fbpx
Συρρακο
Εξερευνήστε τον παραδοσιακό οικισμό

Συρράκο

1024 683 Epirus Explorer

Συρρακο

Ένας παραδοσιακός οικισμός

Από τα πιο ωραία και γραφικά χωριά του νομού Ιωαννίνων αλλά και όλης της Ηπείρου, που εντυπωσιάζει από μακριά με τα γκρίζα πετρόχτιστα σπίτια του που διακρίνονται σκαρφαλωμένα στην πλαγιά. Το Συρράκο είναι ανακηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός. Τυπικό παραδοσιακό βλαχοχώρι αποτελεί υπόδειγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής με τα πέτρινα σπίτια, τα καλντερίμια, τις εκκλησίες, τις πέτρινες βρύσες και τα δημόσια κτίρια, που είναι δημιουργίες των φημισμένων μαστόρων. Μαζί με τους γειτονικούς Καλαρρύτες είναι τα μόνα χωριά που διατηρούν αναλλοίωτη αυτή την αρχιτεκτονική στα νότια του νομού Ιωαννίνων.

Ιστορία και Πληροφορίες

Βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μέτρων ανατολικά των Ιωαννίνων και σε απόσταση 52 χλμ. από αυτά. Ο ιστορικός οικισμός είναι κτισμένος στους πρόποδες του όρους Περιστέρι (Λάκμος) στις απότομες γυμνές πλαγιές της Πρίξας. Χωρίζεται από τους Καλαρρύτες με μια βαθιά χαράδρα, απαράμιλλης ομορφιάς, την οποία διαρρέει ο ποταμός Χρούσιας ή Καλαρρύτικος, παραπόταμος του ‘Αραχθου, και αποτελεί λόγω του ξηρού και υγιεινού του κλίματος ιδεώδη τόπο θερινής διαμονής. Από τις τρεις πλευρές του περιβάλλεται από άγριες χαράδρες που το οχυρώνουν. Κατοικήθηκε πριν από τον 15ο αιώνα από Έλληνες βλαχόφωνους της νότιας ομάδας της Πίνδου, οι οποίοι μιλούν εκτός της Ελληνικής γλώσσας και τα «βλάχικα» τα οποία αποτελούν προφορικό λατινογενές γλωσσικό ιδίωμα. Το 1450 το χωριό καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας μετά το 1480 υπήρξε πρωτεύουσα ομοσπονδίας η οποία αποτελούνταν από 42 χωριά. Η ομοσπονδία αυτή υπαγόταν στην ισχυρή Βαλιδέ Σουλτάνα (μητέρα του Σουλτάνου) στην οποία πλήρωναν υψηλή φορολογία αλλά ταυτόχρονα είχαν προνόμια (αυτονομία, αυτοδιοίκηση, ανεξαρτησία, ανεξιθρησκία, φοροαπαλλαγές, λειτουργία σχολείων, θρησκευτική ελευθερία, κ.ά.), με τα οποία το χωριό άρχισε να γνωρίζει πολύ μεγάλη ακμή η οποία κορυφώθηκε στις αρχές του 18ου αι. και έφτασε στο σημείο να προσελκύσει κατοίκους άλλων γειτονικών χωριών που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ.

Στην αρχή ξεκίνησαν κάνοντας εμπόριο σε κτηνοτροφικά προϊόντα (γάλατα τυριά, δέρματα, κ.ά.). Αργότερα ανέπτυξαν και τη βιοτεχνία παραγωγής μάλλινων υφασμάτων που έφτιαχναν με το μαλλί των προβάτων που έβοσκαν στα γύρω λιβάδια (κάπου 50.000 με 60.000 αιγοπρόβατα την εποχή εκείνη).Με τα υφάσματα έφτιαχναν διάφορα ρούχα αλλά εκεί που διακρίθηκαν ιδιαίτερα ήταν οι χοντρές ολόμαλλες και αδιάβροχες κάπες, οι οποίες ήταν τόσο καλές, ζεστές και ανθεκτικές που είχαν μεγάλη ζήτηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ιδιαίτερα από ναυτικούς και στρατιώτες. Λέγεται μάλιστα ότι πολύ καλός πελάτης ήταν και ο Μέγας Ναπολέων που έντυσε το στρατό του με αυτές. Η ενασχόλησή τους με τo επάγγελμα αυτό, είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια νέα τάξη εμπόρων που δεν περιορίστηκε στα εκάστοτε σύνορα, από τους οποίους προέκυψε μια ανερχόμενη τάξη λογίων και ευεργετών που η καίρια συμβολή τους στην εθνική αφύπνιση και την επανάσταση υπήρξε καθοριστική. Παράλληλα είχαν αναπτύξει και τη λαϊκή χειροτεχνία (ζωγραφική, ξυλογλυπτική, αργυροχοΐα, χρυσοχοΐα , χρυσοκεντητική, κ.α.) καθώς και την τέχνη της πέτρας.

Οι κάτοικοι του Συρράκου και των Καλαρρυτών είχαν δημιουργήσει εμπορικούς οίκους σε μεγάλες Ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Λιβόρνο και η Τεργέστη ήδη από τα μέσα του 17ου αι. , αφού τα δύο χωριά ήταν κέντρα εξαγωγικού εμπορίου προϊόντων των γειτονικών χωριών, αλλά της Θεσσαλίας.

Επόμενο ήταν όλη αυτή η εμπορική κίνηση να φέρει στο χωριό σημαντικό πλούτο, ευημερία, μόρφωση και πολιτισμό.

Το Συρράκο μαζί με τους Καλαρρύτες υπήρξαν τα μόνα χωριά της Ηπείρου που πήραν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση από τον πρώτο χρόνοι. Δυστυχώς τα δύο χωριά δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τα ισχυρά τουρκικά στρατεύματα, τα οποία λεηλάτησαν και έκαψαν τα πάντα. Ολοκληρωτική καταστροφή. Αυτό ήταν και η αρχή του τέλους της μεγάλης ακμής .Οι κάτοικοι έφυγαν προκειμένου να σωθούν για να ζήσουν σε άλλα μέρη του εσωτερικού και του εξωτερικού. Οι Τούρκοι μετανοιωμένοι διότι είχαν πλέον χάσει το χαράτσι από τον πλούτο και των δύο χωριών εξέδωσαν ένα χρόνοι αργότερα (1822) διαταγή (μπουγιουρντί) με την οποία υπόσχονταν αμνηστία και ασφάλεια σε όσους θα επέστρεφαν. Αλλά κανείς δεν εμπιστευόταν τις υποσχέσεις τους, οπότε τέσσερα χρόνια αργότερα (1826) εξέδωσαν δεύτερη διαταγή με την ίδια υπόσχεση. (Και οι δυο αυτές διαταγές σώζονται στο αρχείο της κοινότητας των Καλαρρυτών). Οι περισσότεροι βέβαια έμειναν σταμέρη όπου είχαν καταφύγει και μόνο κάποιοι τολμηροί επέστρεψαν το 1827, έκτισαν πάλι τον κατεστραμμένο από τους Τούρκους οικισμό και η περιοχή άρχισε να ακμάζει εκ νέου. Στην απογραφή του 1913 το Συρράκο αριθμούσε 3.500 κατοίκους.Η παρακμή, στις αρχές του 20ου αιώνα οφείλεται στην υποχώρηση της ζήτησης για μάλλινα υφάσματα.

Το 1854 ορισμένοι ένθερμοι Συρρακιώτες προσπάθησαν να κάνουν μια ακόμα εξέγερση . Ευτυχώς που μεσολάβησαν οι πρόκριτοι και πήραν αμνηστία, σώζοντας το χωριό από μια δεύτερη καταστροφή. Επίσης τότε οι Τούρκοι άρχισαν να κάνουν περικοπές των προνομίων που είχαν παραχωρήσει. Αυτά ήταν δυσάρεστα γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα το χωριό έκανε μεγάλη πρόοδο στα επόμενα χρόνια. Το Φεβρουάριο του 1881 με Συνθήκης του Βερολίνου (1/13 Ιουλίου 1878), η Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα με νέα συνοριακή γραμμή τους ποταμούς Άραχθο και Καλαρρύτικο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το Συρράκο να παραμείνει στην Τουρκία, αντίθετα από τους Καλαρρύτες, το Ματσούκι και την Άρτα που πέρασαν στην ελεύθερη Ελλάδα. Έτσι τα δυο χωριά, Καλαρρύτες και Συρράκο, ανήκαν πια σε διαφορετικά κράτη, γεγονός που εμπόδιζε κάπως το εμπόριο μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας. Η ανεξαρτησία της περιοχής κατακτήθηκε στις 23/11/1919.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και με τις καταστροφές του και αργότερα ο Εμφύλιος είχαν σαν αποτέλεσμα την ερήμωση του τόπου Δύσκολο να ζήσει κανείς σε έναν τόπο δύσβατο, χωρίς δρόμους, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς άλλες ευκολίες, και κυρίως χωρίς τη μεγάλη δραστηριότητα και τα κέρδη που είχε στο παρελθόν. Έτσι σήμερα έχει απομείνει με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους.

Το Συρράκο έδωσε στην Ελλάδα σπουδαίους άνδρες όπως ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), o Ιωάννης Κωλέττης (1774-1847), πρώτος συνταγματικός πρωθυπουργός της Ελλάδας, o Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805- 1858) ποιητής και αγωνιστής του 1821.

Επίσης οι οπλαρχηγοί Κατσικογιάννης , Λεπενιώτης κ.ά., οι ευεργέτες Γ. Γιαννιώτης , Σπ. Μπαλτατζής, Γ. Ίκκος κ.ά. καθώς και πολλοί άλλοι άντρες των γραμμάτων, των τεχνών και του εμπορίου κατάγονται από το Συρράκο.

Πέτρινα γεφύρια

Πούντα Νουάουα ή Καινούργιο Γεφύρι: Είναι το πρώτο γεφύρι που συναντούμε στην είσοδο του χωριού. Είναι μονότοξο με επίπεδο κατάστρωμα και χτίστηκε το 1800, αλλά δεν ξέρουμε ούτε το χτίστη ούτε το χορηγό, αφού δεν υπάρχει ούτε επιγραφή ούτε προφορική μαρτυρία. Διατηρείται σε καλή κατάσταση, αν και χωρίς κάποια επισκευή ή συντήρηση. Το ονόμασαν έτσι για να το ξεχωρίζουν από το διπλανό και πιο παλιό γεφύρι. Δίπλα σώζεται η βρύση Φαντανίτσια (προφανώς από το ιταλικό fontana που σημαίνει πηγή ή βρύση).

Γεφύρι Πούντα Βιάκλια (παλιό γεφύρι) ή γεφύρι Νικ: Μετά από το προηγούμενο και στην είσοδο του χωριού, χτισμένο το 1938 πάνω σε παλιότερο. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται νερόμυλος.

Γεφύρι στο Σιόπατου  Πέτρινο μονότοξο γεφύρι το οποίο γεφυρώνει το ρέμα που ξεκινάει από την Πηγή Σιόπατου και χύνεται στον Χρούσια παραπόταμο του Καλαρρύτικου. Βρίσκεται στην κορυφή του χωριού ακριβώς κάτω από τον περιφερειακό δρόμο. Είναι άγνωστό πότε και από ποιόν κτίστηκε, τα χρήματα όμως τα διέθεσαν μάλλον οι καλόγριες για να μπορούν να πηγαίνουν στη διπλανή βρύση Καλογρέτσι (προφανώς από το όνομά τους).

Πηγές-Βρύσες:

Δυο Βρύσες: Ωραίο θολωτό κτίσμα με δυο πέτρινες γούρνες, κοντά στο Αρχοντικό του Ζαλοκώστα. Χτίστηκε το 1876 από το μεγαλέμπορο Συρρακιώτη Ν. Παληό.

Πηγή Γκούρας: Πάνω από την πλατεία, κοντά στον Άγιο Νικόλαο. Είναι ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής, ίσως το καλύτερο του χωριού που καλύπτεται από ένα μεγάλο αλλά υπέροχο καμπυλωτό θόλο, φτιαγμένο από την ελαφρόπετρα « Γκιγκονάρα » , όνομα της τοποθεσίας από την οποίαν εξορύχθηκε. Τα πεζούλια είναι μεταγενέστερη προσθήκη , προφανώς για πρακτικούς λόγους (π.χ. να ακουμπάνε τις βαρέλες, κ.ά.), αλλά οπωσδήποτε αποτελούν παραφωνία και χαλούν την ωραία εικόνα της πηγής. Η παράδοση λέει ότι εδώ βρέθηκε η εικόνα του Αγ. Νικολάου.

Πηγή του Κοντόλ: Πάνω από την Γκούρα. Γλίτωσε κι αυτή από τη μεγάλη καταστροφή του 1821. Έχει δύο πέτρινους κρουνούς, εντοιχισμένους στο βάθος και στεγασμένους από ένα ημικυλινδρικό πέτρινο θόλο, πάνω στον οποίον υπάρχει κήπος

Spread the love
ΜΠΟΡΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ

Αφήστε ένα σχόλιο