ΠΡΑΜΑΝΤΑ

Πράμαντα

1024 485 Epirus Explorer

ΠΡΑΜΑΝΤΑ

Νοτιοανατολικά της Ηπείρου και δυτικά του Άραχθου, σε μια περιοχή κατεξοχήν ορεινή με έντονο ανάγλυφο που χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακές κορυφογραμμές, εκτεταμένα δάση ελάτης, ποτάμια, χαράδρες και πλαγιές, βρίσκονται τα Πράμαντα, το κεφαλοχώρι του Νομού Ιωαννίνων και έδρα του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων.

Είναι κτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο περίπου 840μ. στους πρόποδες της Στρογγούλας (2.107μ.), μιας από τις πλέον εντυπωσιακές κορυφές της οροσειράς των Τζουμέρκων ή Αθαμανικών ορών. ( Άλλωστε η ιστορία των Τζουμέρκων ξεκινάει από το βασιλιά Αθάμαντα, από τον οποίον προέρχεται και το όνομά τους «Όρη Αθαμάνων ή Αθαμάνια Όρη»). Τα Πράμαντα (ή η Πράμαντα) ανήκουν στην πολιτισμική ενότητα των Τζουμερκοχωρίων, αλλά ταυτόχρονα μαζί με άλλα χωριά (Χριστοί, Αμπελοχώρι (Σκλούπο), Κτιστάδες, Ραφταναίοι) ανήκουν στα Μαστοροχώρια των Τζουμέρκων.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Από τα Πράμαντα κατάγεται ο περίφημος πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας (1825-1899), που έχτισε το υπέροχο και ιστορικό Γεφύρι της Πλάκας (1866) και όχι μόνον αυτό. Ο Μπέκας ήταν ένας λαϊκός χτίστης, ένας εμπειρικός τεχνίτης. Την τέχνη του τη διδάχτηκε με τη μακρόχρονη μαθητεία, σαν τσιράκι σ’ ένα μπουλούκι –μια συντροφιά γεφυροποιών (κιοπρουλήδων)– μέχρι ο ίδιος να φτιάξει τη δική του συντροφιά.

Εδώ γεννήθηκε ο δικηγόρος, πολιτικός και ιστορικός συγγραφέας Δημήτριος Φ. Καρατζένης (1904-1989), που τελείωσε το Δημοτικό Πραμάντων, το Γυμνάσιο Άρτας, και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δικηγόρος, πολιτικός και συγγραφέας. άφησε εποχή με το ιστορικό υλικό που αναφέρεται στην Άρτα και την ευρύτερη περιοχή, από το 1800 ως την απελευθέρωση του 1881. Με αξιοθαύμαστη επιμονή και υπομονή σκαλίζοντας ότι υλικό θα μπορούσε να του δώσει στοιχεία για την τοπική ιστορία το αξιοποίησε γράφοντας και εκδίδοντας βιβλία που φωτίζουν την πολυκύμαντη ιστορία της περιοχής αλλά και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν στα σημαντικά γεγονότα και τη ζωή του τόπου και συγχρόνως αποτελεί σημαντικό βοήθημα για όποιον θέλει να αντλήσει πληροφορίες.

Από τα Πράμαντα κατάγεται και ο δάσκαλος Κώστας Τσίρκας (1906-1944). Το 1930 μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και οργανώθηκε στο ΚΚΕ.

Το 1938 συνελήφθη και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστών της Ακροναυπλίας.

Το Μάϊο του 1941, μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας με εντολή του Υφυπουργού Δημόσιας Ασφάλειας Κων/νου Μανιαδάκη παραδόθηκαν στους κατακτητές. Το Σεπτέμβριο του 1942 ο Τσίρκας μεταφέρθηκε, με άλλους κομμουνιστές κρατούμενους, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα και στις 3 Σεπτεμβρίου 1943 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου.

Ο Τσίρκας είχε την τύχη εκατοντάδων άλλων κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων από την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Ο Κώστας Τσίρκας εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 1944 μαζί με τους 200 κομμουνιστές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, σε αντίποινα για τη δολοφονία ενός Γερμανού στρατηγού και της συνοδείας του από αντάρτες του ΕΛΑΣ κοντά στους Μολάους στην Πελοπόννησο.

Χωρίς να έχουν τελέσει κανένα αδίκημα κατά των κατακτητών, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ήταν εξόριστοι ή έγκλειστοι σε φυλακές, οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα αποκλειστικά και μόνο λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων.

Το τοπωνύμιο Πράμαντα εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έγγραφο της Ενετικής Δημοκρατίας, το 1697. Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές τρείς είναι οι κυριότερες εκδοχές ως προς την ονομασία της προέλευσης.

1) Οι γλωσσολόγοι Χαρ. Συμεωνίδης και Max Vasmer υποστηρίζουν ότι η προέλευση της λέξης Πράμαντα είναι Σλαβική.

2) Ο ιστορικός Παναγιώτης Αραβαντινός αναφέρει ότι η περιοχή ονομαζόταν Πρόμαντα, γιατί λειτουργούσε ως προμαντείο της Δωδώνης και 3) σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η ονομασία προήλθε από τη λέξη πράματα, ορολογία με την οποία αναφέρεται σε γίδια και πρόβατα.

Σύμφωνα με τον Δημήτριο Καραζένη («Ιστορία-Λαογραφία, Πράμαντα Τζουμέρκων»), τα ζώα των Χριστών και των άλλων συνοικισμών, βοσκούσαν στην περιοχή του σημερινού «Κάτω Μαχαλά» κυρίως δε τους θερινούς μήνες. Τα ζώα στη τοπική διάλεκτο των κατοίκων της περιοχής λέγονται πράματα.

Έτσι το χωριό αρχικά λεγόταν Πράματα και μετά από απόφαση του Δημαρχείου προστέθηκε χάριν ευφωνίας το ν και έγινε Πράμαντα.

Είναι άγνωστο πότε ιδρύθηκε ο  αρχικός οικισμός. Κάποια ευρήματα (ίχνη αρχαίου οικισμού, ένας λιθοπέλεκυς, ερείπια οχυρού, κυκλώπεια τείχη, κ.ά.), που βρέθηκαν στην περιοχή των οικισμών Παναγιάς, Αγίου  Βασιλείου και Χριστών  χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή. 

Πιο συγκεκριμένα, το 1930, ο ιστορικός Nicholas Ηammond, ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους ελληνιστές, βρήκε κοντά στην εκκλησία της Παναγίας των Πραμάντων έναν λίθινο ορθογώνιο πέλεκυ και μια λεπίδα μικρού λίθινου πέλεκυ και στους Χριστούς, στην περιφέρεια των Πραμάντων, έναν αμφίστομο χάλκινο πέλεκυ, που αποτελούσε αποτελεσματικό όπλο και διαδόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα από το Αιγαίο.

Αλλά, χωρίς μια πιο συστηματική έρευνα δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι η περιοχή κατοικήθηκε από τότε. Σίγουρα όμως ξέρουμε ότι όλη η περιοχή με τα γύρω χωριά είχε κατοικηθεί από παλιά και μάλιστα κάπου στα μέσα του 15ου αιώνα  παρουσίασε και μεγάλη ανάπτυξη.

Πριν τη δημιουργία του οικισμού των Πραμάντων  στην γύρω περιοχή είχαν δημιουργηθεί διάφοροι οικισμοί από τους Αλεξανδρινούς χρόνους, όπως του Αγίου Βασιλείου και άλλοι αργότερα. Ένας από αυτούς που εξελίχθηκε , ιδίως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) σε μεγάλη για την εποχή εκείνη πολιτεία, ήταν οι Χριστοί. Από το  1100 μ. Χ. που άρχισαν οι επιδρομές των βαρβάρων μέχρι τα χρόνια του Αλή πασά,  χριστιανοί Έλληνες από την Αλβανία , τη Θεσπρωτία το Ζαγόρι και τη Μακεδονία έφτασαν στην περιοχή των Χριστών ζητώντας καταφύγιο. Έτσι έφτασε να αριθμεί περί τις 1200 οικογένειες σκορπισμένες σε όλη την έκταση της περιοχής Η μορφολογία του εδάφους ( πυκνά δάση, απόκρημνα μέρη αλλά και επίπεδα  και γόνιμα εδάφη κατάλληλα για καλλιέργεια) καθιστούσε το μέρος  ασφαλές καταφύγιο για διαμονή και επιβίωση. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες και οι κάτοικοι ζούσαν αυτόνομα, παράγοντας τους πόρους για τη διαβίωσή τους.

Πριν τη δημιουργία του οικισμού των Πραμάντων στην γύρω περιοχή είχαν δημιουργηθεί διάφοροι οικισμοί από τους Αλεξανδρινούς χρόνους, όπως του Αγίου Βασιλείου και άλλοι αργότερα. Ένας από αυτούς που εξελίχθηκε, ιδίως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) σε μεγάλη για την εποχή εκείνη πολιτεία, ήταν οι Χριστοί. Από το 1100 μ. Χ. που άρχισαν οι επιδρομές των βαρβάρων μέχρι τα χρόνια του Αλή πασά, χριστιανοί Έλληνες από την Αλβανία, τη Θεσπρωτία το Ζαγόρι και τη Μακεδονία έφτασαν στην περιοχή των Χριστών ζητώντας καταφύγιο. Έτσι έφτασε να αριθμεί περί τις 1200 οικογένειες σκορπισμένες σε όλη την έκταση της περιοχής Η μορφολογία του εδάφους ( πυκνά δάση, απόκρημνα μέρη αλλά και επίπεδα και γόνιμα εδάφη κατάλληλα για καλλιέργεια) καθιστούσε το μέρος ασφαλές καταφύγιο για διαμονή και επιβίωση. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες και οι κάτοικοι ζούσαν αυτόνομα, παράγοντας τους πόρους για τη διαβίωσή τους.

Η Ήπειρος λόγω της εδαφικής θέσης της υπήρξε ο «κύριος διάδρομος» μετακινούμενων λαών από την Ανατολή προς την Δύση και αντίστροφα αλλά και το θέατρο πολέμων. Ιδιαίτερα στην περίοδο 1300-1431 μ.Χ. τα Τζουμέρκα σαν τμήμα της Ηπείρου υποστήκαν αναστατώσεις : ολόκληροι πληθυσμοί εγκαταλείψανε τις εστίες τους για πάντα και άλλοι περιπλανήθηκαν χωρίς ποτέ να ριζώσουν σ΄ένα τόπο, τα δε χωριά που ερήμωσαν έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων σαν «Παλαιοχώρια».

Οι Τούρκοι μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας πέρασαν από τη διάβαση του Μετσόβου και χωρίς αντίσταση προχώρησαν και κατέλαβαν τα Ιωάννινα. Η μόνη αντίσταση που συνάντησαν ήταν στο Αρματολίκι του Μαλακασίου και μετά την κατάληψη της Άρτας το 1439 στο Αρματολίκι των Τζουμέρκων. Οι ορεινοί κάτοικοι των Αρματολικιών αυτών αντιστάθηκαν μέχρι το 1479 οπότε και αναγνώρισαν τη Τουρκική κυριαρχία μετά από παραχώρηση προνομίων από τους Τούρκους.

Την εποχή της ακμής των Χριστών η περιοχή του σημερινού χωριού των Πραμάντων ήταν ένα πυκνό και αδιαπέραστο δάσος. Πριν την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως άρχισε να δημιουργείται ο πυρήνας των Πραμάντων. Το Βυζαντινό Κράτος δεν μπορούσε να προστατεύσει τις απομακρυσμένες επαρχίες, έτσι ευκατάστατες ελληνικές οικογένειες από μέρη της Ηπείρου που υφίσταντο αλβανική πίεση και διωγμούς, κατέφευγαν στις δυσπρόσιτες περιοχές των Τζουμέρκων για να σωθούν. Έτσι στην αρχή του 15ου αιώνα ξεκίνησε η δημιουργία ενός νέου χωριού που αρχικά ονομάστηκε «Σελιό» που στα αλβανικά σημαίνει χωριό.

Με την πάροδο του χρόνου οικογένειες από το Σούλι, από τη Βόρεια Ήπειρο (Χειμάρα, Αργυρόκαστρο ) και την Πάργα άρχισαν να εγκαθίστανται, αρχικά στους Χριστούς και αργότερα, κυρίως το 1700 – 1750 στους συνοικισμούς των Πραμάντων, με αποτέλεσμα στα μέσα του 19ου αιώνα οι Χριστοί να χάσουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που είχε πλέον μετακινηθεί και εγκατασταθεί στα Πράμαντα.

Κατά τον 18ο με 19ο αιώνα και κατά την εποχή του Αλή πασά διάφορες κτηνοτροφικές οικογένειες καταγόμενες από το Ζαγόρι, το Σούλι, τη Βόρεια Ήπειρο καθώς και νομαδικοί πληθυσμοί Σαρακατσάνων άρχισαν να έρχονται και να εγκαθίστανται σε διάφορους συνοικισμούς των Πραμάντων. Μάλιστα λέγεται ότι τότε δημιουργήθηκε και η ίδια η Πράμαντα από κτηνοτρόφους του γειτονικού χωριού Χριστοί και από μερικούς άλλους που έψαχναν να βρουν καταφύγιο για να γλιτώσουν από τις ληστρικές επιδρομές. Και το βρήκαν στα δυσπρόσιτα Τζουμέρκα. Ως εκ τούτου οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού είναι οι απόγονοι των παλαιών αυτόχθονων κατοίκων των γύρω οικισμών και των καταδιωκομένων Ελλήνων χριστιανών της λοιπής Ηπείρου, οι δε Χριστοί αποτέλεσαν την κοιτίδα των κατοίκων αφού πρώτοι δέχτηκαν τους πρόσφυγες. Η εγκατάσταση κτηνοτροφικών οικογενειών συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια.

Από παλιά τα Πράμαντα μαζί με το Συρράκο και τους Καλαρρύτες αποτελούσαν περιοχή της Άρτας. Κατά το 17ο αιώνα η τουρκική κατοχή ήταν σκιώδης και η στρατιωτική δύναμη που στάθμευε στην Άρτα αδύναμη να προστατεύσει τους κατοίκους από τις διάφορες επιδρομές. Πολλοί αρματολοί από τους τούρκους διοικητές και από τις χριστιανικές κοινότητες αναλάμβαναν την υπηρεσία της φύλαξης των δρόμων, αλλά πολλές φορές έκριναν ότι οι ληστείες ήταν πιο επικερδείς και επιδίδονταν οι ίδιοι σ΄αυτές. Στη συνέχεια πλήρωναν τους τούρκους (το γνωστό μπαξίσι) και καταφέρναν να επανέλθουν στην υπηρεσία τους. Κατόπιν τούτου, όπως κανείς αντιλαμβάνεται, η ασφάλεια της Άρτας και των Τζουμέρκων ήταν ανεπαρκής.

Κατά το 17ο αιώνα, την περίοδο που η Πελοπόννησος ήταν υπό ενετική κατοχή, ο Μανιάτης πειρατής Γερακάρης Λυμπεράκης, ο οποίος τη χρονιά εκείνη είχε προσχωρήσει στην υπηρεσία των Ενετών, έκανε μια επιδρομή κατά της Άρτας και των χωριών της και καταλήστευσε τον τόπο. Κατόπιν αυτού αντιπροσωπεία των προυχόντων της πόλης ζήτησε τη παροχή προστασίας από τη Ενετική Δημοκρατία και υποσχέθηκε την καταβολή ετησίου φόρου υποτελείας στην Ενετική Δημοκρατία. Μάλιστα στο έγγραφο που χορηγήθηκε την ίδια χρονιά αναφέρονται όλα τα χωριά των Τζουμέρκων και ο ανάλογος φόρος που θα πλήρωνε το καθένα από αυτά στη Βενετία με αντάλλαγμα την προστασία της. Το έγγραφο αυτό αποτελεί τη πρώτη γραπτή αναφορά για την ύπαρξη της συγκεκριμένης περιοχής. Έτσι από το 1695 τα Τζουμέρκα και τα Πράμαντα διατέλεσαν υπό την προστασία της Ενετικής Δημοκρατίας και πλήρωναν τον συμφωνηθέντα φόρο και ταυτόχρονα τον τουρκικό φόρο.

Τα Πράμαντα συμμετείχαν στον αγώνα του 1821 και έγιναν κέντρο κλεφταρματωλών. Από τα Πράμαντα και τους γειτονικούς Μελισσουργούς, οι οπλαρχηγοί Γεώργιος Καραϊσκάκης και Γώγος Μπακόλας, στρατολόγησαν τα πρώτα επαναστατικά σώματα. Οι τοποθεσίες πάνω από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής έγιναν γυμναστικά πεδία των επαναστατών. Τον Ιούλιο του 1821, οι ορδές του Χουρσίτ Πασά, έχοντας ήδη καταστρέψει το Συρράκο και τους Καλαρρύτες, έκαψαν τα Πράμαντα. Οι κάτοικοι των Πραμάντων –άνδρες και γυναίκες-είχαν καταφύγει για προστασία στις ράχες της Στρογγούλας.

Από εκεί με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Γώγο Μπακόλα έκαναν επίθεση και μετά από σκληρή μάχη έδιωξαν τους κατακτητές. Για τον φόβο των αντιποίνων αρκετές οικογένειες κατέφυγαν στην Αιτωλοακαρνανία, στην Ευρυτανία, στην Άρτα και στην Πελοπόννησο. Την ίδια χρονιά πολλοί Πραμαντιώτες συμμετείχαν σε αρκετές μάχες, στα Θεοδώριανα, την Τρίπολη, το Άργος, τα Δερβενάκια και αλλού, υπό την ηγεσία του Κίτσου Τζαβέλα,του Μάρκου Μπότσαρη, του Γιώργου Καραισκάκη, του Παπαφλέσσα και άλλων οπλαρχηγών. Συμμετείχαν στη μάχη της Πλάκας το 1822, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη του Πέτα το 1854 και γενικότερα στην επανάσταση της Άρτας καθώς και σε άλλα μέρη όπου η επανάσταση φούντωνε. Ο φόβος των αντιποίνων ανάγκασε πάλι τις οικογένειες να ξενιτευτούν και να εγκατασταθούν κυρίως σε χωριά της Ευρυτανίας.

Στα Πράμαντα λειτουργούσε σχολείο από το 1864.Το 1873 κατοικούσαν 2000 κάτοικοι και λειτουργούσαν δύο ελληνικά αλληλοδιδακτικά σχολεία με 210 μαθητές, τα οποία συντηρούνταν από συνδρομές. Οκτώ χρόνια αργότερα το 1881, και τρία χρόνια μετά τη συνθήκη του Βερολίνου (Ιούλιος 1878), το χωριό, όπως και ένα ευρύτερο τμήμα της Ηπείρου, απελευθερώθηκε και προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος.

Ιδρύθηκε η Επαρχία Τζουμέρκων αποτελούμενη από τους δήμους Θεοδωρίας, Αγνάντων, Πραμάντων και Καλαρρυτών με πρωτεύουσα τα Πράμαντα. Μέσα σε σύντομο διάστημα το χωριό οργανώθηκε με τη σύσταση Ταχυδρομικού Γραφείου και Ειρηνοδικείου στα Πράμαντα και Τελωνειακού Φυλακίου και Υγειονομικού Σταθμού στους Χριστούς. Την ίδια χρονιά στις 20 Αυγούστου στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν, τα Τζουμέρκα διεκδίκησαν 2 έδρες. Το 1883 ιδρύθηκε ο Δήμος Πραμάντων που λειτούργησε μέχρι το 1912. Το 1912 αποσπάστηκε από το Δήμο Πραμάντων και έγινε έδρα της δικής του ομώνυμης κοινότητας, που πέρασε (1925) από την Επαρχία Άρτας και Τζουμέρκων του Νομού Άρτας στην Επαρχία Ιωαννίνων του Νομού Ιωαννίνων.

Αλλά, παρά το γεγονός ότι τα σύνορα ορίστηκαν στον Άραχθο, το χωριό δεν ήταν απόλυτα ελεύθερο αφού ήταν τσιφλίκι του Αβραάμ Πασά.

Tο 1888 το πούλησε στο μεγαλοτσιφλικά Καραπάνο για 3500 χρυσές λίρες, ο οποίος είχε αγοράσει κι άλλα Τζουμερκοχώρια.

Τα μεγάλα τσιφλίκια της Άρτας όπως και της Θεσσαλίας είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στο διάστημα από 1878 έως 1881 που υπογράφτηκε η Συνθήκη του Βερολίνου και η Άρτα και η Θεσσαλία προσαρτήθηκα στο Ελληνικό Κράτος.

Οι Οθωμανοί αξιωματούχοι προβλέποντας τη προσάρτηση της Άρτας και της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος και φοβούμενοι την εθνικοποίηση των κτημάτων τους από αυτό, πούλησαν αυτά σε Έλληνες κεφαλαιούχους του εξωτερικού σε ευτελείς τιμές. Μ΄αυτόν τον τρόπο 28 χωριά των Τζουμέρκων -μεταξύ αυτών και τα Πράμαντα- περιήλθαν ως τσιφλίκια στην οικογένεια Καραπάνου.

Η καταπίεση και η σκληρότητα του Καραπάνου δημιούργησε διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις Την απόλυτη ελευθερία την απέκτησε όταν το αγόρασαν οι ίδιοι οι κάτοικοι (9/8/1889) από το μεγαλοτσιφλικά για 4200 χρυσές λίρες.

Το 1897 έγινε στρατιωτικό κέντρο, από όπου οι Πραμαντιώτες βοηθούσαν τα άλλα Ηπειρώτικα χωριά πέρα από τον Άραχθο, που ήταν ακόμα υπό τον τουρκικό ζυγό, αφού η ελευθερία γι’ αυτά ήρθε το 1913 με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Η περιοχή των Τζουμέρκων γνώρισε τις μεγάλες ανακατατάξεις που προκάλεσε ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εθνικός Διχασμός. Στους πολέμους που ακολούθησαν (Β’ Παγκόσμιος, Εμφύλιος) πολλοί κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους, ενώ αρκετοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη πατρίδα τους, ιδιαίτερα όταν το χωριό κάηκε από τα γερμανικά στρατεύματα.

Την 1η Μαΐου του 1967 τις πρωινές ώρες, δεύτερη μέρα του Πάσχα, ένας ισχυρός σεισμός 6,4 βαθμών της κλίμακας ρίχτερ προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές. Τα Πράμαντα ήταν μεταξύ των χωριών των Τζουμέρκων στα οποία παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη ένταση.

Το 1997 τα Πράμαντα έγιναν έδρα του τότε νεοσύστατου Δήμου Πραμάντων, ενώ το 2010 με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» έγινε έδρα του Δήμου Β. Τζουμέρκων.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ- ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

 

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ-ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ

Από την περίοδο της αρχαιότητας στην περιοχή των Τζουμέρκων, η κτηνοτροφία, η δασοπονία και η περιορισμένη καλλιέργεια της γης λόγω των μικρών καλλιεργήσιμων εκτάσεων, αποτελούσε την κύρια παραγωγική δραστηριότητα. Οι κτηνοτρόφοι δημιούργησαν τα τσελιγκάτα (ένα είδος άτυπων συνεταιριστικών ενώσεων) τα οποία επικράτησαν σχεδόν μέχρι των ημερών μας, όχι όμως με την ίδια δυναμική του παρελθόντος.

Τα τσελιγκάτα δημιουργήθηκαν από την ανάγκη κοινής χρήσης βοσκότοπων μεγάλων εκτάσεων, από την έλλειψη ασφάλειας που επικρατούσε εκείνη την εποχή και την ανυπαρξία πιστωτικών ιδρυμάτων για την οικονομική βοήθεια των μεμονωμένων κτηνοτρόφων. Οι κτηνοτρόφοι ένωναν τα κοπάδια τους κάτω από την ηγεσία του οικονομικά ισχυρότερου, του τσέλιγκα ή αρχιτσέλιγκα, που διέθετε τα περισσότερα ζώα και ο οποίος μπορούσε ευκολότερα να νοικιάσει λιβάδια για χειμαδιά από κοινότητες και ιδιώτες.

Ο χώρος επιρροής του τσέλιγκα δεν περιοριζόταν μόνο στη σφαίρα παραγωγής αλλά επεκτεινόταν σ’ ολόκληρη την κοινωνική ζωή των συνεργαζόμενων κτηνοτρόφων και των οικογενειών τους.

Το τσελιγκάτο είχε πολλά κοινά στοιχεία με τις σύγχρονες οικονομικές επιχειρήσεις και η οργάνωσή του βασιζόταν στην αρχή της συμπληρωματικότητας κεφαλαίου και εργασίας. Ο τσέλιγκας διέθετε το ζωικό κεφάλαιο, τις εκτάσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις, ενώ οι συμβαλλόμενοι κτηνοτρόφοι χωρίς ζωικό κεφάλαιο πρόσφεραν εργατική δύναμη και οι σμίχτες εργατική δύναμη μαζί με το ζωικό κεφάλαιό τους. Το τσελιγκάτο ωστόσο δεν ήταν μόνο ένας συνεταιρισμός που φρόντιζε για την εκμετάλλευση της παραγωγής αλλά επηρέαζε τις προσωπικές σχέσεις και ρύθμιζε τις κοινωνικές λειτουργίες.

Οι σχέσεις ανάμεσα στον τσέλιγκα και τους κτηνοτρόφους που πλαισίωναν το τσελιγκάτο του, εξελίσσονταν με το χρόνο σε σχέσεις απόλυτης εξάρτησης. Ο τσέλιγκας, κυρίαρχος του σχηματισμού από οικονομική άποψη, ήταν επίσης ο προστάτης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.  Κάτω από την εξουσία του οι υποτακτικοί του απολάμβαναν όχι μόνο “οικονομική ασφάλεια” αλλά και κοινωνική και πολιτική προστασία χάρη στη δύναμη και επιρροή του τσέλιγκα, που ξεπερνούσε τα όρια της τοπικότητας, μέσω των εξωτερικών του διασυνδέσεων με ισχυρούς ιδιώτες ή εκπροσώπους του κράτους.

Ο κύκλος διαχείρισης του κοπαδιού προσδιοριζόταν από δυο βασικούς σταθμούς, την μετάβαση από τους χειμερινούς προς τους θερινούς βοσκότοπους και αντίστροφα. Ορόσημο για τις μετακινήσεις αυτές αποτελούσαν οι γιορτές του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου, ημερομηνίες μετακίνησης από και προς για τα χειμαδιά όπου οι καιρικές συνθήκες ήταν σαφώς ευνοϊκότερες.

Εκτός από το πλαίσιο της ημινομαδικής κτηνοτροφίας που αφορούσε τα μεγαλύτερα ή μικρότερα κοπάδια οι κάτοικοι δραστηριοποιούνταν και στην οικόσιτη κτηνοτροφία (γίδες, αγελάδες) την φροντίδα των οποίων αναλάμβαναν κυρίως οι γυναίκες.

Ανάμεσα στο 1920 και το 1950 μια σειρά γεγονότων οδηγεί σε μαρασμό τη νομαδική κτηνοτροφία. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 λαμβάνουν  χώρα η  απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και η διανομή τους σε ακτήμονες και πρόσφυγες ,το  λεγόμενο «χάλασμα των Χειμαδιών», κατά την έκφραση των κτηνοτρόφων.

Αυτό το γεγονός,  στη διάρκεια της  δεκαετίας του 1920, είχε σαν αποτέλεσμα  να κατατεμαχιστούν και να δοθούν σε μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές μεγάλες εκτάσεις που ως τότε χρησιμοποιούνταν για λιβάδια. Δεν ήταν εύκολο πλέον να νοικιάζονται μεγάλες συνεχείς εκτάσεις για τη βοσκή των πολυάριθμων κοπαδιών των τσελιγκάτων. Η διαίρεση των λιβαδιών οδήγησε στη παρακμή των τσελιγκάτων, η  οποία ολοκληρώθηκε  στη δεκαετία του 1940 με την  Κατοχή και τον Εμφύλιο, και αμέσως μετά στη δεκαετία του 1950 με τη μαζική  μετανάστευση των κατοίκων.

Ονομαστοί Πραμαντιώτες τσελιγκάδες ήταν οι Ζαχαρής Μολώνης και Χρήστος Γιώτη Τσιλιγιάννης. Στα χρόνια του Αλή  πασά ονομαστός ήταν ο Σαπλαούρας που είχε  6.000 γιδοπρόβατα.

Οι απόγονοι αυτών των κτηνοτρόφων, οι οποίοι κάποτε πλημμύριζαν τα βουνά και τις πεδιάδες με τα κοπάδια τους, συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να ακολουθούν τις παλιές συνήθειες μετακινώντας κάθε χρόνο το χειμώνα και το καλοκαίρι στους χειμερινούς βοσκότοπους και τα καλοκαιρινά λιβάδια, αντίστοιχα, αλλά όχι με την ίδια δυναμική του παρελθόντος.

ΜΑΣΤΟΡΟΙ-ΚΟΥΔΑΡΑΙΟΙ

Η ζωή στο βουνό ήταν δύσκολη και με την πάροδο του χρόνου η κτηνοτροφία και η υποτυπώδης γεωργία δεν μπορούσε να θρέψει  τον πληθυσμό που αυξάνονταν  και τα λιγοστά χωράφια  και βοσκοτόπια δεν επαρκούσαν. Από την άλλη , η αντιμετώπιση που είχαν οι  νομάδες κτηνοτρόφοι από τους μόνιμους κατοίκους στις εποχικές μετακινήσεις των κοπαδιών τους, ήταν εχθρική  και η φορολόγηση των Τούρκων  ληστρική.

Επί πλέον οι ληστρικές επιδρομές και οι επιδημίες των κοπαδιών  αποδεκάτιζαν την περιουσία τους. Η μόνη λύση ήταν να στραφούν σε νέο επαγγελματικό προσανατολισμό  και σύμμαχος στο πρόβλημά τους αποδείχτηκε η πέτρα.Η δημιουργία  της πέτρας σε καλλιτεχνήματα τους έκανε γνωστούς πέρα από τα όρια της περιοχής τους. Έγιναν περιζήτητοι μάστορες ,άλλοι ασχολούμενοι με την  πέτρα κτίζοντας σπίτια, εκκλησίες , γεφύρια και άλλοι με το ξύλο ως μαραγκοί ή ξυλογλύπτες. Μπορεί να ήταν  αυτοδίδακτοι αλλά ήταν καταπληκτικοί σχεδιαστές, μηχανικοί και αρχιτέκτονες. Στα χέρια τους η πέτρα και το ξύλο μετατρέπονταν σε έργα τέχνης. Στο παραμικρό λάθος ή ατέλεια που διαπίστωναν δεν δίσταζαν να χαλάσουν το δημιούργημά τους και να το ξαναφτιάξουν. Γι΄αυτούς δεν μετρούσε η ποσότητα αλλά η ποιότητα. 

Για τους Πραμαντιώτες μαστόρους άνοιξαν νέοι ορίζοντες πέρα από τα όρια της πατρίδας τους. Ξενιτεύτηκαν  προκειμένου να έχουν κάποια οικονομική άνεση, αλλά και για να βοηθήσουν στην ευρύτερη  άνοδο του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της πατρίδας τους. Μάλιστα από την εποχή της  Τουρκοκρατίας, και ιδιαίτερα από τις αρχές του 18ου αι. και μετά, απέκτησαν μεγάλη φήμη, ιδιαίτερα στη γύρω  περιοχή, κι έκαναν το χωριό τους ένα φημισμένο Μαστοροχώρι σε ολόκληρη την Ελλάδα. Οι Πραμαντιώτες μάστορες ταξίδευαν οργανωμένοι σε μπουλούκια αναλαμβάνοντας  δημόσιες ή ιδιωτικές κατασκευές όπως γέφυρες, μοναστήρια, σπίτια, βρύσες, δρόμους, εκκλησίες, σχολεία και πολλά άλλα ωραία κτίρια σε διάφορα χωριά και πόλεις όχι μόνο στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια  αλλά και την Ευρώπη. Δικά τους έργα είναι τα ψηλά πέτρινα αρχοντικά στο χωριό, η μεγάλη πλατεία και η βρύση του Αράπη και το μοναστήρι της Αγίας-Παρασκευής.

Οι μαστόροι, κατά τη διάρκεια των εργασιών τους στην οικοδομή  χρησιμοποιούσαν  μια διάλεκτο που είχαν δημιουργήσει οι ίδιοι προκειμένου να συνεννοούνται μεταξύ τους. Η διάλεκτός τους λεγόταν κουδαρίτικα από τη λέξη κούδαρης που σημαίνει μάστορας. Η συνθηματική αυτή γλώσσα ήταν κράμα ελληνικών με ξένες λέξεις. Τα «κουδαρίτικα» είναι μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο, με λέξεις που στο σύνολό τους δεν ξεπερνούν τις 500 και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μεταξύ μαστόρων και ιδιοκτητών, στα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιούσαν καθημερινά. Ήταν όμως υπεραρκετές για να συνθέσουν φράσεις χρήσιμες για τη δουλειά τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τα αφεντικά τους έστω και αν παρίστανται στην ομιλία.

ΟΙ ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ (ΚΙΡΑΤΖΗΔΕΣ)ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΝΤΩΝ

Ένα από τα κύρια και παλιότερα επαγγέλματα των Πραμαντιωτών ήταν αυτό του αγωγιάτη. Κυρατζήδες ή κιρατζήδες (από το τουρκικό kiraci που σημαίνει ενοικιαστής = μισθωτής) ήταν οι μεταφορείς μακρινών αποστάσεων. Για τους αγωγιάτες των Πραμάντων γράφει ο Δημήτρης Καρατζένης:

Χρόνια οι άνθρωποι αυτοί από μικροί έκαναν αυτή την δουλειά συνεχώς και ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Δύσκολη η ζωή στην ύπαιθρο την εποχή πριν από τον πόλεμο του 1940, που τα ορεινά χωριά χωρίς δρόμους ήταν αποκλεισμένα. Οι αγωγιάτες των Πραμάντων έκαναν τις μεταφορές από τις πόλεις στο χωριό και αντίστροφα. Εκτός από τις μεταφορές τροφίμων και άλλων πραγμάτων μετέφεραν επίσης και οικογένειες στους τόπους παραθερισμού.

Μέχρι τον πόλεμο του 1940 μετακινούνταν ο αριθμός των μουλαριών που αποτελούσε το καραβάνι έφτανε τα 900. Από αυτά ελάχιστα ήταν των κτηνοτρόφων οι οποίοι περιστασιακά έκαναν τον αγωγιάτη. Κάθε Τρίτη έφευγαν από το χωριό, την Τετάρτη έφταναν στην Άρτα, την Πέμπτη ψώνιζαν και την Παρασκευή το πρωί, ανεξάρτητα από καιρικές συνθήκες, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής για να φτάσουν στο χωριό το βράδυ του Σαββάτου και το πρωί της Κυριακής να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους στο προαύλιο της εκκλησίας. Την Δευτέρα ξεκουράζονταν και την Τρίτη άρχιζαν πάλι το δρομολόγιο.

Οι αγωγιάτες είχαν και δικά τους μαγαζιά που τα εφοδίαζαν με προϊόντα τα οποία πουλούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά τους τις άλλες μέρες της εβδομάδας που έλειπαν. Και βέβαια υπήρχαν και δρομολόγια που τους κρατούσαν πολύ περισσότερο διάστημα μακριά από τις εστίες τους σε πολύ πιο μακρινά μέρη από την Άρτα και με διαδρομές μέσα στα βουνά της Πίνδου. Και η περιποίηση των μουλαριών ήταν άλλη μια κουραστική δουλειά. Τα μουλάρια ήταν γερά και μπορούσαν να κουβαλήσουν βάρος μέχρι και 130 οκάδες (167 περίπου κιλά). Η δε τιμή αγοράς ενός μουλαριού προπολεμικά άγγιζε τις 19.000 δραχμές που ήταν ίση με τη μισή τιμή ενός αυτοκινήτου.

Την ίδια δουλειά έκαναν και οι γείτονες από τους Μελισσουργούς. Εξαντλητική δουλειά και οι περισσότεροι από αυτούς πέθαιναν σε ηλικία 50-60 ετών. Το επάγγελμα αυτό χάθηκε με την εμφάνιση των αυτοκινήτων κι η ατέλειωτη ταλαιπωρία αυτών των ανθρώπων τελείωσε και μόνο οι διηγήσεις μένουν μάρτυρες μιας σκληρής εποχής.

ΟΙ ΡΑΦΤΑΔΕΣ

Άλλο ένα επάγγελμα με το οποίο ασχολούνταν οι κάτοικοι ήταν αυτό του ράφτη. Η ενασχόληση αυτή λειτουργούσε συμπληρωματικά και εποχικά και κατά κανόνα μετακινούνταν σε διάφορες περιοχές μακριά από το χωριό τους κουβαλώντας και τα σύνεργα της δουλειάς τους. Όπως και οι άλλες κατηγορίες επαγγελματιών, έτσι και οι ραφτάδες είχαν την δική τους συνθηματική γλώσσα τα «μπουκουρέικα» που προέρχεται από τη λέξη μπούκουρας = ράφτης.

Σύμφωνα με το γυμνασιάρχη, συγγραφέα και λαογράφο Χρίστο Σούλη (1892-1951) η πατρίδα των «μπουκουρέικων» είναι ο Καταρράκτης (Σχωρέτσαινα). Από τον Καταρράκτη η διάλεκτος μεταδόθηκε στους ραφτάδες των Αγράφων, της Ηπείρου και των περιοχών Βάλτου και Ξηρόμερου στην Αιτωλοακαρνανία. Τη γλώσσα αυτή τη χρησιμοποιούσαν για να μην τους καταλαβαίνουν οι πελάτες τους. Οι ίδιοι οι ραφτάδες ονόμαζαν τη διάλεκτο “ξτονιάτικα” οι υπόλοιποι “ραφτάτ’κα”. Οι περισσότερες λέξεις προέρχονται από τη βλάχικη γλώσσα.

ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ

Τα Βόρεια Τζουμέρκα δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούν από μουσικολογική άποψη. Εκτός από τις τοπικές κομπανίες που δημιουργήθηκαν στα βλαχοχώρια Συρράκο και Καλαρρύτες η υπόλοιπη περιοχή τροφοδοτήθηκε κυρίως με κομπανίες από τα Ιωάννινα. Χαρακτηριστικό της τοπική ιδιαιτερότητας είναι κυρίως το ρεπερτόριο, το οποίο, ακόμα και στη βλαχόφωνη εκδοχή του, εμμένει στα “βαριά” και “στον τόπο”, τσάμικα, με πολλές παραπομπές στο κλέφτικο τραγούδι. Οι χοροί είναι δεξιοτεχνικοί και εκφραστικοί.

Από τις κυριότερες κομπανίες είναι των Γεροδημαίων και των Διαμανταίων από τα Πράμαντα.

Η προφορική μνήμη στα Τζουμέρκα συνδέεται με ιστορικά γεγονότα που καταγράφηκαν σαν σύμβολα αντίστασης και ελευθερίας και διατηρούνται στη μνήμη των ανθρώπων ακόμα και αυτών που έχουν φύγει από τον τόπο τους. Στην περιοχή των Τζουμέρκων συναντούμε το έθιμο του χορού «Καγκελάρι» ή «Καγκελάρης» που είναι ένας επιβλητικός κυκλικός χορός. Γίνεται μια φορά το χρόνο και συμμετέχουν όλοι. Το όνομά του το πήρε από δεξιόστροφα και αριστερόστροφα γυρίσματα που διαγράφουν οι χορευτές, τις λεγόμενες «Κύκλες», και η ονομασία “Καγκελάρι” είναι μεταγενέστερη.

Γραπτές και προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το «Καγκελάρι» δημιουργήθηκε την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά υπάρχει και η άποψη ότι έχει σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και τις γιορτές της Δήμητρας και της Περσεφόνης.

Το «Καγκελάρι» δεν είναι ένας συγκεκριμένος χορός, αλλά μια τελετουργική πράξη με βαθύτερη έννοια που κρύβεται κάτω από την απλή μορφή του. Οι κάτοικοι χορεύουν κυκλικά πιασμένοι από τους αγκώνες κάτι που δηλώνει την ενότητα και τη συνέχεια της κοινότητας, και ο ρυθμός του τραγουδιού και των βημάτων είναι αργός και μονότονος, χαρακτηριστικό των μυητικών τελετών.

Η καθολική συμμετοχή και η διάταξη πλάτη με πλάτη των χορευτών- χορευτριών αποτελούσε άριστη ευκαιρία για τη γνωριμία των νέων. Επίσης η διάταξη αυτή βοηθούσε στη μεγαλύτερη επικοινωνία των κατοίκων, κυρίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το νόημα των τραγουδιών είχε τελείως διαφορετική ερμηνεία για τους «μυημένους».

Σημαντική θέση στις «Κύκλες» είχαν οι άγιοι που ο λαός τους ήθελε προστάτες σε κάθε φάση της ζωής καθώς και οι ξένοι που ήταν καλοδεχούμενοι, δείγμα της τζουμερκιώτικης φιλοξενίας: «Μα τον Άγιο Αρσένη στο χορό να μπούνε οι ξένοι».

Οι πολιτιστικοί σύλλογοι  εδώ και χρόνια κάνουν προσπάθειες για την επιβίωση αυτού του δρώμενου με τις ποικίλες μουσικές, ποιητικές και χορευτικές παραλλαγές του.

Τα Πράμαντα σήμερα

Δυστυχώς σήμερα παραδοσιακά κτίσματα στο χωριό δεν υπάρχουν, εκτός από ελάχιστα. Η πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς και ο σεισμός του 1967 κατέστρεψαν πολλά από τα παραδοσιακά σπίτια. Παλιά σπίτια που αποτελούν δείγματα της τοπικής αρχιτεκτονικής είναι οι οικίες Βουρλόκα, Γιαννηκώστα, Στάμου, Καρακώστα, Τσίρκα, Τσίκου.

Στο κέντρο των Πραμάντων είναι η όμορφη πλακόστρωτη πλατεία με τον τεράστιο γέρικο πλάτανο, που αποτελούσε και αποτελεί σημείο αναφοράς των εορταστικών εκδηλώσεων των θρησκευτικών πανηγυριών αλλά και των συναντήσεων των ξενιτεμένων Πραμαντιωτών τις μέρες του καλοκαιριού που συγκεντρώνονται στο γενέθλιο τόπο τους.

Στην πλατεία δεσπόζει η κεντρική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό μνημείο και η Bρύση του Αράπη που παριστάνει ένα ανθρώπινο κεφάλι με κρουνό που βγαίνει από το στόμα του. Είναι έργο του Πραμαντιώτη πρωτομάστορα Βασιλείου Χρ. Γεωργάκη και δημιουργήθηκε το 1887. Το όνομα, λέγεται, πως προέρχεται από κάποιον αράπη που στεκόταν εδώ και μάζευε τους φόρους υποτελείας.

Το Μνημείο της Γυναίκα της Πράμαντας είναι ένα γλυπτό στο κέντρο χωριού που θυμίζει τη συμβολή της γυναίκας Ηπειρώτισσας στους αγώνες του έθνους.

Nερόμυλος – νεροτριβή – μαντάνια: Ιστορικό διατηρητέο κτίσμα ιδιοκτησίας αδελφών Tσακτσίρα. Πρόκειται για ισόγειο πέτρινο κτίσμα απλής λαϊκής αρχιτεκτονικής με κάτοψη σε σχήμα ορθογωνικό. Kτισμένο το 1935 αποτελεί ίσως τη μοναδική περίπτωση συστέγασης νερόμυλου – νεροτριβής και μαντανίων.

Η περιοχή των Τζουμέρκων τα τελευταία χρόνια έχει κάνει τεράστια άλματα στην προώθηση του τουρισμού, με την συμμετοχή και ενασχόληση των επαγγελματιών και με την υποστήριξη των φορέων.

Σήμερα τα Πράμαντα είναι ένα ζωντανό χωριό στο κέντρο της ευρύτερης περιοχής και έδρα του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων με πληθυσμό περίπου 800 κατοίκους, ο οποίος την καλοκαιρινή περίοδο ξεπερνάει τους 1500. Διαθέτει ταβέρνες, ζαχαροπλαστεία, καφετέριες και νυχτερινή διασκέδαση. Επίσης διαθέτει σύγχρονο Κέντρο Υγείας, φαρμακείο, κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, πρατήριο καυσίμων, τράπεζα, ATM, ταχυδρομείο, αστυνομικό τμήμα και σχολεία όλων των βαθμίδων. Σε αυτό το παραδοσιακό κεφαλοχώρι, που συνδυάζει το σύγχρονο τρόπο ζωής, ο επισκέπτης μπορεί να βρει πληροφορίες για ό,τι χρειαστεί.

Η τουριστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα με τη δημιουργία ξενοδοχείων και ξενώνων στην περιοχή. Η ποιοτική υποδομή των καταλυμάτων και η τοπική γαστρονομία είναι βασικά στοιχεία μιας άνετης διαμονής.

Οι εμπειρίες που αποκομίζει ο επισκέπτης είναι εμπειρίες ποιοτικές που σχετίζονται με τη βιωματική προσέγγιση της εντυπωσιακής φύσης των Τζουμέρκων και των μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο «ενεργητικός» τουρισμός εμπλουτίζει την εμπειρία του ταξιδιού, και οδηγεί τον επισκέπτη σε περισσότερες και πιο εξειδικευμένες δραστηριότητες.

Το εύρος δραστηριοτήτων σε ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον είναι μεγάλο και οι επιλογές ανάλογες με τον διαθέσιμο χρόνο, τις αντοχές και τη διάθεση. Ορεινοί όγκοι και κορφές για τους λάτρεις της ορειβασίας, μονοπάτια για πεζοπορία, επίσκεψη σε καταρράκτες, rafting στον Άραχθο και τον Καλαρρύτικο, κατάβαση φαραγγιών για τους τολμηρούς, εκδρομές με αυτοκίνητο στα γύρω παραδοσιακά χωριά, επίσκεψη σε μοναστήρια, εκκλησίες και γεφύρια. Ένας ιδιαίτερος προορισμός και πέρα από τους καλοκαιρινούς μήνες.

Αφήστε ένα σχόλιο