Βωβουσα
Εξερευνήστε το απομακρυσμένο και πανέμορφο χωριό

Vovousa

1024 836 Epirus Explorer

ΒΩΒΟΥΣΑ (ΒΟΒΟΥΣΑ)

Απομακρυσμένο αλλά πανέμορφο χωριό του Ανατολικού Ζαγορίου κτισμένο σε υψόμετρο 1000μ. σε μια ορεινή κοιλάδα που την χωρίζει στα δύο ο ποταμός Αώος που πηγάζει στα νότια. Ανήκει στην ανθρωπογεωγραφική και πολιτισμική ενότητα των βλάχικων χωριών της Πίνδου, βρίσκεται 70 χλμ. βορειοανατολικά της πόλης των Ιωαννίνων και διοικητικά υπάγεται στο Δήμο Ζαγορίου.

Η Βωβούσα μαζί με τα χωριά Δόλιανη, Βρυσοχώρι, Γρεβενίτι, Ελατοχώρι, Ηλιοχώρι, Καβαλλάρι, Καστανώνα, Λάιστα, Μακρίνο, Τρίστενο και Φλαμπουράρι απαρτίζουν το λεγόμενο Βλαχοζάγορο. Αυτή η ένταξή της στη διοικητική ενότητα των Ζαγοροχωρίων διαμόρφωσε την ιστορική της πορεία και επηρέασε την οικονομική της οργάνωση και τις σχέσεις της με τα βλαχοχώρια των γύρω περιοχών, σχέσεις στενές και ποικίλες.

«Πάνω απ΄το χωριό εκτείνεται η περίπτυστος (ξακουστή) Βάλια Κάλντα που πολλές φορές χρησίμευε ως καταφύγιον των περιβόητων εκείνων αρματωλών και κλεφτών. Εκεί υπάρχουν καταπράσινα δάση από τα οποία εξάγεται η ξυλεία και το δαδί για το Ζαγόρι και τις άλλες επαρχίες της Ηπείρου, όπου κατά το καλοκαίρι άνδρες και γυναίκες πηγαίνουν εκεί για να μεταφέρουν στα σπίτια τους τα δαδιά που χρειάζονται, τα δε τραγούδια τους είναι πολύ περίεργα και οι χοροί τους αμίμητοι…(τα δε καθ΄οδόν άσματα αυτών εισί περιεργότατα, και οι χοροί αμίμητοι…)»

γράφει ο Ιωάννης Λαμπρίδης στα «Ζαγοριακά» (σελ.83) περιγράφοντας με γλαφυρότητα την εικόνα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Το χωριό είναι περιτριγυρισμένο από μεγάλα και πυκνά δάση έλατου , οξιάς και μαύρου πεύκου. Είναι μια περιοχή που η αφθονία των νερών την καθιστά σπουδαία υδρολογική λεκάνη. Η κατάφυτη κοιλάδα μέσα στην οποία διαμορφώνεται η πρωταρχική κοίτη του Αώου ορίζεται νότια και ανατολικά από τα όρη Tşucă Roşă (Τσούκα Ρόσα=κόκκινη κορυφή) και Οu (Αυγό) και δυτικά και βόρια από τα υψώματα Morfă(Μόρφα) και Flamburu (Φλάμπουρο). Στα χαμηλότερα σημεία της, σε υψόμετρο περίπου 1000 μέτρων το ποτάμι που ακολουθεί πλέον μια βόρεια πορεία, περνάει, μέσα από τον οικισμό της Βωβούσας.

Είναι εντυπωσιακή η υπεροχή των ονομάτων που έχουν σχέση με το νερό όπως vále και fîntînă τα οποία έχουν θέση σαν συστατικά στοιχεία σε πολλά τοπωνύμια. Η λέξη vále δηλώνει κάθε κοίλωμα του εδάφους μέσα στο οποίο ρέει νερό. Συνεπώς ανάλογα με τις διαστάσεις αυτού του κοιλώματος η λέξη Vale μπορεί να σημαίνει κοιλάδα, ποταμιά ή ρεματιά. Παρόμοια ο όρος fîntînă δηλώνει τόσο τις κρήνες των οικισμών όσο και τις φυσικές πηγές που αναβλύζουν πόσιμο νερό. Εδώ, το υγρό στοιχείο καθόριζε και καθορίζει όχι μόνον ονοματολογικά, αλλά και ιστορικά τον χώρο και διαμορφώνει την οικονομική και κοινωνική ζωή των κατοίκων.

Εδώ, το υγρό στοιχείο καθόριζε και καθορίζει όχι μόνον ονοματολογικά, αλλά και ιστορικά τον χώρο διαμορφώνοντας ταυτόχρονα την οικονομική και κοινωνική ζωή των κατοίκωντης κοιλάδας. Ο οικισμός πήρε την ονομασία του από τον ποταμό Αώο που τον διασχίζει. Η ονομασία Αώος αποτελεί μία επαναφορά της ρωμαϊκής του ονομασίας η οποία επιβλήθηκε από τους λόγιους και τις διοικητικές υπηρεσίες.

Αντίθετα, σε πολλά κείμενα από το τέλος του Μεσαίωνα έως και τα μέσα του 20oυ αιώνα το ποτάμι αναφέρεται ως Βοώσα, Βοούσα, Βοούση, Βούση, Βιώσα, Βοϊούσα, Βογιούσα και Βουβούσα στην ελληνική παράδοση, ως Vijosë ή Vjosë στην Αλβανική γλώσσα και ως Băeasă ή Bueasă (Μπαϊάσα) στη Βλαχική.

Σύμφωνα με το Φάνη Δασούλα, διδάκτορα Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όλοι οι ιδιωματικοί και γλωσσικοί τύποι της ιστορικής ονομασίας του ποταμού αποτελούν παραλλαγές μίας κοινής ρίζας με επικρατέστερη την πιο διεξοδική ως τώρα επιστημονική μελέτη σύμφωνα με την οποία πρόκειται για απομεινάρι ενός υδρώνυμου που προέρχεται από τη λαϊκή λατινική φράση Αmnis ή Aqua ή Fluvia Vivosa ή Viosa.

Η χρήση του επιθέτου vivosuς, που ουσιαστικά σημαίνει ζωντανός, προϋποθέτει την γρήγορη και ορμητική κίνηση του νερού ή την δροσερή του υφή. Μετά την αποκοπή του ουσιαστικού παρέμεινε ως ονομασία μόνο ο επιθετικός προσδιορισμός που αποτέλεσε και την απαρχή του μεσαιωνικού τύπου Viosa. Αυτή η ονομασία αφού μεταφέρθηκε στην ιταλική ακτή εξελίχτηκε στον τύπο Voosa που αποτέλεσε την βάση μεσαιωνικού και νεώτερου τύπου.

Πάντως η ιστορική ονομασία του ποταμού συναντιέται για πρώτη φορά σε σιγίλιο ( επίσημο αυτοκρατορικό έγγραφο) που εξέδωσε το 1019 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β΄ γνωστός και ως Βουλγαροκτόνος. Τον ίδιο αιώνα η Άννα Κομνηνή στο έργο της «Αλεξιάδα» αναφέρεται με σαφήνεια στο ποτάμι. Έκτοτε οι αναφορές στο ποτάμι πληθαίνουν και τις βρίσκουμε σε όλες σχεδόν τις βαλκανικές γλώσσες ως παραλλαγές της ιστορικής του ονομασίας.

Ο γλωσσολόγος Theodor Capidan στο τοπωνύμιο Baiasa βλέπει τη συνέχιση της αρχαίας προφοράς του συμφώνου Β ως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο της ύπαρξης των βλάχων στην Πίνδο από την εποχή της Ρωμαϊκής παρουσίας στο χώρο αυτό. Ο Κώστας Κρυστάλλης το 1891 το αναφέρει ως Βοϊούσα, ο δε γλωσσολόγος Gustav Weigand το 1895 ως Vovusa και Bajasa.

Η κτηνοτροφία στη Βωβούσα υπήρξε ακμαιότατη και αυτό συμπεραίνεται από την πληροφορία ότι ο οικισμός Βριζιάτσινο που βρίσκονταν κοντά στη σημερινή Δόλιανη του Ανατολικού Ζαγορίου αγοράστηκε στα μέσα του 18ο αιώνα από τους κατοίκους της Βωβούσας ώστε να αποτελέσει χειμερινό τους χειμαδιό. Πάντως η Βωβούσα δεν χαρακτηρίζεται σαν απόλυτο κτηνοτροφικό χωριό γιατί και πριν την ανάπτυξη της οικονομίας του ξύλου οι κάτοικοι ασχολούνταν τόσο με την κτηνοτροφία όσο και με τη γεωργία. Τα σημερινά βλάχικα τοπωνυμία αφορούν θέσεις παλιότερων μεσαιωνικών οικισμών της κοιλάδας.

Σύμφωνα με ατεκμηρίωτες παραδόσεις το χωριό σχηματίστηκε από την ένωση αυτών των μικροοικισμών -εξαφανισμένων σήμερα- μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα και από τότε έχει το όνομα του ποταμού που το διασχίζει. Από τις έρευνες η πρώτη αναφορά του οικισμού γίνεται το 1592/93 σε χειρόγραφο της Μονής Μεταμορφώσεως των Μετεώρων που αποτελεί πολύτιμο αρχείο τοπωνυμίων και ονομάτων της περιόδου 1592/93 – 19ος αιώνα. Άρα ο οικισμός προϋπήρχε ή μόλις είχε συγκροτηθεί.

Οι αρχικοί οικιστές υπήρξαν κατά βάση γεωργοί και συμπληρωτικά ασχολούνταν με την εκμετάλλευση του δασικού πλούτου. Στην πορεία του χρόνου, είναι πολύ πιθανό οι υπάρχοντες γεωργικοί οικισμοί των ορεινών κοιλάδων να συνοίκησαν με ομάδες μετακινούμενων κτηνοτρόφων οι οποίοι αναζητούσαν σταθερές ορεινές πατρίδες και οι οποίοι στη συνέχεια ενσωματώθηκαν με τους κατοίκους του οικισμού.

The original settlers were basically farmers and additionally engaged in the exploitation of forest wealth. In the course of time, it is very likely that the existing agricultural settlements of the mountain valleys coexisted with groups of moving cattle breeders who were looking for stable mountain homelands and who then integrated with the inhabitants of the settlement.

Ο Γάλλος περιηγητής Φ. Πουκεβίλ που πέρασε από την Βωβούσα το 1806 δίνει μια γλαφυρή εικόνα του χωριού περιγράφοντας τα σπίτια που περιστοιχίζονται από κήπους με πολλά λαχανικά και τις πολλές τριανταφυλλιές . Είναι μια εικόνα που παραπέμπει σε μόνιμη εγκατάσταση και όχι σε εποχική όπως οι γειτονικοί οικισμοί των Βλάχων με τα κοπάδια τους που είχαν καταλάβει τα γύρω υποαλπικά λιβάδια.

Οι άνθρωποι της Πίνδου συνδέονταν με εφαρμογές της υδροκίνησης και μηχανισμούς μεταποίησης της αγροτικής παραγωγής όπως νερόμυλους, μαντάνια και νεροτριβές καταφέρνοντας να υπερκαλύψουν την τοπική παραγωγή.

Η Βωβούσα έχοντας τις δυνατότητες της υδροκίνησης ήταν ένα σημαντικό δερβένι(ορεινό πέρασμα) με πλήρως αναπτυγμένη την μεταποιητική λειτουργία, όπως και άλλοι οικισμοί της Πίνδου. Έμποροι και παραγωγοί σιτηρών και μάλλινων υφασμάτων, επεξεργάζονταν και μεταποιούσαν εκεί, με ασφάλεια, τα προϊόντα που μετακινούσαν μεταξύ διαφορετικών περιοχών.

Η τεχνολογική αφετηρία αυτών των εξελίξεων υπήρξε το νεροπρίονο, µία πραγματική υδροκίνητη μηχανή πρίσης η οποία πετύχαινε μεγαλύτερη και ποιοτικότερη παραγωγή µε μικρότερη δαπάνη σε χρόνο και κόπο και συνέβαλε στην αλματώδη ανάπτυξη της υλοτομικής παραγωγής. Το νεροπρίονο ήταν γνωστό στην Ευρώπη από τον 14o αιώνα και η χρήση του έγινε γνωστή στα Βαλκάνια στα τέλη του 16oυ αιώνα.

Η χρήση του στον ελλαδικό χώρο και συγκεκριμένα στην Πίνδο είναι άγνωστο πότε ξεκίνησε. Το σίγουρο είναι ότι στα τέλη του 19oυ αιώνα έχουµε εκτεταµένη χρήση του σε όλα τα παραγωγικά δάση της οροσειράς. Σύμφωνα µε τους κατοίκους του χωριού Βωβούσα το νεροπρίονο εισήχθη στην Πίνδο από τη Βουλγαρία. Η τεχνογνωσία κατασκευής του δασικού νεροπρίονου και οι μέθοδοι παραγωγής ξυλείας υπήρξαν κοινές για όλη την Πίνδο, εφόσον αυτή η τέχνη ασκούνταν από συγκεκριμένες ομάδες τεχνιτών οι οποίες περιφέρονταν σε όλη την οροσειρά.

Πάντως συνεχή και μαζική χρήση του νεροπρίονου στον ελλαδικό χώρο υπήρχε µόνο στην Πίνδο. Τεχνολογικά αυτός ο μηχανισμός μπορεί να θεωρηθεί ως το πιο πολύπλοκο εργαλείο που κατασκευάστηκε ποτέ από τους κατοίκους της Πίνδου, στην προβιομηχανική εποχή.

Στον 19ο αιώνα με τις πρώτες απόπειρες εκβιομηχάνισης του ελλαδικού χώρου, η εκμετάλλευση των δασών της Πίνδου αποτελεί μία σημαντική οικονομική δραστηριότητα και η συμβολή ορισμένων οικισμών της οροσειράς στην ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας υπήρξε καθοριστική.

Ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων εντασσόταν στα μπουλούκια, που οργάνωναν οι πριονάδες, δηλαδή οι κατασκευαστές-χειριστές των νεροπρίονων. Η συμμετοχή των κατοίκων της Βωβούσας ήταν σημαντική. Η αντοχή των ομάδων στις δύσκολες γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες των βουνών και η τέχνη των πριονάδων ήταν αξιοθαύμαστη.

Η Βωβούσα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Βωβούσα ,όπως και η περιοχή του Ζαγορίου, υπαγόταν στη δικαιοδοσία της βαλιδέ σουλτάνας (της βασιλομήτορος) και πληρώνοντας φόρους, όπως και τα υπόλοιπα Ζαγοροχώρια, κατόρθωνε να διατηρεί το προνομιακό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο λειτουργούσε ο θεσμός της αυτοδιοίκησης. Ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής του χωριού και θεωρούνταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά.

Όταν το 1803 ο μικρότερος γιός του Αλή Πασά, ο Σαλήχ, δάνεισε στους κατοίκους ένα χρηματικό ποσό το οποίο ,όταν αυτοί το συγκέντρωσαν ,αρνήθηκε να το παραλάβει ζητώντας το ποσό σε ενετικά νομίσματα, έτσι όπως τους τα είχε δανείσει. Η άρνηση να δεχτεί άλλο ισότιμο νόμισμα ζημίωσε τους κατοίκους περί τις 4.000. Το τέχνασμα αυτό του Αλή πασά και των οικείων του αποσκοπούσε στο να μετατρέψει τη Βωβούσα ( καθώς και όσα χωριά δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν το δάνειο) σε τσιφλίκι. Στη δύσκολη αυτή κατάσταση βοήθησε ο Αναγνώστης Χατζηγεωργίου, ένα από τους γραμματικούς του Αλή πασά στη Θεσσαλία , ο οποίος καταγόταν από τη Βωβούσα και δίνοντας 20.000 «άσπρα» (ασημένια νομίσματα) απάλλαξε το χωριό από το χρέος. Δυστυχώς ο Χατζηγεωργίου έχασε όχι μόνον τη θέση του αλλά και τη ζωή του.

Ληστείες και εκπατρισμοί

Η πίεση των τούρκων, η τυραννική δεσποτεία του Αλή Πασά και οι ληστρικές επιδρομές, ανάγκασαν τους κατοίκους να εκπατριστούν , τόσο στο εσωτερικό του ελλαδικού χώρου, όσο και στον ευρύτερο βαλκανικό και κεντρικό ευρωπαϊκό χώρο. Το 1817 περίπου 120 οικογένειες, που ανήκαν στην άρχουσα τάξη της Βωβούσας, έφυγαν ομαδικά αναζητώντας καλύτερη τύχη στην ανατολική Μακεδονία και την ανατολική Ρωμυλία όπου μία ομάδα ίδρυσε αποικία κοντά στην Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας.

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης οι αγωγιάτες από τη Βωβούσα υποχρεώθηκαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον τουρκικό στρατό. Το 1824 κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου οι τούρκοι, τους επιστράτευσαν μαζί με 1000 υποζύγια. Ο φόβος αντιποίνων και η γενικότερη ανασφάλεια που υπήρχε στο Ζαγόρι ανάγκασαν το σύνολο των κατοίκων να εγκαταλείψει το χωριό καταφεύγοντας σε μέρη όπου δεν έφτανε η δικαιοδοσία του Αλή πασά. και να περιπλανηθεί αναζητώντας νέα πατρίδα.

Έτσι το χωριό ερήμωσε, αλλά το 1833 ξαναγύρισαν στήνοντας πάλι τα νοικοκυριά τους και συνεχίζοντας την υλοτομία και προμηθεύοντας με ξυλεία όχι μόνο το Ζαγόρι αλλά και πολλά άλλα μέρη της Ηπείρου έφθασαν ξανά στην ακμή που είχαν πριν.

Το διάστημα 1878 – 1883 η ληστεία παρουσίαζε μεγάλη έξαρση. Η Βωβούσα βρισκόταν στο επίκεντρο αυτής της κρίσης, ως κέντρο μεταφορών που ήταν, αλλά και ως το πιο ευάλωτο χωριό στο Ζαγοροχώρι στην παρουσία ληστών από τα χωριά των Γρεβενών όπως το Περιβόλι, το Δίστρατο και η Σαμαρίνα.

Γενικά η ληστεία αποτελούσε μόνιμη κατάσταση στη νότια βαλκανική και ήταν επακόλουθο της εξέγερσης του 1878 στην οποία η Ελλάδα συμμετείχε σε περιορισμένη κλίμακα δημιουργώντας τρία μέτωπα (Μακεδονικό, Θεσσαλικό και Ηπειρωτικό).Στις πολεμικές επιχειρήσεις συμμετείχαν εκτός από το τακτικό στρατό εθελοντικά ένοπλα σώματα (ανταρτικά). Η αποτυχία του κινήματος που είχε σαν αποτέλεσμα μεγάλο αριθμό των θυμάτων και καταστροφές σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου ώθησαν την Ελληνική κυβέρνηση αφ΄ενός να αποτραβήξει τα τμήματα του τακτικού στρατού, αφ΄ετέρου να διαλύσει τα εθελοντικά ένοπλα σώματα και να σταματήσει κάθε πολεμική δράση.

Τα περισσότερα από τα ένοπλα τμήματα δεν συμμορφώθηκαν με την κυβερνητική απόφαση και συνέχισαν τις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων. Η δραστηριότητά τους όμως αυτή αναμείχτηκε με απερίγραπτες ληστρικές δράσεις που είχαν σαν συνέπεια την ολοκληρωτική καταστροφή του Ζαγορίου. Τα ληστρικά αυτά σώματα που είχαν ξεκινήσεις αρχικά με εθνικούς σκοπούς θαμπώθηκαν από τον πλούτο και τον πολιτισμό της περιοχής και έδρασαν εγκληματικά εναντίον των κατοίκων του Ζαγορίου.

Οι ζημιές που υπέστησαν τα χωριά του Ζαγορίου ήταν ανυπολόγιστες και σε τέτοιο βαθμό που αναγκάστηκαν οι κάτοικοι ,εκείνη την δεκαετία, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Προς το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη κατάργηση των προνομίων και λόγω των ληστρικών επιδρομών άρχισε η παρακμή τόσο της Βωβούσας όσο και της γενικότερης περιοχής.

Η απελευθέρωση της Βωβούσας

Το Νοέμβριο του 1912 σε συμπλοκή τουρκικού αποσπάσματος με τους κατοίκους κάηκαν δέκα σπίτια κι ένα μεγάλο ρολόι αποκλειστικά φτιαγμένο από ξύλο. Μετά την απελευθέρωση η Βωβούσα με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος και υπέστη τις αλλαγές του ορεινού όγκου της ελληνικής υπαίθρου. Αντίθετα με άλλα γειτονικά χωριά η Βωβούσα δεν παρουσίασε έντονη πληθυσμιακή έξοδο διότι ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας της στράφηκε σε διάφορες βιοτεχνικές δραστηριότητες, όπως η υλοτομία και η μεταφορά της ξυλείας στα Ιωάννινα με υποζύγια. Υπήρξε ένα μικρό μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Ρουμανία και αργότερα τις Ηνωμένες Πολιτείες

Η Ρουμανική προπαγάνδα στη Βωβούσα

Τα αίτια της δημιουργίας του ζητήματος υπήρξαν ο ρουμανικός μεγαλοϊδεατισμός και η ανάγκη αποπροσανατολισμού των Βλαχο-μολδαβών εξαιτίας της απώλειας της Τρανσυλβανίας από την Αυστρο-Ουγγαρία, και της Βεσσαραβίας από τη Ρωσία. Επειδή κάθε αντίδραση προς αυτές τις Μεγάλες Δυνάμεις εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τις ηγεμονίες έστρεψαν το ενδιαφέρον στους Βλάχους της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας τους οποίους χαρακτήριζαν ομοεθνείς τους.

Η δημιουργία του κουτσοβλαχικού ζητήματος δημιουργήθηκε αρχικά το 1849. Το 1863-64 υποστηρίχτηκε επίσημα από τη ρουμανική κυβέρνηση.

Το 1860 ιδρύθηκε «Μακεδονορουμανικό κομιτάτο» (Societatea culturala macedo-romana) και οι ηγέτες του με προκηρύξεις ζητούσαν την ίδρυση του «Μεγάλου Ρουμανικού Κράτους» στη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία, διότι κατ΄αυτούς οι επαρχίες αυτές κατοικούνταν ως επί το πλείστον από Ρουμάνους.

Την οικονομική ενίσχυση του Κομιτάτου είχε αναλάβει ο ηγεμόνας της Ρουμανίας Αλέξανδρος Κούζας με χρήματα από τα πολυάριθμα ελληνικά μοναστήρια της Βλαχίας, τα οποία είχε κατασχέσει.

Σε γενικές γραμμές, στόχος της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξε πρώτον η προσέλκυση των Βλάχων με ελληνική συνείδηση των περιοχών της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, και δεύτερον η αποσκίρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εξασφάλιση εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής αυτονομίας.

Από το 1885 και ύστερα επισημαίνεται η ρουμανική προπαγάνδα τόσο στο βιλαέτι Ιωαννίνων όσο και στην περιοχή της Πίνδου. Πριν ιδρυθούν σχολεία στα Γιάννενα προηγήθηκε έντονη προσηλυτιστική δράση στη Βωβούσα επειδή το χωριό λόγω της θέσης του θα μπορούσε να αποτελέσει βάση και ορμητήριο στο ανατολικό Ζαγόρι, την Κόνιτσα και στις προσβάσεις της Πίνδου για τον προσηλυτισμό και την ίδρυση σχολείων στην ευρύτερη περιοχή και θα εξασφάλιζε ένα σταθερό αριθμό μαθητών για τη λειτουργία των σχολών των Ιωαννίνων.

Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες του τύπου εκείνης της εποχής από το 1881, που ιδρύθηκε η ρουμανική σχολή Βωβούσας, ως το 1886, λειτουργούσε μόνο κατ’ όνομα, εξαιτίας της απροθυμίας των κατοίκων να στείλουν τα παιδιά τους σ’ αυτό.

Το 1886 ο προσηλυτισμός του Ζήση Παπαθανασίου αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία της προπαγάνδας, γιατί επρόκειτο για επιστήμονα γιατρό, μαθητή της Ριζαρείου Σχολής και απόφοιτο του Πανεπιστημίου Αθηνών, με επιρροή τόσο στο χωριό του όσο και στα γύρω χωριά.

Με υποσχέσεις και γενναίες προσφορές κατόρθωσε να πάρει με το μέρος τους την πλειοψηφία των κατοίκων, και παράλληλα με καταδιώξεις των αντιπάλων πέτυχε να κλείσει το ελληνικό σχολείο κατά την τριετία 1886-1889. Η περίοδος αυτή ήταν για την προπαγάνδα η εποχή της ακμής της και ταυτόχρονα της δοκιμασίας της.

Με την πάροδο του χρόνου αφυπνίστηκε το εθνικό αίσθημα των κατοίκων που παρασύρθηκαν και οι οποίοι αντέδρασαν έντονα, με αποτέλεσμα να επαναλειτουργήσει το ελληνικό σχολείο ύστερα από αγώνες που δημιούργησαν κινδύνους για τους ελληνοφρονούντες και τους οδήγησαν στα πρόθυρα της φυλακής και της εξορίας, εξαιτίας των καταγγελιών και των μηνύσεων των στελεχών της προπαγάνδας.

Στο χρονικό διάστημα 1917 έως 1940 υπήρξε νέα αναζωπύρωση της ρουμάνικης προπαγάνδας προκαλώντας νέα εστία διχασμού και αναστάτωσης στο βλάχικο πληθυσμό της Πίνδου. Κάποιοι από τους ρουμανίζοντες βλάχους, με ηγέτη τον Αλκιβιάδη Διαμάντη από τη Σαμαρίνα, συνεργάστηκε με τους Ιταλούς έχοντας ως σκοπό την ίδρυση μιας αυτόνομης βλάχικης περιοχής στην Ελλάδα, το «Πριγκιπάτο της Πίνδου».

Οι Ιταλοί επιχείρησαν να εγκαταστήσουν προξένους στα βλαχοχώρια, αλλά συνάντησαν την αντίδραση των Ελληνόβλαχων. Το φθινόπωρο του 1918 έγινε ανακήρυξη του «Πριγκηπάτου της Πίνδου» από Βλάχους της Κορυτσάς, οι οποίοι εμπόδισαν τον ελληνικό στρατό να πάρει τη Βωβούσα από τους αποχωρούντες Ιταλούς. Η συγκεκριμένη Δημοκρατία έζησε για μία μόνο ημέρα, ενώ 10 οικογένειες των προπαγανδιστών αναγκάστηκαν να μετοικήσουν, από το φόβο αντιποίνων, στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Κατά τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης το 1919 οι ρουμανίζοντες έστειλαν επιστολή, επαναλαμβάνοντας το αίτημα για ανεξάρτητο καντόνι.

Ως απάντηση, οι Ελληνόβλαχοι της περιοχής έστειλαν νέα επιστολή που αποκήρυτταν τις παραπάνω αξιώσεις. Ο Διαμάντης, αν και διέφυγε στην Αλβανία, καταδικάστηκε σε θάνατο. Το 1927, ωστόσο, αμνηστεύτηκε από το ελληνικό κράτος.

Η μάχη στη Βωβούσα

Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου άρχισε η ιταλική επίθεση έξω από το Καλπάκι Ιωαννίνων, στη Θεσπρωτία και την Πίνδο. Πέντε από τις εννέα μεραρχίες του ιταλικού στρατού εισβάλαν στο ελληνικό έδαφος περνώντας από τα φυλάκια του Γράμμου. Παράλληλα στον τομέα της Πίνδου οι αλπινιστές της Μεραρχίας «Τζούλια» διείσδυσαν μέσω ορεινών διαβάσεων και απωθώντας τα ελαφρά ελληνικά τμήματα έφτασαν στις 3 Νοεμβρίου στη Βωβούσα 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μετσόβου απειλώντας να αποκόψουν το δρόμο Ιωαννίνων – Καλαμπάκας.

Το πρωινό εκείνο, έφτασε στο χωριό πρώτος, ο Λοχαγός Αναστάσιος Παππάς με όσους οπλίτες του είχαν απομείνει περιπλανώμενοι για τρεις μέρες στην Πίνδο ,εξαντλημένοι και με ελάχιστα πολεμοφόδια και επιπλέον αποκομμένοι από τις δυνάμεις του Δαβάκη που αμυνόταν στη γραμμή Σμόλικας-Καστάνιανη-Κιάφα-Καταφύκι. Φτάνοντας στη Βωβούσα διαπίστωσαν ότι οι Ιταλοί και συγκεκριμένα η εμπροσθοφυλακή της 3ης Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» έφταναν στο χωριό. Μη έχοντας ασύρματο ο λοχαγός ειδοποίησε αμέσως, από την τηλεφωνική γραμμή του Σταθμού Χωροφυλακής, την στρατιωτική διοίκηση στο Μέτσοβο. Ο αντισυνταγματάρχης που βρισκόταν στο Μέτσοβο με τον οποίο μίλησε ο Παππάς, αιφνιδιάστηκε. Δεν περίμενε τους Ιταλούς εκεί, ούτε όμως και τον Παππά ο οποίος κανονικά έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Πάντως βρέθηκε την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο.

Ο αντισυνταγματάρχης ζήτησε από το λοχαγό Αναστάσιο Παππά να κρατήσει άμυνα μέχρι να φτάσουν ενισχύσεις. Χάρη στον ηρωισμό του λοχαγού που έκανε αιφνιδιαστική επίθεση με τους λίγους άνδρες του λόχου του, και έδωσε νικηφόρα μάχη με τους άνδρες της μεραρχίας «Τζούλια» επιτεύχθηκε η πρώτη οπισθοχώρηση των Ιταλών. Ο λόχος του Παππά έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην αρχή του πολέμου. Παρά την ταλαιπωρία των στρατιωτών και την έλλειψη πολεμοφοδίων κράτησε τους Ιταλούς στη Βωβούσα. Και εκείνο που είναι άξιο να αναφερθεί είναι ότι η ιταλική μεραρχία αποτελούνταν από πολεμικά ικανούς άνδρες και με ικανή διοίκηση. Στις 9 Νοεμβρίου 1940 ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε την υποχώρηση της μεραρχίας. Λίγες μέρες αργότερα οι ελληνικές δυνάμεις ανακατέλαβαν τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου.

“Στη στρατιωτική ιστορία της Ιταλίας ο ελληνοϊταλικός πόλεμος αποτελεί μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της. Ήταν ένας πόλεμος άχρηστος, ντροπιαστικός, με αρνητικές συνέπειες» γράφει ο Ιταλός δημοσιογράφος και συγγραφέας Μάριο Τσέρβι στο δοκίμιό του «Ιστορία του πολέμου της Ελλάδας

(Storia della guerra di Grecia) που μεταφράστηκε στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες

Οι Γερμανοί στη Βωβούσα

Στις 19 Οκτωβρίου 1943, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Βωβούσα. Συνοδεύονταν και από Ιταλούς, οι οποίοι δεν δέχτηκαν τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, προερχόμενους από χωριά της Κόνιτσας. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, τον Μάρτιο του 1943, επιτέθηκαν, αφόπλισαν και εκτέλεσαν τους Ιταλούς καραμπινιέρους, προέβησαν σε πλήρη διαρπαγή των υπαρχόντων και στην πυρπόληση του χωριού. Από τα 84 συνολικά σπίτια πυρπόλησαν και κατέστρεψαν τα 80 και μαζί τα δύο σχολεία (αρρένων και θηλέων), καθώς και την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου.

Συνελήφθησαν και έξι όμηροι από τους οποίους επέστρεψαν οι τέσσερις, ενώ δεν υπάρχουν πληροφορίες για τους άλλους δύο. Επίσης, πήραν 90 μεγάλα ζώα (αγελάδες, ημίονους) καθώς και ρουχισμό, έπιπλα και τρόφιμα. Τον Ιούλιο του 1944 στα πλαίσια της επιχείρησης «Steinadler» (Χρυσαετός)( εναντίον του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Γρεβενών, του Μετσόβου, της Κόνιτσας και της Καστοριάς) η Βωβούσα μαζί με τα κοντινά χωριά Τρίστενο, Φλαμπουράρι, Ελατοχώρι, Δόλιανη και Λεπτοκαρυά υπέστησαν λεηλασίες και νέες καταστροφές.

Εμφύλιος πόλεμος

Τα δεινά του χωριού συνεχίστηκαν και στον εμφύλιο πόλεμο καθώς η Βωβούσα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, υπήρξε το επίκεντρο εχθροπραξιών μεταξύ του Εθνικού Στρατού και του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και θρήνησε θύματα και από τις δύο πλευρές. Το 1948 κάποιες οικογένειες της Βωβούσας εγκατέλειψαν το χωριό εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου και εγκαταστάθηκαν στα Ιωάννινα όπου μερικές έμειναν μόνιμα ενώ άλλες επέστρεψαν μετά τον εμφύλιο και οργάνωσαν τη ζωή τους στο χωριό.

Μεταπολεμική περίοδος

Μετά τον πόλεμο ,στα πλαίσια του στέγασης των πυροπαθών οικισμών ,ξεκίνησε η ανασυγκρότηση του κατεστραμμένου χωριού και χτίστηκαν μονώροφες κατοικίες. Πολλοί κάτοικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Ιωάννινα, τη Θεσσαλονίκη, τα Τρίκαλα, την Αθήνα και άλλοι μετανάστευσαν στη Βόρεια και Νότια Αμερική, τη Γερμανία και την Αυστραλία. Πάντως το χωριό δεν παρουσίασε την εικόνα της ερήμωσης που είχαν υποστεί οι περισσότεροι ορεινοί και ημιορεινοί οικισμοί της ελληνικής επαρχίας επειδή ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού παρέμεινε εκεί και δραστηριοποιήθηκε στην υλοτομία. Σαν ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ηπείρου αφέθηκε στην απομόνωση αφού το παλιό οδικό δίκτυο εγκαταλείφτηκε και οι νέοι αμαξιτοί δρόμοι που κατασκευάστηκαν παρακάμπταν τη Βωβούσα και την περιθωριοποιούσαν.

Ο χωματόδρομος που την ένωνε με το Περιβόλι έγινε το 1965, ο δρόμος προς το κεντρικό Ζαγόρι χρησιμοποιούνταν εποχιακά από υλοτόμους και Δασικές Υπηρεσίες ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1970 δεν είχε παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 στη Βοβούσα βρέθηκαν 115 άτομα. Οι άντρες ασχολούνται με την υλοτομία και το εμπόριο ξυλείας, ενώ υπάρχουν και λίγες οικογένειες που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Οι γυναίκες ασχολούνται με τα οικιακά και τους κήπους τους. Στο χωριό λειτουργεί μονοθέσιο δημοτικό σχολείο. Η ραγδαία αύξηση του τουρισμού τα τελευταία χρόνια έχει στρέψει τις δραστηριότητες πολλών οικογενειών στο τουριστικό τομέα.

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ


Η Γέφυρα

H μεγάλη μονότοξη γέφυρα που δεσπόζει στο κέντρο του οικισμού κτισμένη το 1748 με χορηγία του Αλέξη Μίσιου από το Μονοδέντρι του Ζαγορίου αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του οικισμού και αποτελούσε το μοναδικό πέρασμα του Αώου για τους ταξιδιώτες που κατευθύνονταν από την περιοχή του Ζαγορίου στα Γρεβενά και εν γένει προς την Μακεδονία και την Κωνσταντινούπολη. Ειδικά το χειμώνα αυτή η αρτηρία ήταν πιο προσπελάσιμη σε σχέση με την κύρια, που διέσχιζε τη Χώρα Μετσόβου και για τους ταξιδιώτες που ήθελαν να ταξιδέψουν από τα Γιάννενα προς τη Μακεδονία. Ο έλεγχος της γέφυρας προϋπέθετε έλεγχο της κοιλάδας και κατ’ επέκταση των γύρω ορεινών περασμάτων.

Τα τοπωνύμια μαρτυρούν πως η κοιλάδας δεν ήταν μόνον οργανωμένη διάβαση αλλά και έδρα ενός σημαντικού αρματολικιού. Για τους ανθρώπους των όπλων ο έλεγχος της κοιλάδας βοηθούσε στην άσκηση της τοπικής εξουσίας , και όταν δεν συμφωνούσαν με την κεντρική τότε έρχονταν σε σύγκρουση μαζί της. Η κατασκευή της γέφυρας, κατέστησε αυτό το πέρασμα του Αώου σε έναν από τους σημαντικότερους δρόμους επικοινωνίας της Ηπείρου με τη Μακεδονία και είναι πολύ πιθανό να συνέβαλε στην οριστική συνένωση των γύρω μικρών οικισμών.

Γεφύρι Λα Πουντίκα

Μικρό μονότοξο γεφύρι στα 995μ. υψόμετρο, στην ομώνυμη τοποθεσία στα νότια λίγο πριν την είσοδο στο χωριό πάνω από το Ασπρόρεμα (Αρούλου Άλμπου στα βλάχικα), που χύνεται στον Αώο Οι κάτοικοι του χωριού το ονομάζουν «Λα Πουντίκα», βλάχικη ονομασία που σημαίνει το «γεφυράκι» Είναι άγνωστο το πότε χτίστηκε και ποιος το έχτισε.

Μουσείο Υδροκίνησης

Αξίζει την επίσκεψη γιατί μετά από πολλά χρόνια, το ιστορικό νεροπρίονο τέθηκε σε λειτουργία με τη συνδρομή του πολύπειρου μάστορα Αλέκου Δρούγια. Η μεγαλειώδης κατασκευή που αποσυναρμολογούσαν και ξαναστήναν οι υλοτόμοι της περιοχής ανάλογα με το σημείο στο οποίο εργάζονταν για να κόβουν τους κορμούς, αποτελεί ένα επίτευγμα του πολυμήχανου μαστορικού πνεύματος που συνδυάζει την τεχνολογία με τη δύναμη της φύσης. Με μικρές επιδιορθώσεις και τη δύναμη του Αώου, η μηχανή λειτούργησε ξανά την πρώτη μέρα του Αυγούστου του 2020.

Εκκλησίες

Ξεχωρίζουν οι εκκλησίες τού Αγίου Γεωργίου (κτίσμα του 1814), της Αγίας Παρασκευής (όπου πραγματοποιείται η θεία λειτουργία κάθε 26η Ιουλίου και το παραδοσιακό τριήμερο πανηγύρι της Βωβούσας) και της Παναγίας. Επίσης το Δημοτικό σχολείο που χτίστηκε με έξοδα του Πέτρου Καζανά.

Το δάσος της Αγίας Παρασκευής στη Βωβούσα

Στην Ήπειρο, στα βουνά του Ζαγορίου και της Κόνιτσας, υπάρχουν πολλοί φυσικοί τόποι αφιερωμένοι σε εκκλησίες, ξωκλήσια, εικονίσματα, όπου απαντούν δέντρα υπερήλικα και δάση αιωνόβια. Παράλληλα με την προσπάθεια συστηματικής καταγραφής τους και ανάδειξης της σημασίας τους ως πολύτιμα στοιχεία της φυσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς μας, γεννήθηκε η ιδέα να μελετηθούν αν οι τόποι αυτοί έχουν ιδιαίτερη αξία για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας.

Η ιδέα αυτή πήρε τελικά μορφή με το έργο ΘΑΛΗΣ – SAGE «Η διατήρηση της Φύσης μέσω της Θρησκείας – Τα Ιερά Δάση της Ηπείρου», το οποίο συντονίστηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο οποίο στο οποίο συμμετείχαν επιστήμονες πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων, τόσο των φυσικών όσο και των ανθρωπιστικών επιστημών, από πέντε διαφορετικές χώρες. Η πενταετής συνεργασία και έρευνα έδωσε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία με σημαντικότερο ότι τα ιερά δάση της Ηπείρου λειτούργησαν σαν καταφύγια διατήρησης της βιοποικιλότητας, πολύ πριν ακουστούν λέξεις όπως «αειφορία» ή «προστασία της φύσης» που πια έχουν ενταχθεί στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.

Το παράδειγμα αυτών των τόπων, τόσο στην περιοχή έρευνας στην Ήπειρο όσο και αλλού δείχνει πώς κατάφερναν οι τοπικές κοινότητες του παρελθόντος να διατηρούν τη Φύση. Επειδή οι μικρές αυτές κοινωνίες μπόρεσαν να διατηρήσουν αυτά τα δάση για τις δικές τους αξίες και υπηρετώντας τους δικούς τους στόχους, σήμερα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία

Το 2015, τα ιερά δάση του Ζαγορίου και της Κόνιτσας, τα οποία φιλοξενούν δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες αιωνόβια δέντρα, εντάχθηκαν στον εθνικό κατάλογο της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς της UNESCO. Σύμφωνα με τον ορισμό της UNESCO, η άυλη πολιτισμική κληρονομιά αφορά σε συλλογικές αναπαραστάσεις, πρακτικές, εκφράσεις, αξίες, γνώσεις και δεξιότητες που συνδέονται με συγκεκριμένες κοινότητες, ομάδες ή άτομα και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.

Ένα από αυτά τα δάση είναι το δάσος της Αγίας Παρασκευής στη Βωβούσα που είναι αφιερωμένο στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Βρίσκεται στην κορυφή του ομώνυμου λόφου και γιορτάζει στις 26 Ιουλίου. Εκεί απαντούν κάποια από μεγαλύτερα μαυρόπευκα της Πίνδου και πολλά δέντρα που πεθαίνουν με φυσικό τρόπο από βαθιά γηρατειά. Είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα δάση της ευρύτερης περιοχής. Το δάσος απέχει περίπου μισή ώρα από το χωριό και προσεγγίζεται ακολουθώντας ένα μονοπάτι που ξεκινά από το πέτρινο γεφύρι της Βωβούσας.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ – ΧΟΡΟΙ

Αφήστε ένα σχόλιο