Θεοδώριανα
Βλέποντας τον κόσμο από ψηλά

Θεοδώριανα

1024 683 Epirus Explorer

ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ

Βλέποντας τον κόσμο από ψηλά

Τα Θεοδώριανα είναι ένα κεφαλοχώρι του νομού Άρτας και βρίσκεται φωλιασμένο στις πλαγιές των Ανατολικών Τζουμέρκων. Η περιγραφή  της διαδρομής που οδηγεί  στο χωριό είναι πολύ φτωχή σε λέξεις για να περιγράψει το εντυπωσιακό τοπίο. Ο ασφάλτινος δρόμος απο Αθαμάνιο ανηφορίζει με συνεχείς στροφές μέχρι τη ράχη του Σταυρού στα 1400μ. υψόμετρο. Η στάση απαραίτητη, η θέα εκπληκτική (αν το επιτρέπει ο καιρός). Ο Αχελώος, τα χωριά των Τζουμέρκων, τα Άγραφα μακριά και ο Αμβρακικός κόλπος είναι η εικόνα που αντικρύζουμε. Απο το σημείο αυτό και μετά αρχίζει η κατηφόρα, το χωριό εμφανίζεται με τις γυμνές κορυφές απο πάνω του, που θαρρείς και το προστατεύουν . Σε τέσσερα χιλιόμετρα είμαστε στην πλατεία του χωριού και διαβάζουμε την πινακίδα που μας πληροφορεί οτι  βρισκόμαστε σε υψόμετρο 980μ. Οι τουριστικοί χάρτες το αναφέρουν σαν το χωριό με τα περισσότερα νερά στην Ελλάδα. Με δύο ποτάμια και δεκάδες πηγές η περιοχή είναι ένας μικρός παράδεισος.

Ιστορία και Πληροφορίες

Γυμνές και δυσπρόσιτες βουνοκορφές καθορίζουν την έκταση (44χιλ. στρέμματα) και τα όρια της Κοινότητας του Βουργαρελίου με τα γύρω χωριά. Η ψηλότερη κορυφή είναι η Πυραμίδα (Καταφίδι ,2.393 μ.) και κύρια περάσματα ο Σταυρός (1.250μ.) προς νότο για Άρτα, το Αυτί (1.750μ. ) βόρεια και ο Προφήτης Ηλίας (1.100μ.) ανατολικά προς Θεσσαλία. Ανατολικότερα και σε απόσταση 4,5 περίπου χιλιομέτρων, λίγα σπίτια στη δεξιά όχθη του Αχελώου, συγκροτούν το Σκαρπάρι, το δεύτερο οικισμό της Κοινότητας Θεοδωριάνων, απομονωμένο αλλά πανέμορφο σε μια υπέροχη τοποθεσία πάνω απο το ποτάμι.

Τα Θεοδώριανα για πρώτη φορά αναφέρονται με το σημερινό τους όνομα στα 1695, σ’ ένα φορολογικό κατάλογο των βενετσιάνικων αρχών. Απ’ τα ανεπίσημα όμως αρχαιολογικά ευρήματα στη Θέση Σελιό, απ’ την ονομασία τους κι από άλλες ιστορικές παραδοχές, τα Θεοδώριανα μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ιστορική συνέχεια της αρχαίας πόλης Θεοδωρία στη χώρα των Αθαμάνων που αποτελούν την πρώτη ιστορικά εξακριβωμένη φυλή που ζει στην περιοχή αυτή .

Κατά τη μυθολογία, ο Αθάμας, στον οποίο οφείλει το όνομά της η Αθαμανία ήταν γιός του Αιόλου και εγγονός του βασιλιά Έλληνα, βασίλευε στον Ορχομενό της Βοιωτίας και μετά τη δολοφονία του γιού του Λέαρχου μετανάστευσε στην Αθαμανία ,όπου εγκαταστάθηκε, παντρεύτηκε τη Θεμιστώ, κόρη του βασιλιά των Λαπιθών και ίδρυσε τον βασιλικό οίκο των Αθαμάνων. Οι Αθαμάνες ήταν αρχαίο ηπειρωτικό φύλο και το όνομά τους αναφέρεται , πρώτη φορά, στον ιερό πόλεμο των Φωκέων (355-346 π.χ.), όπου πήραν μέρος. Οι σημαντικότερες πόλεις τους ήταν η Αργιθέα, η Θεοδωρία, η Τετραφυλλία, η Ηράκλεια κ.α., που δεν έχουν εντοπιστεί και ταυτιστεί με βεβαιότητα.

Οι Αθαμάνες, λαός κατ’ εξοχή ποιμενικός, θεωρούνται απ’ τους ιστορικούς δημιουργικοί, με κράση καρτερική και φοβεροί πολεμιστές. Το ψυχρό κλίμα, η αγριότητα του τοπίου, η δύσκολη επικοινωνία, η λιτή τροφή κι η ασχολία στην ύπαιθρο, δημιούργησαν άντρες εύρωστους, αρρενωπούς, ψυχικά δυνατούς, χαρακτήρες τολμηρούς και τραχείς. Ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία, τη γεωργία, την κεραμική και την υφαντική. Παλιά, λάτρευαν τον Αχελώο και τη θεά Διώνη, αργότερα τους θεούς που λάτρευαν και οι άλλοι Έλληνες.

Τη μεγαλύτερη ακμή της η Αθαμανία γνωρίζει επί βασιλείας Αμύνανδρου (220-184 π.Χ.), που επεκτείνει το κράτος του ως τους Γόμφους της Θεσσαλίας. Ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος, διασώζει τα ονόματα δώδεκα πόλεων της Αθαμανίας μεταξύ αυτών και της Θεοδωρίας στο κέντρο της Αθαμανίας.

H  Θεοδωρία καταστρέφεται το 167 π.Χ., μαζί  με τις άλλες πόλεις των Αθαμάνων, από τους Ρωμαίους, παρά την ηρωική αντίσταση του τελευταίου βασιλιά των Αθαμάνων Σελίπου ,επειδή οι Αθαμάνες πήραν το μέρος των Μακεδόνων κατά τον πόλεμο Ρωμαίων – Μακεδόνων (171-168 π.Χ.). Η Αθαμανία γίνεται πλέον ρωμαϊκή επαρχία. Σε όλα τα κατοπινά βυζαντινορωμαϊκά χρόνια η Θεοδωρία και γενικότερα η Αθαμανία μένει στην αφάνεια. Όσον αφορά την προέλευση του ονόματος οι παλαιότεροι ιστορικοί εικάζουν οτι οφείλεται στο βασιλιά της Αθαμανίας Θεόδωρο , αλλά δεν προσδιορίζουν και την ακριβή θέση της Θεοδωρίας , πράγμα που συμβαίνει και με τις περισσότερες πόλεις της Αθαμανίας. Οι νεώτεροι  ερευνητές και ιστορικοΊ τοποθετούν τη τη Θεοδωρία στη Θέση  Σελιό (σλάβικη λέξη που σημαίνει χωριό) των Θεοδωριάνων. Η αλλαγή του ονόματος από Θεοδωρία σε Θεοδώριανα συντελείται διά μέσου των αιώνων, αλλά δεν μπορεί να προσδιοριστεί πότε ακριβώς. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν τα Θεοδώριανα ταυτίζονται  με την αρχαία Θεοδωρία και αποτελούν ιστορική της συνέχεια.

Την περίοδο της τουρκικής κατοχής τα Θεοδώριανα μαζί με άλλα χωριά των Τζουμέρκων αντιστέκονται και πετυχαίνουν ημιανεξαρτησία και αυτοδιοίκηση.Οι Τούρκοι πασάδες αρχίζουν μετά το 1652 να περιορίζουν τα δικαιώματα αυτά. Τα Θεοδώριανα όμως και μερικά άλλα Τζουμερκοχώρια ( Συρράκο, Καλαρρύτες, Ματσούκι, Μελισσουργοί) διατηρούν ορισμένα προνόμια μέχρι της σατραπείας του Αλή-πασά (1788). Από το 1740 οι ντόπιοι καπετάνιοι συγκροτούν πάλι το Αρματολίκι Τζουμέρκων. Πολλές φυσιογνωμίες του αγώνα κατά τη διάρκεια της προεπαναστατικής περιόδου έχουν τα Θεοδώριανα σαν πέρασμα ή καταφύγιo  ( Πατροκοσμάς, Καραισκάκης, Κατσαντώνης και άλλοι  κλεφταρματωλοί). Στα Θεοδώριανα έδρασε και η μεγάλη  ιστορική μορφή των πρεπαναστατικών χρόνων ,ο ιερομόναχος και ηγούμενος του μοναστηριού των Θεοδωριάνων Άνθιμος Αργυρόπουλος ή Δημητρίου ο οποίος ίδρυσε σχολείο στο μοναστήρι για να μορφώνονται τα παιδιά, φυλακίστηκε για τη δράση του απο τον Αλή Πασά, έχασε την όρασή του , στη συνέχεια απελευθερώθηκε και ήταν αυτός που αφού ορκίστηκε στη Φιλική Εταιρεία, άρχισε να στρατολογεί και να ορκίζει ο ίδιος τους οπλαρχηγούς της επανάστασης μεταξύ των οποίων  τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη,τον Διονύσιο Σολωμό κ.α.

Στις 24 Ιουνίου 1881 τα Θεοδώριανα μαζί με το μεγαλύτερο τμήμα του νομού Άρτας απελευθερώνονται. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της συνθήκης του Βερολίνου, που υπογράφτηκε στις 13 Αυγούστου 1878, η Άρτα και τριάντα έξι χωριά  μαζί με τα Θεοδώριανα προσαρτίζονται στο Ελληνικό κράτος και οι κάτοικοι πλέον καταπιάνονται με την ανασυγκρότηση του τόπου τους.

Τα Θεοδώριανα είναι γνωστά για το οροπέδιο Κωστηλάτα όπου ξεκακολοκαιριάζουν χιλιάδες πρόβατα. ” Ψηλά στην Κωστηλάτα βοσκούν τα πρόβατα χορεύουν τα κορίτσια με τ΄ασπροζώναρα…”  λέει το δημοτικό τραγούδι για ένα λιβάδι για το οποίο έγινε εξέγερση. Η ιστορία έχει ως εξής:  Μετά την αποχώρηση των Τούρκων ο έλεγχος των εκτάσεων περνάει σε Έλληνες τσιφλικάδες και συγκεκριμένα στους αδελφούς Νίκο και Γιώργο Αντωνόπουλο. Οι Θεοδωριανίτες, μαθαίνουν το δυσάρεστο νέο τον Απρίλη του 1883. Οι αδελφοί Αντωνόπουλοι  νοικιάζουν το λιβάδι της Κωστηλάτας στο μεγαλοτσέλιγκα Γεώργιο Χατζάρα και οι κάτοικοι  αποφασίζουν να αντιδράσουν δυναμικά και ζητούν  πίσω την Κωστηλάτα. Λένε στους τσιφλικάδες ότι το λιβάδι δεν ανήκε ποτέ στους Τούρκους, αλλά το πήραν σαν κατακτητές, οπότε τώρα με τη απελευθέρωση ανήκει ξανά στους Θεοδωριανίτες. Με όπλα, χατζάρια, τσεκούρια, και ξύλα αντιμετώπισε όλο το χωριό (άντρες, γυναίκες και παιδιά) το στρατιωτικό απόσπασμα που συνόδευε  τα 2.000 πρόβατα του τσέλιγκα Χατζάρα για να βοσκήσουν στο λιβάδι της Κωστηλάτας . Τελικά οι δύο πλευρές ήρθαν σε συμφωνία και στις 25 Ιουλίου 1883 υπογράφτηκε συμβόλαιο που μεταβίβαζε την Κωστηλάτα σε 131 κατοίκους των Θεοδώριανων. Σήμερα το λιβάδι της Κωστηλάτας το διαχειρίζεται ο Αναγκαστικός Συναιτερισμός Συνιδιοκτησίας Θεοδωριάνων.

Την περίοδο της Κατοχής μόνο δυο φορές θα πατήσουν το πόδι τους στα Θεοδώριανα οι κατακτητές και μόνο για λίγες ώρες. Την πρώτη μια ομάδα Ιταλών το 1942 και τη δεύτερη τον Οκτώβρη του 1943 οι Γερμανοί κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους. Από νωρίς εκατοντάδες Θεοδωριανίτες βγαίνουν στο βουνό ένοπλοι αντάρτες, στις γραμμές του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Αυτη την περίοδο τα βουνά της περιοχής γίνονται καταφύγια ανταρτών.. Απο τα  Θεοδώριανα πέρασαν και έμειναν και οι πρωτοκαπετάνιοι Άρης Βελουχιώτης του ΕΛΑΣ και Ζέρβας του ΕΔΕΣ. Το 1942 στα Θεοδώριανα εγκαθίστανται αρχηγείο της Αγγλικής αποστολής . Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι Γερμανοί να βομβαρδίσουν δυο φορές το χωριό και οι κάτοικοι να θρηνήσουν εννέα νέους ανθρώπους. Περίοδος τρόμου και θανάτου για το χωριό όπως και για την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ακολουθεί ο Εμφύλιος Πόλεμος η πιό θλιβερή σελίδα της ιστορίας μας και τα δύσκολα  μετεμφυλιακά χρόνια που βρίσκουν τα χωριά της Ηπείρου  όπως και όλης της χώρας ρημαγμένα και φτωχά. Πολλοί κάτοικοι του χωριού, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, άλλοι στις μεγάλες πόλεις για σπουδές ή αναζήτηση καλύτερης τύχης κι άλλοι σε χώρες του εξωτερικού με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του χωριού όπως και όλης της ελληνικής υπαίθρου.

Σήμερα το χωριό έχει 250 μόνιμους κατοίκους. Αρκετοί  κάτοικοι είναι κτηνοτρόφοι και ελάχιστοι, κυρίως ηλικιωμένοι, ζουν μόνιμα στο χωριό. Απ’ τους Θεοδωριανίτες της διασποράς, που υπερβαίνουν τους 10.000  μερικοί ξεκαλοκαιριάζουν στα Θεοδώριανα κι άλλοι έρχονται στην πατρίδα κυρίως στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.

Οι πεζοπορικές και ορειβατικές διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος, ανάλογα με τις δυνατότητές του, είναι πολλές. Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην καρδιά των Τζουμέρκων.Πολλά ιστορικά μονοπάτια που χρησιμοποιύνταν τα παλαιότερα χρόνα απο τους κατοίκους μπορεί να τα ακολουθήσετε και σήμερα.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην πλατεία του χωριου.Χτισμένη το 1880 από Πραμαντιώτες μαστόρους, στοίχισε την εποχή εκείνη  30.000 γρόσια.

Το Μοναστήρι της Παναγίας κτισμένο απο τον ηγούμενο Άνθιμο Αργυρόπουλο το 1793 και  αφιερωμένο στη  Γέννηση της Θεοτόκου. Την εποχή της Τουρκοκρατίας  λειτούργησε σαν αλληλοδιδακτικό σχολείο και παράλληλα σαν κρυσφήγετο πατριωτών.

Το πέτρινο γεφύρι του ποταμου Γκούρα. Έξω απο το χωριό στο δρόμο για Τρίκαλα μονότοξο πέτρινο γεφύρι ,κτισμένο στις αρχές του 20ου αι. που γεφυρώνει τον ποταμό Γκούρα παραπόταμο του Αχελώου.

Το φαράγγι της Αγίας Τριάδας : http://www.theodoriana.com/images/stories/faragi.jpg Ξεκινά απο το σημείο που ενώνονται τα δύο ρέματα η ΄Ασπρη Γκούρα και το Μουζάκι, κυλούν για τρία χλμ. μέσα στο φαράγγι και χύνονται στον Αχελώο, τον «΄Ασπρο» όπως τον λένε οι ντόπιοι. Η πιο εύκολη πρόσβαση στο φαράγγι γίνεται  από το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Από κει εύκολα μπορεί να δει κανείς το μεγαλύτερο κομμάτι του φαραγγιού.

Το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου 

Κάθε Δεκαπενταύγουστο χιλιάδες συγχωριανοί, φίλοι  και επισκέπτες έρχονται στο χωριό για το πανηγύρι.  Έχει έντονο το χαρακτήρα του ανταμώματος μεταξύ των συγχωριανών. Είναι η ευκαιρία να βρεθούν συγγενείς, παιδικοί φίλοι, να τα πουν, να μάθουν γι’ αυτούς που λείπουν, να θυμηθούν αυτούς που έφυγαν για πάντα.  Άλλωστε η γιορτή της Παναγίας για τους Έλληνες έχει ιδιαίτερη σημασία. Η πομπή των προσκυνητών το πρωί του Δεκαπενταύγουστου, κατεβαίνει στο χωριό με τα πόδια, απ’ το εξωκκλήσι της Παναγίας. Η εικόνα προηγείται στα χέρια πιστών. Εικόνες  που  δίνουν έναν ιδιαίτερο τόνο κατάνυξης και παραπέμπουν σε παλιότερες πιο  αυθεντικές εποχές.
Αλλά αυτό που έχει κάνει το πανηγύρι ξακουστό, είναι ο χορός το απόγευμα στις 15 και 16 Αυγούστου. H  καμπάνα δίνει το σύνθημα και όλοι συγκεντρώνονται στην πλατεία του χωριού. Όλοι συγκεντρώνονται στην πλατεία για να χορέψουν τον παραδοσιακό χορό «διπλοκάγκελο» που έχει τις ρίζες του στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Λέγεται διπλοκάγκελο γιατί οι χορευτές κάνουν χορεύοντας καγκέλια δηλαδή φιδωτές στροφές καλύπτοντας όλη την πλατεία. Ο χορός σχηματίζει δύο σειρές. Τη σειρά του χορού την ορίζει ειδικός για την περίσταση και βάζει πρώτο στο χορό τον παπά του χωριού, για να υπογραμμιστεί η ιερότητα της εορτής.Τα χέρια δεμένα σταυρωτά, στην πρώτη σειρά οι γυναίκες και πίσω τους οι άνδρες, ενώ με μία φωνή τραγουδούν και χορεύουν, το τραγούδι της «Κωστηλάτας», γνωστό στο πανελλήνιο με τις παραλλαγές του. Το τραγούδι αναφέρεται στο λιβάδι της Κωστηλάτας και θυμίζει τον αγώνα και τον ξεσηκωμό των Θεοδωριανιτών  κατά των τσιφλικάδων, που το είχαν αγοράσει από τους Τούρκους.

Αφήστε ένα σχόλιο

Join our Newsletter

We'll send you newsletters with news, tips & tricks. No spams here.

Contact Us

We'll send you newsletters with news, tips & tricks. No spams here.