη του νοικοκυριού, τα λαχανικά πριν φτιάξουν τις χορτόπιτες, εκεί πότιζαν τα ζώα , εκεί γέμιζαν τα ξύλινα βαρελάκια με το νερό για την οικογένεια και τις ανάγκες του νοικοκυριού. Για τον κόσμο των γυναικών εκείνης της εποχής ήταν το σημείο συγκέντρωσης όπου επικοινωνούσαν, σχολίαζαν και ανέλυαν τα γεγονότα της κοινωνίας τους και ταυτόχρονα ο μοναδικός τρόπος να βγουν έξω από το σπίτι.

Σήμερα υπάρχουν περίπου εικοσιπέντε κρήνες σκορπισμένες σε όλο το Μέτσοβο και οι περισσότερες ανακατασκευασμένες. Σήμερα μπορεί να μην αποτελούν σημείο συνάντησης αλλά οπωσδήποτε αποτελούν παραδοσιακά μνημεία και χαρακτηρίζουν τη ζωή μιας κοινωνίας. Κάθε μια με το δικό της όνομα, τη δική της κατασκευή, και τη δική της ιστορία αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την παρακολούθηση της πολιτιστικής διαδρομής και εξέλιξης του οικισμού.

Στην Αρχαία Ελλάδα με τη χορηγία και τον ευεργετισμό γεννήθηκαν o ελληνικός πολιτισμός, η ελληνική σκέψη, η ποίηση, η φιλοσοφία, και οι επιστήμες. Στην αντίληψη του αρχαίου Έλληνα ο ευεργετισμός αποτελούσε κοινωνικό πρότυπο.

Οι Ηπειρώτες είναι οι μεγαλύτεροι ευεργέτες του έθνους και ιδιαίτερα κατά την σκληρή περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας οι ευεργεσίες τους είχαν ξεχωριστή και αποφασιστική σημασία για την επιβίωση του γένους και υπήρξαν καταλυτικές για την εθνική του αναγέννηση. Η μόρφωση και η πνευματική ανύψωση συνέβαλαν στις διεργασίες για την απελευθέρωση της Ελλάδας και την κοινωνική και οικονομική ανόρθωσή της.

Όλοι αυτοί οι εύποροι Έλληνες ασχολούμενοι με τις επιχειρήσεις στον τομέα του εμπορίου και της ναυτιλίας είχαν σαν στόχο το κέρδος. Όταν όμως χρειάστηκε, ένα μέρος τους πλούτου τους το επέστρεψαν σαν ένα ηθικό χρέος στο ελληνικό έθνος. Παρότι πολλοί από αυτούς στερούνταν τη στοιχειώδη μόρφωση, έδωσαν σημαντικά για την εποχή ποσά για την ανάπτυξη της παιδείας, της μόρφωσης και του πολιτισμού. Η ευεργεσία τους συνεχίστηκε και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους στην δύσκολη περίοδο της ανασυγκρότησής του χρηματοδοτώντας τος τομείς της παιδείας, της δικαιοσύνης ,της εθνικής ασφάλειας και της κοινωνικής πρόνοιας παρακάμπτοντας την αδυναμία και ενίοτε την αδιαφορία του κράτους.

Τα πιο γνωστά ιδρύματα-μνημεία των Μετσοβιτών Εθνικών Ευεργετών είναι:

Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο Αθηνών: Κτίστηκε το 1895 από τον Γεώργιο Αβέρωφ, που πρόσφερε 2.000.000 χρυσά φράγκα. Το 1896 τελέστηκαν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Αβερώφειος Σχολή Ευελπίδων: Όλο το συγκρότημα των κτιρίων έγινε με δωρεά του Γεωργίου Αβέρωφ (1900-1904). Σήμερα στεγάζονται τα Δικαστήρια Αθηνών με εξαίρεση ένα τμήμα το “Αβερώφειο”, που παραμένει στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης και στεγάζει τη Σχολή Εθνικής Αμύνης.

Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών: Έργο των Μετσοβιτών Γεωργίου Αβέρωφ, του Νικολάου Στουρνάρα και του Μιχαήλ Τοσίτσα, με σχέδια του Λύσανδρου Καυτατζόγλου (1878). Το συνολικό ποσό που έδωσαν οι Μετσοβίτες ευεργέτες φτάνει τις 2.500.000 δραχμές, ποσό συγκρίσιμο με τους προϋπολογισμούς του τότε ελληνικού Κράτους.

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: Ιδρύθηκε από τον Γεώργιο Σταύρου, που μαζί με τον φιλέλληνα Ιωάννη Εϋνάρδο συνέβαλαν περισσότερο στη θεμελίωση της (1841).

Τοσίτσειο Παρθεναγωγείο Αθηνών: Ίδρυμα που κατασκευάστηκε από κληροδότημα του Μιχαήλ Τοσίτσα.

Εθνική Βιβλιοθήκη: Από τους ιδρυτές της και πρώτος ευεργέτης της ήταν ο Δημήτριος Ποστολάκας. Το 1836 δώρισε στην βιβλιοθήκη 1995 τόμους με πολλά αρχέτυπα και πολλές πρώτες εκδόσεις.

Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών: Δωρίσθηκαν τεράστια ποσά από τους Δούμπα Στέργιο και Μιχαήλ Τοσίτσα για τη λειτουργία του. Το Πανεπιστήμιο γι’αυτό το λόγο τους ανακήρυξε ευεργέτες του.

Επίσης οι Βλάχοι ευεργέτες δεν περιορίστηκαν σε ευεργεσίες μόνο στην Ελλάδα, αντίθετα προίκισαν με ιδρύματα και τα υπόλοιπα κέντρα του Ελληνισμού. Συγκεκριμένα στην Αλεξάνδρεια ιδρύθηκαν η Τοσίτσειος Σχολή και το Αβερώφειο Γυμνάσιο.

Ανάμεσα όμως στις μεγάλες προσφορές υπήρξαν και οι μικρές που όμως χαρακτηρίζονται από τη φιλοπατρία και την επιθυμία της προσφοράς όχι από το περίσσευμα αλλά από το υστέρημα.

Το έντονο ιστορικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό στοιχείο των Μετσοβιτών αντανακλάται στα πολιτιστικά δρώμενα στο Μέτσοβο. Οι δεκατέσσερις εκκλησίες που υπάρχουν μέσα στο Μέτσοβο και στην περιοχή δείχνουν τη βαθειά θρησκευτικότητα των κατοίκων. Οι θρησκευτικές γιορτές, αφιερωμένες στους Αγίους, γιορτάζονται με λαμπρότητα και είναι άρρηκτα ταυτισμένες με την παράδοση του τόπου. Τα θρησκευτικά πανηγύρια συγκεντρώνουν κόσμο από παντού.

Στις 20 Ιουλίου, γίνεται το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στη θέση Πολιτσιές του Μετσόβου.

Στις 25-26 Ιουλίου, είναι η γιορτή της πολιούχου του Μετσόβου Αγίας Παρασκευής. Γυναίκες και άνδρες ντυμένοι με μετσοβίτικες ενδυμασίες χορεύουν και τραγουδούν βλάχικα τραγούδια, συνεχίζοντας τα ήθη και έθιμα της κοινωνίας του Μετσόβου.

Στις 24-26 Ιουλίου πραγματοποιείται στο δημοτικό διαμέρισμα Ανηλίου τα «Ανηλιώτικα», εκδηλώσεις με αφορμή τη γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν πολύωρα βραδινά γλέντια με δημοτικά ή λαϊκά συγκροτήματα, καθώς και παρουσίαση παραδοσιακού χορευτικού προγράμματος από τον χορευτικό σύλλογο του χωριού. Στις 25 Ιουλίου διοργανώνεται επιπλέον «Βραδιά Κτηνοτρόφων» που περιλαμβάνει παρουσίαση και βράβευση των καλύτερων ζώων του χωριού.

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου  πραγματοποιείται ο λεγόμενος «Πίχτειος Περίπατος» ο οποίος περιλαμβάνει διανυκτέρευση στη Θέση Λάκος στο όρος Μαυροβούνι σε υψόμετρο 2000 μ. με χορούς, τραγούδια και μεγάλες φωτιές. Την Κυριακή το πρωί πραγματοποιείται περίπατος τριών ωρών μέχρι τη θέση «Αυτιά Φλέγγα» για την απόλαυση του εκπληκτικού ηλιοβασιλέματος με φόντο τον Εθνικό Δρυμό Βάλια Κάλντα.

Στις 15 Αυγούστου  στη γιορτή της Παναγίας γίνονται στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου χοροί με δημοτικά τραγούδια  με ελεύθερη συμμετοχή των κατοίκων και των επισκεπτών.

Ursa Trail – Στα χνάρια της Αρκούδας: Από το 2013 έχει καθιερωθεί μια διοργάνωση ορεινού τρεξίματος που αποτελεί μια ευκαιρία άνθρωποι από κάθε μέρος να γνωρίσουν με τον καλύτερο τρόπο τη φύση της περιοχής του Μετσόβου και να βιώσουν την ομορφιά των ορεινών διαδρομών και να έρθουν σε επαφή με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Εμπνευστής της ιδέας και διοργάνωσης είναι ο Νίκος Καλοφύρης κάτοικος Μετσόβου και αθλητής ο ίδιος με επιδόσεις , συμμετοχές και διακρίσεις στο ενεργητικό του.

Τα μονοπάτια περνούν μέσα στο βιότοπο της καφέ αρκούδας σε μια παρθένα φύση εκπληκτικής ομορφιάς. Είναι μια διοργάνωση που συγκεντρώνει αθλητές με υψηλές επιδόσεις απ΄ όλο τον κόσμο.

Το 2018 και για πρώτη φορά η προσθήκη του Ultra Ursa Trail των 100K, μια απαιτητική διαδρομή, είχε επιτυχία. Το 2019 στο Ursa Trail, προστέθηκαν αγωνιστικές διαδρομές, και νέα μονοπάτια και επιπλέον ο αγώνας των 11 Km με μικρή υψομετρική διαφορά έδωσε την ευκαιρία σε νέους και παλαιότερους αθλητές να απολαύσουν μια λιγότερο κουραστική διαδρομή.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας οι αρραβώνες, οι γάμοι, τα βαφτίσια, και οι ονομαστικές γιορτές ήταν ευκαιρίες για να διασκεδάσουν οι Μετσοβίτες και πάντα μεταξύ ενός μικρού κύκλου συγγενών ή φίλων. Οι κοινοί χοροί, στους οποίους μπορούσαν να λάβουν μέρος όλοι οι κάτοικοι κάθε κοινωνικής τάξης γίνονταν σχεδόν όλες τις Κυριακές, εορτές και επίσημες ημέρες, σε κατάλληλα μέρη ανάλογα με την εποχής και το έτος. Τους χειμωνιάτικους μήνες προτιμούσαν μέρη ηλιόλουστα στον κάτω μαχαλά όπως στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, Αγίου Χαραλάμπους, Αγίων Πάντων κλπ.

Οι δημόσιοι αυτοί χοροί, ανδρών και γυναικών, ήταν μικροί και κυκλικοί στους οποίους προηγούνταν πάντα οι άνδρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες. Τα έθιμα ήταν αυστηρά και ποτέ ένας άνδρας, αν δεν υπήρχε συγγένεια, δεν έπιανε το χέρι μιας γυναίκας, αλλά κρατιόταν από ένα μαντήλι.

Στο κέντρο του Μετσόβου δεν γινόταν χοροί για να μην προσφέρουν θέαμα στους Τούρκους. Στους Τούρκους απαγορευόταν να παρευρίσκονται γι΄αυτό αυτοί κοίταζαν κρυφά τους χορευτές. Βέβαια και οι Μετσοβίτες θεωρούσαν προσβολή να τους βλέπουν οι Τούρκοι, γι΄αυτό και διέλυαν το χορό. Μεγάλοι και μεγαλοπρεπείς χοροί γινόταν κάθε Κυριακή στην Αγία Τριάδα στη θέση (πάντε μάρε), αρκετά μακριά από τα βλέμματα των Τούρκων.

Το κάλεσμα για τον χορό γινόταν γύρω στις 3 με 4 το μεσημέρι πριν χτυπήσει το σήμαντρο Συγκρότημα από δέκα και περισσότερους οργανοπαίχτες ανηφόριζε από το κουλτούκι (πλατεία) της Αγίας Παρασκευής, προς το σημείο συνάντησης του χορού, αφού ξεσήκωναν στο πόδι το κέντρο του Μετσόβου με το νταούλι .Τα τσοπανόπουλα περίμεναν τα όργανα στην Αγία Τριάδα, για να χορέψουν πριν ανέβουν οι μεγάλοι για το χορό.

Οι χοροί ήταν οι συγκαθιστοί και οι κυκλικοί. Στους συγκαθιστούς χορούς τα ζευγάρια ήταν αυστηρά του ιδίου συγγενικού περιβάλλοντος. Στη συνέχεια άρχιζε ο μεγάλος χορός τον οποίο άνοιγαν οι άρχοντες κατά ηλικία και κοινωνική θέση. Οι γύρω συγγενείς και φίλοι του επικεφαλής του χορού, καλούσαν τους οργανοπαίχτες να τιμήσουν τον χορευτή κολλώντας στο μέτωπο, γρόσι ή πεντογρόσι. Μερικοί κολλούσαν μέχρι και λίρα για να επιδειχθούν, με προφορική συμφωνία να επιστραφεί ένα μέρος.

Ο χορός των κοριτσιών ήταν στο τέλος του μεγάλου χορού, και πολλοί από τους θεατές (γονείς, συγγενείς αλλά και αγόρια) ήθελαν να τα καμαρώσουν.

Όταν άρχιζε να σουρουπώνει τα τσοπανόπουλα και εργατόπαιδα, σφύριζαν όλοι μαζί δίνοντας το σύνθημα διάλυσης του χορού.

Από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα υπήρξαν μερικές αλλαγές στον τρόπο και στον χρόνο που διεξάγονταν οι χοροί. Οι ομαδικοί πανηγυρικοί χοροί μειώθηκαν και δεν γίνονται, όπως παλιά κάθε Κυριακή. Από ένα κύκλο που ήταν ο χορός γίνεται διπλός, με μια σειρά ανδρών και μια γυναικών. Στο χορό των κοριτσιών συμμετέχουν πλέον και οι παντρεμένες γυναίκες.

Ο πρώτος του χορού είναι κάποιο τιμώμενο πρόσωπο όπως Δήμαρχος, Πρόεδρος, Παππούς, Πατέρας. Οι άρχοντες χορεύουν κυρίως αργούς ρυθμούς, η δε κατώτερη τάξη χορεύει πιο εύθυμους και γρήγορους ρυθμικούς χορούς.

Οι πανηγυρικοί χοροί με μεγάλη συμμετοχής γίνονται και σήμερα, στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου, ή στο κουλτούκι (προαύλιο της Αγίας Παρασκευής).

Τα είδη των χορών είναι δύο: Α) οι Κυκλικοί Χοροί, που είναι επιβλητικοί και έχουν διάφορες παραλλαγές και Β) ο Συγκαθιστός Χορός που αποτελεί μια αλυσίδα χορών με διαφορετικό ρυθμό-μορφή-μελωδία στον καθένα ξεχωριστά, με κοινό στοιχείο αυτής της αλυσίδας των χορών τη συγκαθιστή κίνηση των χορευτών. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες ελεύθερα, όπου η κίνηση των χορευτών είναι αντίθετη, του ενός προς τον άλλον, με στροφή του κορμιού αριστερά-δεξιά. Χορεύεται στα πανηγύρια-γιορτές- γάμους, όπου πάντοτε άρχιζαν το γλέντι με συγκαθιστό χορό, για να ανεβάσουν το κέφι και τελείωναν με τον ίδιο χορό όταν δεν προλάβαιναν να χορέψουν όλοι.

(Παρένθεση: Λέγεται συγκαθιστός επειδή οι χορευτές «συγκαθίζουν», δηλαδή λυγίζουν ελαφρά το γόνατο, μια του δεξιού και μια του αριστερού ποδιού. Χορεύεται ζωηρά, ζευγαρωτά ή μεμονωμένα)

Οι αμπελώνες του Μετσόβου βρίσκονται στην τοποθεσία Γινιέτς, που στη βλάχικη τοπική διάλεκτο σημαίνει αμπελότοπος. Σκαρφαλωμένοι στις πλαγιές της Πίνδου είναι οι πιο ορεινοί αμπελώνες της Ελλάδας σε υψόμετρο 950-1050 μέτρα. Το εγχείρημα της αναμπέλωσης ξεκίνησε κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1950 .

Τα επικλινή εδάφη που ήταν ακατάλληλα για την καλλιέργεια του αραβόσιτου λόγω της αποσάθρωσής τους και της έλλειψης της απαιτούμενης υγρασίας ,αποτέλεσαν την ιδανική τοποθεσία για την αμπελοκαλλιέργεια. Αυτές οι κατηγορίες του ξηρού εδάφους βρίσκονταν κοντά στον οικισμό του Βοτονοσίου, και περιφερειακά των μοναστηριών της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Οι μεγάλοι όμως αμπελότοποι που αποτέλεσαν και τα ιδανικότερα σημεία αμπελοκαλλιέργειας ξεκινούσαν από τον λόφο Yinetsi σε υψόμετρο 950 μ. περίπου. Η λέξη Yinetsi (αμπελότοπος) μαρτυράει ότι στην περιοχή αυτή υπήρχε παλιότερα αμπελουργική δραστηριότητα. Ο Ε. Αβέρωφ –Τοσίτσας περιγράφει σε σύγγραμμά του αφ΄ενός την ανάμνηση των ντόπιων για την ύπαρξη αμπελιών στη θέση αυτή και αφ΄ετέρου την ανακάλυψη ενός παλιού κατάστιχου του 1732 που βρέθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου όπου ήταν καταγεγραμμένα πλήθος από αμπέλια που υπήρχαν τότε στο Γινιέτς και το μέγεθος της παραγωγής τους κάπου 300.000 οκάδες κρασί ενώ το βαρέλι των μοναχών χωρούσε μόνο 12.000 οκάδες.  Αυτό σήμαινε ότι η περιοχή ήταν πολύ μεγαλύτερη σε έκταση πέρα από αυτή του μοναστηριού για αμπελοκαλλιέργεια, κάτι που τον έκανε να μετατρέψει τον άγονο και πετρώδη λόφο σε αμπελότοπο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Ευάγγελος Αβέρωφ φύτεψε τα πρώτα ,στην Ελλάδα, κλήματα της ποικιλίας Cabernet Sauvignon στις απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου και εμφιάλωσε στο κατώγι του σπιτιού του στο Μέτσοβο το κρασί που πήρε το όνομα «Κατώγι Αβέρωφ». Η ετικέτα του πρώτου εκείνου κρασιού σχεδιασμένη από τον ίδιο, έγραφε «κλήματα από τη Γαλλία σε χώμα ελληνικό ορεινό».

Η τοποποθεσία «Γινιέτς» είναι σε δυσπρόσιτη περιοχή και δεν μπορεί να γίνει μηχανική καλλιέργεια. Όλες οι εργασίες γίνονται χειρωνακτικά, πράγμα που σημαίνει πως η καλλιέργεια των αμπελιών είναι μια πολύ απαιτητική και δαπανηρή διαδικασία.

Το όραμα του Αβέρωφ έδωσε ζωή και πάλι στην αμπελουργία που ανθούσε στην περιοχή τον 18ο και 19ο αιώνα και γέμισε τις πλαγιές της Πίνδου με αμπελώνες. Με τη βοήθεια Ελλήνων και Γάλλων επιστημόνων ο Αβέρωφ δημιούργησε έναν από του πιο φημισμένους και πιο ορεινούς αμπελώνες στην Ελλάδα, και έκτισε ένα μικρό οινοποιείο στις ανατολικές παρυφές του Μετσόβου. Το κόκκινο κρασί Κατώγι έγινε γνωστό σε όλη τη χώρα και απέσπασε βραβεία στο εξωτερικό. Το πρώτο αυτό κρασί αποτέλεσε την αρχή για μια μακρόχρονη περίοδο οινοποιητικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα και την ανάδειξη των δυνατοτήτων του ελληνικού αμπελώνα.

Μετά το θάνατο του Ευάγγελου Αβέρωφ το 1990, η εταιρεία Κατώγι Αβέρωφ Α.Ε., αναπτύχθηκε γοργά, στα πλαίσια πάντα της φιλοσοφίας του ιδρυτή της. Φυτεύτηκαν νέοι αμπελώνες στην περιοχή Μετσόβου, δοκιμάστηκαν νέες ποικιλίες κλημάτων και νέα μείγματα κρασιών. Το κτίριο του οινοποιείου εκσυγχρονίστηκε και επεκτάθηκε διαδοχικά. Η συνολική παραγωγή αυξήθηκε και διευρύνθηκε η διανομή των προϊόντων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Τα αμπέλια του Μετσόβου βρίσκονται μέσα στο βιότοπο της καφέ αρκούδας, η οποία ζει στις πλαγιές της Πίνδου και η οποία βέβαια επισκέπτεται τα αμπέλια δοκιμάζοντας τα σταφύλια της αρεσκείας της. Πολλές φορές οι άνθρωποι που εργάζονται στους αμπελώνες έχουν βρει αποτυπώματα από αρκούδες και αρκουδάκια δίπλα στα κλήματα. Άλλωστε κάθε χρόνο στο Μέτσοβο διοργανώνεται ο καθιερωμένος ορεινός μαραθώνιος αγώνας δρόμου «Ursa Trail- Στα χνάρια της αρκούδας» που ακολουθεί τα πατήματά της. Πάντως το Κατώγι Αβέρωφ την τίμησε δεόντως δίνοντας το όνομά της σε μία περιορισμένη παραγωγή φιαλών τη συλλεκτική ετικέτα με τη βλάχικη ονομασία «Mare Ursa» (Μεγάλη Αρκούδα).

Αφήστε ένα σχόλιο

    Share via
    Share via
    error:
    Send this to a friend