Βρυσοχωρι
Εξερευνήστε τον ορεινό οικισμό

Βρυσοχώρι

1024 683 Epirus Explorer

ΒΡΥΣΟΧΩΡΙ

Ατενίζοντας τη Τσούκα Ρόσσα

Το Βρυσοχώρι είναι ένα ορεινό βλαχόφωνο χωριό κτισμένο σ’ ένα καταπράσινο τοπίο με πλούσια βλάστηση, τρεχούμενα νερά και απέραντα δάση, που σήμερα αποτελούν πια μέρος του Εθνικού Πάρκου της Βόρειας Πίνδου.

Αρχικά ανήκε στα βλαχοχώρια της κοιλάδας του Αώου (της Κόνιτσας). Ωστόσο, από ιστορικής άποψης, εντάχθηκε στο Ζαγόρι και με τον καιρό διαφοροποιήθηκε και ως προς τα χαρακτηριστικά του. Έτσι σήμερα αποτελεί μέρος της πολιτισμικής και ιστορικής ενότητας του Κεντρικού Ζαγορίου.

Ιστορία και Πληροφορίες

Είναι άγνωστο πότε ακριβώς δημιουργήθηκε ο αρχικός οικισμός. Πάντως πρέπει να είναι πολύ παλιός, μάλλον από τον 8ο αιώνα. Κάποιοι από τους πρώτους κατοίκους ήταν Αλβανόβλαχοι, γνωστοί σαν Μπούϊοι ή Μποϊάνοι , από το όνομα Μπούϊα , που έφεραν οι πρώτοι αρχηγοί της φυλής αυτής στο διάστημα 1321-1333 . Αρχικά ήταν άγριοι και ζούσαν σε τρώγλες αλλά με τον καιρό αφομοιώθηκαν με τους γηγενείς. Μπούϊας ή Μπούας ήταν και το επώνυμο του Αλβανού πολέμαρχου Γκίνη Σπάτα, όνομα που μπορεί να είναι και βλάχικο. (Παρένθεση : Ο Ιωάννης (Γκίνος) Μπούας (αλβανικά:Gjin Bue Shpata, αποδίδεται Γκιν Μπούα Σπάτα, ;-1399) υπήρξε Αλβανός πολέμαρχος του 14ου αιώνα Έφερε και την επωνυμία «Σπάτας» (=σπαθί)) . Το όνομα αυτό έφερε επίσης κάποια πατριά (πατρική γενεαλογική γραμμή= paternal lineage ) εδώ στο χωριό (τότε Λεσνίτσα) πριν από εκατοντάδες χρόνια.

Σε ιστορικά κείμενα το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά σε χρυσόβουλο του Ανδρόνικου του Β’ το 1295. ( παρένθεση : χρυσόβουλο = επίσημο δημόσιο έγγραφο – διάταγμα που έφερε χρυσή σφραγίδα στη μεταξωτή ταινία που το συνόδευε, με την οποία βεβαιωνόταν η αυθεντικότητα του διατάγματος **) .. (υπάρχει και σήμερα χωριό στη Β. Ήπειρο, δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, που λέγεται Λεσινίτσα και έχει γηγενείς Έλληνες κατοίκους) . Το παλιό βλάχικο όνομα ήταν η Λιασινίτσα, αλλά επικράτησε η ελληνική ονομασία Λεσινίτσα ή Λεσνίτσα .Το 1927 πήρε το σημερινό όνομα Βρυσοχώρι.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η ζωή ήταν η ίδια με τη ζωή των κατοίκων των άλλων χωριών. Φτώχεια, δυσκολία επιβίωσης και οι ληστρικές επιδρομές έρχονταν να συμπληρώσουν την εικόνα.

Έτσι αρκετοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν σε διάφορα μέρη όπου πρόκοψαν από το εμπόριο, καλυτέρευσαν τη ζωή τους και βοήθησαν τη γενέτειρά τους χρηματοδοτώντας το κτίσιμο αρχοντικών , σχολείων ,εκκλησιών, καλντεριμιών, πέτρινων γεφυριών. Εξ΄ίσου σημαντική ήταν και η πνευματική πρόοδος αφού εκτός από το σχολείο είχε και επιστήμονες που εξασκούσαν το επάγγελμα του γιατρού Έτσι από το 18ο αι . και μετά το χωριό παρουσίασε μεγάλη ακμή.

Μετά ήρθε η Επανάσταση του 1821 κι ο αγώνας για την απελευθέρωση . Η πρόοδος του χωριού συνεχίστηκε με σταθερή αύξηση των κατοίκων. Το 1826 είχε 200 οικογένειες Βλάχων και το 1873 1600 κατοίκους, ενώ τα σπίτια καταλάμβαναν μια μεγάλη έκταση, χωρισμένη σε τρεις Μαχαλάδες (Κάτω, Πάνω, Πέρα). Επίσης το 1895 , η Οθωμανική Στατιστική (Σαλναμέ) της χρονιάς εκείνης αναφέρει 870 κατοίκους, κυρίως Βλάχους, που μιλούσαν και βλάχικα και ελληνικά.

Οι περισσότεροι από τους κατοίκους ήταν γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τεχνίτες και έμποροι. Η οικονομική κατάσταση των κατοίκων δεν ήταν πάντοτε η καλύτερη. Δεν υπήρχαν συγκοινωνίες και δρόμοι για την μεταφορά και διάθεση των εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις. Επίσης αν οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούσαν ή κατέστρεφαν την παραγωγή δεν υπήρχε η κρατική μέριμνα για τα προϊόντα ή για τους ανθρώπους. Αλλά πέρα από αυτές τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες δεν υπήρχε καμία προοπτική για μόρφωση, επαγγελματική αποκατάσταση και βελτίωση των όρων και των συνθηκών διαβίωσης. Έτσι, από ανάγκη οι άντρες ως το 1900 περίπου, αλλά και ολόκληρες οικογένειες από τις αρχές του 20ου αιώνα, πήραν τους δρόμους της ξενιτιάς.

O Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος έφεραν τη φρίκη, όταν οι κάτοικοι είδαν το χωριό τους να καίγεται τρεις φορές: δύο από τους Ναζί (18/10/1943, Ιούλιος του 1944) και μία κατά τον Εμφύλιο (1945-49). Το 1940 το Βρυσοχώρι είχε μεταβληθεί σε νευραλγικό κέντρο των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν κατά των Ιταλών και ήταν καθολική η συμμετοχή των κατοίκων. Η Γερμανική Κατοχή διέλυσε τον κοινωνικό ιστό και αποδυνάμωσε οικονομικά τον τόπο. Ο Εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ένα ένα από τα μελανότερα γεγονότα της χώρας και οι συνέπειες είχαν τεράστιο κόστος και στις δύο πλευρές.

Μετά ήρθε η μετανάστευση των νέων στις μεγαλουπόλεις και το Βρυσοχώρι άρχισε να ερημώνει. Το 1974 είχαν μείνει 83 κάτοικοι οι οποίοι ζούσαν σε πλήρη απομόνωση , αφού μέχρι το 1996 υπήρχε μόνο ένα χειροκίνητο τηλέφωνο για όλους, ενώ ο δρόμος Παλαιοσελλίου-Βρυσοχωρίου ασφαλτοστρώθηκε το 2009 .

Είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά του Ζαγορίου αλλά και από τα ωραιότερα , αφού λόγω της θέσης του είναι ένα από τα υπέροχα μπαλκόνια της Ελλάδας. Ακριβώς απέναντι από το χωριό ορθώνεται το βόρειο τείχος της η Γκαμήλας με τις απότομες ορθοπλαγιές εκατοντάδων μέτρων, λούκια, σχισμές, και την εντυπωσιακή κορυφή Τσούκα Ρόσσα να φαντάζει απροσπέλαστη. Τσούκα Ρόσσα (Τσουκαρόσια για τους ντόπιους) στα βλάχικα σημαίνει Κόκκινη Κορυφή και το όνομα προφανώς το πήρε επειδή την ανατολή του ήλιου η κορυφή λούζεται με το πρώτο κόκκινο χρώμα της αυγής. Η ανάβαση την Τσούκα Ρόσσα θεωρείται δύσκολη γι’ αυτό και αποτελεί το όνειρο κάθε ορειβάτη και αναρριχητή.

Χαμηλότερα απλώνονται απέραντα δάση από κωνοφόρα και φυλλοβόλα δέντρα και πανέμορφα αλπικά λιβάδια. Επειδή τα βουνά δέχονται πολλά χιόνια και το κλίμα είναι ιδιαίτερα βροχερό στην περιοχή, άφθονα νερά αναβλύζουν από τη γη και σχηματίζοντας πηγές, ρυάκια, ρέματα, παραπόταμους και χείμαρρους που εκβάλλουν στον Αώο.Το χωριό χάρη στα πολλά τρεχούμενα νερά, διαθέτει πλούσια χλωρίδα και πανίδα, βοσκοτόπια, κήπους, οπωροφόρα δέντρα και καταπράσινα δάση. Διαθέτει τέλειο δίκτυο ύδρευσης από πλουσιότατες πηγές με άφθονα και πεντακάθαρα νερά.

Είναι πιθανότατα το μόνο μέρος στην Ελλάδα όπου κανείς μπορεί να δει χιόνι 365 μέρες το χρόνο μιας και στους πρόποδες της Τσούκα Ρόσσα υπάρχουν μεγάλα κομμάτια παγετώνων που δεν λιώνουν ούτε με τους καύσωνες του καλοκαιριού Σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το χωριό και προς τα βόρεια, κυλά ορμητικά τα νερά του ο Αώος ποταμός. Λόγω της πλουσιώτατης χλωρίδας και πανίδας, το Πανεπιστήμιο του Cambridge της Αγγλίας έστελνε από τη δεκαετία του 1970 ακόμη -και επί χρόνια- ειδικούς επιστήμονες για τη μελέτη αυτής.

Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια το χωριό έχει ζωντανέψει από τη δημιουργία μιας μικρής, αλλά οργανωμένης μελισσοκομικής μονάδας, από δύο ξενώνες που καλύπτουν το πρόβλημα της διαμονής των επισκεπτών και από το 2010 είναι σε λειτουργία μία μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις όχθες του Αώου που εκμεταλλεύεται τα πλούσια νερά του ποταμού.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Άγιος Χαράλαμπος: Μεγάλη εντυπωσιακή εκκλησία στην κεντρική πλατεία. Η ανέγερση του ναού ξεκίνησε το 1799 και ολοκληρώθηκε στα 1819 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή. Την ανοικοδόμηση χρηματοδότησαν οι κάτοικοι του οικισμού. Είναι τρίκλιτη βασιλική, αφιερωμένη στον Άγιο Χαράλαμπο, στους Αγίους Αποστόλους και στους Τρεις Ιεράρχες, Το μεγάλο χαγιάτι είναι στηριγμένο σε πολλές κολόνες και στολισμένο με ωραία λιθανάγλυφα.

Άγιος Αθανάσιος: Η πιο παλιά εκκλησία , αφού πιστεύεται ότι πρωτοχτίστηκε τον 8ο αιώνα.

Άγιος Δημήτριος: Στο κέντρο του χωριού.

Άγιος Τρύφωνας: Παλιό εκκλησάκι, πρόσφατα ανακαινισμένο από την Εκκλησιαστική επιτροπή με τη συμμετοχή των κατοίκων. Βρίσκεται στη θέση Σκαρβένα, όχι τυχαία, αφού η θέση αυτή παλιά ήταν ο αμπελότοπος του χωριού και ο Άγιος Τρύφωνας είναι ο προστάτης των αμπελουργών, γι’ αυτό στις νεότερες αγιογραφίες αναπαρίσταται με κλαδευτήρι, κύριο εργαλείο των αμπελουργών.

Αγία Τριάδα Λεσνίτσας: ((1667) Μονή περίπου 6,5 χλμ. δυτικά του χωριού στα όρια του Εθνικού Δρυμού Βίκου-Αώου. Προσιτή με δασικό δρόμο.

1 comment

Αφήστε ένα σχόλιο

    error: Content is protected !!