Βρυσοχώρι
Ατενίζοντας τη Τσούκα Ρόσσα

Βρυσοχώρι

1024 609 Epirus Explorer

ΒΡΥΣΟΧΩΡΙ

Ατενίζοντας τη Τσούκα Ρόσσα από το Βρυσοχώρι

Το Βρυσοχώρι είναι ένα ορεινό βλαχόφωνο χωριό κτισμένο σ’ ένα καταπράσινο τοπίο με πλούσια βλάστηση, τρεχούμενα νερά και απέραντα δάση, που σήμερα αποτελούν πια μέρος του Εθνικού Πάρκου της Βόρειας Πίνδου. Το χωριό αποτελεί το δυτικό σύνορο της περιοχής του Ζαγορίου όπου ακόμα και σήμερα μιλιέται η αρομουνική.

Αρχικά ανήκε στα βλαχοχώρια της κοιλάδας του Αώου (της Κόνιτσας). Ωστόσο, από ιστορικής άποψης, εντάχθηκε στο Ζαγόρι και με τον καιρό διαφοροποιήθηκε και ως προς τα χαρακτηριστικά του. Έτσι σήμερα αποτελεί μέρος της πολιτισμικής και ιστορικής ενότητας του Κεντρικού Ζαγορίου.

Vrysochori Panoramic Photo

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Βρίσκεται 75 χιλ. Β των Ιωαννίνων και 30 χιλ. ΝΑ της Κόνιτσας και είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά του Ζαγορίου αλλά και από τα ωραιότερα , αφού λόγω της θέσης του είναι ένα από τα υπέροχα μπαλκόνια της Ελλάδας. Ακριβώς απέναντι από το χωριό ορθώνεται το βόρειο τείχος της Γκαμήλας με τις απότομες ορθοπλαγιές εκατοντάδων μέτρων, λούκια, σχισμές, και την εντυπωσιακή κορυφή Τσούκα Ρόσσα να φαντάζει απροσπέλαστη. Τσούκα Ρόσσα (Τσουκαρόσια για τους ντόπιους) στα βλάχικα σημαίνει Κόκκινη Κορυφή και το όνομα προφανώς το πήρε επειδή την ανατολή του ήλιου η κορυφή λούζεται με το πρώτο κόκκινο χρώμα της αυγής. Η ανάβαση στην Τσούκα Ρόσσα θεωρείται δύσκολη γι’ αυτό και αποτελεί το όνειρο κάθε ορειβάτη και αναρριχητή.

Χαμηλότερα απλώνονται απέραντα δάση από κωνοφόρα και φυλλοβόλα δέντρα και πανέμορφα αλπικά λιβάδια. Επειδή τα βουνά δέχονται πολλά χιόνια και το κλίμα είναι ιδιαίτερα βροχερό στην περιοχή, άφθονα νερά αναβλύζουν από τη γη και σχηματίζοντας πηγές, ρυάκια, ρέματα, παραπόταμους και χείμαρρους που εκβάλλουν στον Αώο. Το χωριό χάρη στα πολλά τρεχούμενα νερά, διαθέτει πλούσια χλωρίδα και πανίδα, βοσκοτόπια, κήπους, οπωροφόρα δέντρα και καταπράσινα δάση. Διαθέτει τέλειο δίκτυο ύδρευσης από πλουσιότατες πηγές με άφθονα και πεντακάθαρα νερά.

Είναι από τα λίγα μέρη στην Ελλάδα όπου κανείς μπορεί να δει χιόνι 365 μέρες το χρόνο μιας και στους πρόποδες της Τσούκα Ρόσσα υπάρχουν μεγάλα κομμάτια παγετώνων που δεν λιώνουν ούτε με τους καύσωνες του καλοκαιριού Σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το χωριό και προς τα βόρεια, κυλά ορμητικά τα νερά του ο Αώος ποταμός. Λόγω της πλουσιώτατης χλωρίδας και πανίδας, το Πανεπιστήμιο του Cambridge της Αγγλίας έστελνε από τη δεκαετία του 1970 ακόμη -και επί χρόνια- ειδικούς επιστήμονες για τη μελέτη αυτής.

Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης του οικισμού δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με την παράδοση το Βρυσοχώρι πριν αναπτυχθεί σε χωριό είχε συνοικισθεί κατά γένη που αποτελούσαν μικρούς συνοικισμούς. Οι πρώτοι συνοικισμοί που ιδρύθηκαν την εποχή του βασιλιά Πύρρου ήταν της «Μπαϊάσας» και της «Σκαρβένας». Με την πάροδο του χρόνου και την αύξηση του πληθυσμού ένας αριθμός κατοίκων μετακινήθηκε δημιουργώντας τους δύο νέους οικισμούς «Μανώλη» και «Πρίσκος».

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ανοικοδομήθηκαν και τα ξωκκλήσια με πρώτο αυτό του Αγίου Αθανασίου. Όταν αργότερα έγινε η σύμπτυξη των οικισμών και δημιουργήθηκε το σημερινό χωριό ονομάστηκε Άγιος Αθανάσιος. Η τελική συνένωση των οικισμών έγινε μάλλον κατά τον 8ο μ.Χ. αιώνα στα πλαίσια της οργάνωσης των Κοινοτήτων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Σε ανάμνηση μάλιστα αυτής της συνένωσης των οικισμών γιορτάζονταν, παλιότερα, κάθε χρόνο στις 30 Ιουνίου η εορτή της «μετοικεσίας»,

Κάποιοι από τους πρώτους κατοίκους ήταν Αλβανόβλαχοι, γνωστοί με την ονομασία Μπούϊοι (Βόϊοι) ή Μποϊάνοι που προέρχεται από το όνομα Μπούϊα , που έφεραν οι πρώτοι αρχηγοί της φυλής αυτής που ήταν άγριοι και αρχικά ζούσαν σε τρώγλες . Μνημονεύονται δε και μέλη της ίδιας φυλής με εκείνης των Μπουίων , τα οποία ήταν ξανθά και ατρόμητα. Μάλιστα αναφέρει ότι υπήρξε και κάποιος Θεοδόσιος ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του Καλω Ισκάνοβα δώρησαν το 1647 ένα τριώδιο ( λειτουργικό βιβλίο) στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας.

Ορισμένοι υποστηρίζουν πως οι Βλάχοι έδωσαν το όνομα Λιασίντσα, που εξελληνίστηκε σε Λεσινίτσα ή Λεσνίτσα (υπάρχει και σήμερα χωριό στη Β. Ήπειρο, δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, που λέγεται Λεσινίτσα και έχει γηγενείς Έλληνες κατοίκους). Άλλοι πάλι λένε ότι το όνομα δόθηκε από τους Σλάβους που κατοίκησαν την περιοχή, και προέρχεται από τη λέξη lesbica (=δάσος με λεπτοκαρυές=λέσνιτσες) γεγονός που ταίριαζε απόλυτα με τη φυσιολογία του τόπου, αφού βρισκόταν πράγματι στους πρόποδες δάσους άγριων λεπτοκαρυών και με τη χρήση έγινε Λεσινίτσα ή Λεσνίτσα.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Οικονόμου (Τοπωνυμικό Ζαγορίου) πρόκειται για ένα τοπωνύμιο που συναντιέται σε τρεις σλαβικές γλώσσες, μαρτυρείται από το β’ μισό του 14ου αιώνα και προέρχεται από to βασικό τύπο του ουσιαστικοποιημένου επιθέτου του ουσιαστικού lëska “φουντουκιά”

Σε ιστορικά κείμενα το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά σε χρυσόβουλο του Ανδρόνικου του Β’ το 1295. (παρένθεση: χρυσόβουλο = επίσημο δημόσιο έγγραφο – διάταγμα που έφερε χρυσή σφραγίδα στη μεταξωτή ταινία που το συνόδευε, με την οποία βεβαιωνόταν η αυθεντικότητα του διατάγματος).

Το 1927, στα πλαίσια του εξελληνισμού των ονομάτων των χωριών, το χωριό μετονομάστηκε σε Βρυσοχώρι από τις πολλές βρύσες που είχε η περιοχή.

Εδώ γεννήθηκαν οι ευεργέτες: Χρήστος Αθανασιάδης (1835-1915), Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γεώργιος Στ. Γκαράνης (1895-1978), Σταματία Βενέτη-Ασημακοπούλου-Πατέρα (1918- 1976), που πρόσφερε τα χρήματα για επισκευή της αίθουσας του ΜΟΣΒ, η οποία γι’ αυτό φέρει το όνομά της, και Νίκος Κ. Παντίσης (1907-1997), δικηγόρος, που πρόσφερε πάντα τις υπηρεσίες του, και όταν πέθανε, άφησε χρήματα για κοινωφελή έργα.

Το 1970 ιδρύθηκε ο Μ.Ο. Σ.Β.(Μορφωτικός Ορειβατικός Σύλλογος Βρυσοχωρίου) με έδρα το Βρυσοχώρι οποίος μέχρι σήμερα δραστηριοποιείται σε πολλά επίπεδα (συγκέντρωση λαογραφικών στοιχείων, συντήρηση των εκκλησιών, συγκρότηση ορειβατικής ομάδας, διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τουριστική προβολή του χωριού και της ευρύτερης περιοχής). Επιπλέον από τον Ιανουάριο του 1993 ο Σύλλογος εκδίδει την εφημερίδα «Τα Νέα του Βρυσοχωρίου» που κυκλοφορεί σε τριμηνιαία βάση. https://www.mosv.gr/history.php

Η ζωή των πρώτων κατοίκων στο Βρυσοχώρι

Τα πρώτα σπίτια του χωριού κτισμένα με ξερολιθιές αντανακλούσαν τη λιτότητα της ζωής των κατοίκων της εποχής εκείνης. Στη συνέχεια και όταν άρχισε να δημιουργείται ο σημερινός οικισμός άρχισαν να βελτιώνονται σταδιακά οι οικοδομές. Τα νέα σπίτια στην αρχή χτίζονταν με λάσπη και ξύλα και τα παράθυρα αντί για τζάμια είχαν παραθυρόφυλλα από σανίδια. Στα καλλίτερα σπίτια οι τοίχοι ήταν σοβατισμένοι με λάσπη και επιχρισμένοι με ασβέστη. Στους τοίχους ήταν χτισμένα ντουλάπια και επάνω τους κρέμονταν τα όπλα. Το σπίτι είχε δύο δωμάτια ένα για τους άντρες και ένα για τις γυναίκες και το καθένα είχε τζάκι για το χειμώνα. Στις αυλές είχαν πέτρινα πεζούλια.

Την εποχή εκείνη οι ληστρικές επιθέσεις και οι απαγωγές κυριαρχούσαν όχι μόνο στο Ζαγόρι αλλά και σε όλη την Ήπειρο σκορπώντας τον τρόμο στους κατοίκους. Γι΄αυτό τα μεγάλα σπίτια ασφαλίζονταν με το σύρτη που ήταν ένα τετράγωνο ξύλο αρκετά χοντρό και σκληρό και τοποθετημένο έτσι ώστε κάθε προσπάθεια παραβίασης ήταν δύσκολη.

Αντί για κρεββάτια είχαν στρώματα και μαξιλάρια γεμισμένα με άχυρο. Τα έπιπλα του σπιτιού περιορίζονταν σε χαμηλά σκαμνιά και τραπέζια, καθώς και σεντούκια για τη φύλαξη των ρούχων. Τα σκεύη ήταν πήλινα και τα κατασκεύαζαν ίδιοι σε περιοχή όπου υπήρχε κοκκινόχωμα.

Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού ήταν πατριαρχικές. Τα αρσενικά παιδιά έμεναν με τους γονείς ενώ οι κοπέλες έφευγαν μετά το γάμο.

Tsouka Rosa - view from Vrysochori Village

Ασχολίες των κατοίκων – Καλλιέργειες

Το ανάγλυφο του εδάφους με τους πολλούς λόφους και τις διαμορφωμένες αναβαθμίδες στις πλαγιές τους, οι μικρές κοιλάδες και τα ισιώματα σε πολλές περιοχές, εξασφάλιζαν στους κατοίκους μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και εκμετάλλευσης γενικότερα. Οι υψομετρικές διαφορές από τα 350-400 μ. στις όχθες του Αώου, ως τα 2450 μ. στην Τσούκα – Ρόσσα δημιούργησαν μεγάλες και διαφορετικές ζώνες καλλιέργειας, αλλά και παραγωγή προϊόντων μεγάλης ποικιλίας. Ο ίδιος ο οικισμός είναι κτισμένος στα 900-950 μ. υψόμετρο. Τα πολλά νερά που δημιουργούν μικρά ποτάμια και διασχίζουν μεγάλες αποστάσεις ώσπου να συναντήσουν τον Αώο, έδιναν τη δυνατότητα σε πολλές εκτάσεις να είναι ποτιστικές και να αποδίδουν άφθονα και εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα. Επί πλέον καλλιεργούνταν πατάτες, γίγαντες, μπαρμπουνοφάσουλα, οπωροφόρα δέντρα και αμέτρητες καρυδιές, που όχι μόνο κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες, αλλά εξασφάλιζαν κι ένα ικανοποιητικό εισόδημα στους κατοίκους από την πώλησή τους. Γύρω από το χωριό και σε μια ακτίνα που ήταν εύκολα προσβάσιμη σε καθημερινή βάση ήταν οι κήποι όπου φυτεύονταν λαχανικά, κηπευτικά και μεγάλη ποικιλία καρποφόρων δέντρων, όπως αχλαδιές, μηλιές, κερασιές, ροδακινιές, βερυκοκιές, συκιές και κυδωνιές.

Σε απόσταση από το χωριό, καλλιεργούνταν τα σιτηρά, οι φακές, το ρόβι, το κριθάρι και η σίκαλη. Από τα πλούσια χορτολίβαδα οι κάτοικοι συλλέγαν το χορτάρι που χρησιμοποιούνταν για ζωοτροφή το χειμώνα. Μετά τη συγκομιδή των δημητριακών, στις εκτάσεις αυτές βοσκούσαν κοπάδια με γίδια, πρόβατα και αγελάδες . Στο μεγαλύτερο υψόμετρο, τα πεύκα οι οξιές, και τα έλατα εξασφάλιζαν άφθονα δασικά προϊόντα όπως ξυλεία, καυσόξυλα καθώς και μεγάλη ποικιλία αρωματικών φυτών και βοτάνων.

Όταν όμως ο πληθυσμός του χωριού αυξήθηκε σημαντικά και αριθμούσε γύρω στους 1600 με 1800 κατοίκους (18ος – 19ος αιώνας) οι μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δεν μπόρεσαν να θρέψουν και να εξασφαλίσουν επάρκεια αγαθών. Αποτέλεσμα η μετανάστευση πολλών κατοίκων και η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής σε πλουσιότερα μέρη. Η σταδιακή μείωση του πληθυσμού, αύξησε με τον καιρό την επάρκεια των γεωργικών, κτηνοτροφικών και δασικών προϊόντων σε τέτοιο σημείο ώστε να διατίθενται στο εμπόριο και να αποτελούν για πολλές οικογένειες το κύριο εισόδημα και για άλλες συμπληρωματικό . Στις δύσκολες περιόδους όπως το 1917-1922 και στην Γερμανική κατοχή, πολλοί κάτοικοι των γειτονικών και άλλων χωριών του Ζαγορίου, επιβίωσαν χάρη στα προϊόντα του Βρυσοχωρίου.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας με τη χρησιμοποίηση νέων μέσων και η αδυναμία των κατοίκων να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις είχε σαν αποτέλεσμα την καθοδική πορεία των καλλιεργειών. Σταδιακά η φυγή των περισσότερων κατοίκων είχε σαν αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των παλιών δραστηριοτήτων και την καταστροφή του παραγωγικού ιστού. Σήμερα λίγες οικογένειες καλλιεργούν μόνο μέσα στον οικισμό και τα προϊόντα καλύπτουν βασικά τις ανάγκες αυτών των οικογενειών.

Σε χαμηλότερο υψόμετρο (400 – 600 μ. περίπου) καλλιεργούνταν τα αμπέλια με ποικιλίες σπάνιες ή συνηθισμένες (ροζακί ντεμπίνα, μοσχοστάφυλο κ. ά.) που έδιναν άφθονα σταφύλια , οινοποιήσιμα και επιτραπέζια. Στις αυλές των σπιτιών υπήρχαν κληματαριές όπου τα σταφύλια ήταν επιτραπέζια. Το κρασί ή καταναλώνονταν από την οικογένεια ή και πωλούνταν σε ταβέρνες και άλλα νοικοκυριά των γύρω χωριών. Το τσίπουρο ήταν ένα ακόμη προϊόν που βοηθούσε την οικιακή οικονομία και βελτίωνε τα έσοδα κάθε οικογένειας.

Στη δεκαετία του 1940 πολλά αμπέλια καταστράφηκαν αλλά μετά το 1950 οι κάτοικοι ξεκίνησαν να καλλιεργούν αρκετά αμπέλια και το 1955 η κοινότητα έφερε κλήματα από την Αμερική και τα μοίρασε στους κατοίκους. Η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία και σε δυο χρόνια τα κλήματα έδωσαν καρπούς. Η καλλιέργεια και η φροντίδα του αμπελιού, ήθελε πολύ χρόνο, κόπο και γνώση. Όλες οι φροντίδες γινόταν χειρωνακτικά και μαζί με όλες αυτές τις δυσκολίες ήταν τα άγρια πουλιά που κατάστρεφαν και οι περαστικοί που έκλεβαν τα σταφύλια.

Πάντως παρά το χρόνο και τον κόπο η δουλειά γινόταν με καλή διάθεση. Οι μέρες του τρύγου ήταν μέρες γιορτής με τη συμμετοχή όλου του χωριού. Ο τρύγος γινόταν προς το τέλος του Σεπτέμβρη και η ημερομηνία ανακοινωνόταν από τον ντελάλη του χωριού και ήταν κοινή για όλους. Ακόμα και το Σχολείο ήταν κλειστό την πρώτη μέρα , αφού και οι μαθητές πήγαιναν στον τρύγο. Την πρώτη φάση της διαδικασίας (τρύγος- πατητήρι- μούστος-κρασί) ακολουθούσε η απόσταξη για την παραγωγή του τσίπουρου. Η απόσταξη του τσίπουρου ήταν μια δεύτερη γιορτή με καθολικό γλέντι του χωριού.

Το κρασί συνόδευε πάντα το φαγητό της της οικογένειας. Το κρασί και το τσίπουρο ήταν και είναι κέρασμα των επισκεπτών. Επίσης τόσο το κρασί όσο και το τσίπουρο δίνονταν σαν δώρα, εμφιαλωμένα σε ωραία μπουκάλια.

Σήμερα δεν υπάρχουν αμπέλια αφού όλα έχουν καταστραφεί. Τα λίγα αμπέλια που υπάρχουν σε κάποιες αυλές και τα σταφύλια που αγοράζονται για το κρασί βοηθούν στο να διατηρούνται τα παλιά έθιμα και να συνεχίζεται η παράδοση.

Τα εκτεταμένα και πυκνά δάση γύρω από την περιοχή του Βρυσοχωρίου αποτελούσαν καταφύγιο πολλών άγριων ζώων και θηραμάτων. Στα μέρη αυτά ξεχειμώνιαζαν αγριογούρουνα, αγριοκάτσικα, ζαρκάδια, λαγοί και πέρδικες. Από τα παλιά χρόνια πολλοί κάτοικοι είχαν το κυνήγι σαν καθημερινή απασχόληση. Εκτός από τις διαδρομές στο δάσος εξασφάλιζαν, ιδιαίτερα σε δύσκολους καιρούς, άφθονο κρέας για τις οικογένειές τους. Γενικά τα κυνηγετικά δρώμενα παλιότερα αποτελούσαν σημαντικά γεγονότα για τους κυνηγούς.

Τα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς και των πολέμων στο Βρυσοχώρι

Η ξενιτιά πάντα ήταν θέμα διαχρονικό και συνυφασμένο με τη τύχη του ελληνικού λαού. Η ζωή ήταν η ίδια με τη ζωή των κατοίκων των άλλων χωριών. Η φτώχεια ,η δυσκολία επιβίωσης και οι ληστρικές επιδρομές που συμπλήρωναν την εικόνα ανάγκαζαν τους νέους άνδρες να αφήσουν τον τόπο τους αναζητώντας καλύτερη τύχη για τον ίδιους και τις οικογένειες τους.

Έτσι αρκετοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν σε διάφορα μέρη όπου πρόκοψαν από το εμπόριο, καλυτέρευσαν τη ζωή τους και βοήθησαν τη γενέτειρά τους χρηματοδοτώντας το κτίσιμο αρχοντικών, σχολείων, εκκλησιών, καλντεριμιών, πέτρινων γεφυριών. Εξ ίσου σημαντική ήταν και η πνευματική πρόοδος αφού εκτός από το σχολείο είχε και επιστήμονες που εξασκούσαν το επάγγελμα του γιατρού Έτσι από το 18ο αι . και μετά το χωριό παρουσίασε μεγάλη ακμή .Το χωριό την εποχή της ακμής του είχε δέκα παντοπωλεία, ένα καφενείο, έξι αλευρόμυλους, χασάπικο, φούρνο, κουντουράδικο (υποδηματοποιείο), βαρελάδικα κ.λπ.

Μετά ήρθε η Επανάσταση του 1821 κι ο αγώνας για την απελευθέρωση . Η πρόοδος του χωριού συνεχίστηκε με σταθερή αύξηση των κατοίκων. Το χωριό την εποχή της ακμής του είχε δέκα παντοπωλεία, ένα καφενείο, έξι αλευρόμυλους, χασάπικο , φούρνο , κουντουράδικο (υποδηματοποιείο), βαρελάδικα κ.λπ. Το 1826 είχε 200 οικογένειες Βλάχων και το 1873 1600 κατοίκους, ενώ τα σπίτια καταλάμβαναν μια μεγάλη έκταση, χωρισμένη σε τρεις Μαχαλάδες (Κάτω, Πάνω, Πέρα). Επίσης το 1895, η Οθωμανική Στατιστική (Σαλναμέ) της χρονιάς εκείνης αναφέρει 870 κατοίκους, κυρίως Βλάχους, που μιλούσαν και βλάχικα και ελληνικά.

Οι περισσότεροι από τους κατοίκους ήταν γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τεχνίτες και έμποροι. Η οικονομική κατάσταση των κατοίκων δεν ήταν πάντοτε η καλύτερη. Δεν υπήρχαν συγκοινωνίες και δρόμοι για την μεταφορά και διάθεση των εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις. Επίσης αν οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούσαν ή κατέστρεφαν την παραγωγή δεν υπήρχε η κρατική μέριμνα για τα προϊόντα ή για τους ανθρώπους. Αλλά πέρα από αυτές τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες δεν υπήρχε καμία προοπτική για μόρφωση, επαγγελματική αποκατάσταση και βελτίωση των όρων και των συνθηκών διαβίωσης. Έτσι, από ανάγκη οι άντρες ως το 1900 περίπου, αλλά και ολόκληρες οικογένειες από τις αρχές του 20ου αιώνα, πήραν τους δρόμους της ξενιτιάς.

Κύριος προορισμός ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Ανατολική Θράκη με κυριότερες παροικίες τη Ραιδεστό, την Κεσάνη, τα Ύψαλα, το Ιντσελίκ, τη Σαρακίνα και τη Σηλυβρία, Επίσης η Βουλγαρία και το Βουκουρέστι υπήρξαν προορισμοί των Βρυσοχωριτών. Άλλοι προορισμοί ήταν η Καβάλα, το Καζακλάρ (Αμπελώνας Λάρισας), η Λάρισα και τα χωριά του κάμπου της Ημαθίας. Μετά το 1900 άνοιξε ο δρόμος για την Αμερική και αρκετοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν εκεί και δεν γύρισαν ποτέ ξανά. Γύρω στο 1900 επίσης ελάχιστες οικογένειες αναζητούν καλύτερες συνθήκες δουλειάς και διαβίωσης στον Πειραιά και την Αθήνα, που με την πάροδο των χρόνων γινόταν όλο και περισσότερες. Το βασικό μέλημα ήταν η λύση των οικονομικών προβλημάτων και η ενίσχυση των οικογενειών στην πατρίδα. Τα κοινά βιώματα, αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα ήταν ο κρίκος που τους ένωνε. Η ίδρυση Αδελφοτήτων και Σωματείων στην ξενιτιά ήταν ο τρόπος για τη λύση των διαφόρων προβλημάτων που ανακύπταν στην κοινότητα. Ο πλουτισμός κάποιων από αυτούς σηματοδότησε την ανάπτυξης και ευημερία του χωριού.Με τα χρήματα που έστελναν κτίστηκαν μεγάλα πέτρινα σπίτια και παράλληλα χρηματοδότησαν κοινωφελή έργα. Κτίστηκαν εκκλησίες, πέτρινα γεφύρια, βρύσες και γενικά αναβαθμίστηκε η κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή του χωριού.

O Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος έφεραν τη φρίκη, όταν οι κάτοικοι είδαν το χωριό τους να καίγεται τρεις φορές: δύο από τους Ναζί (18/10/1943, Ιούλιος του 1944) και μία κατά τον Εμφύλιο (1945-49). Το 1940 το Βρυσοχώρι είχε μεταβληθεί σε νευραλγικό κέντρο των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν κατά των Ιταλών και ήταν καθολική η συμμετοχή των κατοίκων.

Με την επίθεση των Ιταλών στην Κόνιτσα στις 28 Οκτωβρίου 1940 το Τάγμα Κόνιτσας οπισθοχώρησε φτάνοντας στο Βρυσοχώρι που ήταν η τελευταία γραμμή άμυνας. Η άμυνα οργανώθηκε στην αριστερή νότια όχθη του Αώου με ακτίνα δράσης από τη Μονή Στομίου μέχρι το Δίστρατο απέναντι. Ο στρατός έκαψε και το ξύλινο γεφύρι του Αώου για να εμποδίσει τη διέλευση των Ιταλών. Μια σημαντική στρατιωτική αμυντική δύναμη είχε εγκατασταθεί στο Βρυσοχώρι και επιπλέον ένα ορεινό χειρουργείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα από τα Τάγματα υπηρετούσαν και 15 στρατιώτες από το Βρυσοχώρι. Το Βρυσοχώρι κατόρθωσε να αντιμετωπίσει όλη αυτή την κίνηση, τις ανθρώπινες ενέργειες, τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν για τρόφιμα, στέγη, ζωοτροφές ακόμη και ξύλα για θέρμανση. Οι κάτοικοι πρόσφεραν, φιλοξένησαν, περιποιήθηκαν τραυματίες, μετέφεραν πολεμοφόδια στους απομακρυσμένους Λόχους από περάσματα που οι ίδιοι ήξεραν. Η βοήθεια όλων των κατοίκων υπήρξε ανεκτίμητη . H μάχη που δόθηκε στις αρχές Νοεμβρίου στο χωριό Ελεύθερο ήταν η πρώτη νίκη των Ελληνικών Δυνάμεων, με πολλούς Ιταλούς αιχμαλώτους, που αναπτέρωσε το ηθικό του Στρατού και δυσκόλεψε την προέλαση των Ιταλών προς Παλιοσέλλι – Δίστρατο και αντίστροφα.

Στη συνέχεια ακολούθησε η Γερμανική Κατοχή. Οι επίσημες Γερμανικές αναφορές για τις καταστροφές στο Βρυσοχώρι και τα δύο γειτονικά χωριά Λάιστα και Ηλιοχώρι καταγράφονται στο βιβλίο «Ματωμένο Έντελβαϊς» του Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, αλλά σύμφωνα με σχόλιο του Γερμανού συγγραφέα, ο πίνακας δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, στο Βρυσοχώρι εκτελέστηκαν τρία άτομα και πυρπολήθηκαν 76 σπίτια, στο Ηλιοχώρι εκτελέστηκαν δύο άτομα και πυρπολήθηκαν 18 σπίτια, ενώ στη Λάϊστα εκτελέστηκαν 4 άτομα και πυρπολήθηκαν 80 σπίτια. Οι επίσημες ελληνικές πηγές, βασιζόμενες στην επιτροπή Μπαλάνου (1945), δεν αναφέρουν αναλυτικά στοιχεία για τις ζημιές, που έγιναν στα χωριά Βρυσοχώρι, Ηλιοχώρι και Λάϊστα.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη συνέχεια αποτέλεσε την τραγικότερη αντιπαράθεση στην ελληνική κοινωνία ολοκληρώνοντας την καταστροφή. Το Βρυσοχώρι για μία ακόμη φορά κάηκε στη διάρκεια του Εμφυλίου. Το τέλος της εμφύλιας σύρραξης βρήκε τη χώρα σε άθλια οικονομική κατάσταση και με διαλυμένο τον κοινωνικό ιστό. Ερήμωση των ορεινών περιοχών, εγκατάλειψη οικισμών και μεγάλη φτώχεια. Το Βρυσοχώρι είχε την ίδια μοίρα με τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Η μετανάστευση των νέων στις μεγαλουπόλεις είχε σαν αποτέλεσμα την σταδιακή ερήμωση του χωριού που την συμπλήρωνε η απομόνωση , αφού μέχρι το 1996 υπήρχε μόνον ένα χειροκίνητο τηλέφωνο και ο δρόμος που συνδέει το Βρυσοχώρι με το Παλαιοσέλλι ασφαλτοστρώθηκε το 2009.

Η Διοίκηση του χωριού επί Τουρκοκρατίας

Το Βρυσοχώρι στην περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν τσιφλικοποιήθηκε, και με τα ειδικά προνόμια που παραχωρήθηκαν στους κατοίκους από τον Σινάν Πασά – όχι χωρίς ανταλλάγματα βέβαια- εξασφάλισαν αυτονομία και αυτοδιοίκηση σε όλους τους τομείς (διοικητικό, οικονομικό, δικαστικό). Είχαν Δημογέροντα και κοινοτικό συμβούλιο, επιλεγμένο από τους ίδιους, που φρόντιζε για όλες τις τοπικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης των φόρων.

Η Παιδεία στο Βρυσοχώρι

Η ίδρυση του πρώτου Σχολείου στο χωριό δεν είναι γνωστή , εικάζεται όμως ότι από το 1770 ,αν όχι νωρίτερα ,πρέπει να λειτούργησε Δημοτικό Σχολείο. Και αυτό διότι όταν , με την προτροπή του Αγίου Κοσμά , άρχισαν να λειτουργούν τα πρώτα Δημοτικά Σχολεία στην Ήπειρο, το Σχολείο του Βρυσοχωρίου λειτουργούσε με γραμματοδιδάσκαλο ο οποίος δίδασκε μόνον ανάγνωση και γραφή.

Από το 1803 η λειτουργία του Σχολείου ήταν πλέον συστηματική και ο δάσκαλος αμείβονταν από την Κοινότητα και αργότερα επί πέντε χρόνια μισθοδοτούνταν με 15 λίρες ετησίως από το «Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1869. Στη συνέχεια οι Δημογέροντες του χωριού ,για τη συντήρηση του σχολείου , καθιέρωσαν να συνεισφέρουν η Εκκλησία και το Μοναστήρι από τα έσοδά τους.

Το νέο κτίριο του Παρθεναγωγείου κτίστηκε το 1867 πίσω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και το 1869 μεταφέρθηκε από το σπίτι στο οποίο υπολειτουργούσε από το 1850. Η πρώτη προσπάθεια λειτουργίας του μετά το πέρασμα του Αγίου Κοσμά απέτυχε. Πολλές προσπάθειες έγιναν από τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σωφρόνιο, ο οποίος έφτασε στο χωριό το 1886 και μίλησε στους γονείς προσπαθώντας να τους πείσει να στείλουν τα κορίτσια στο σχολείο.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο δάσκαλος Χρ. Τριανταφυλλίδης ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τους διστακτικούς γονείς να επιτρέψουν στις κόρες τους να φοιτήσουν στο σχολείο.

Ταυτόχρονα με το Παρθεναγωγείο, σε άλλη αίθουσα του ιδίου κτιρίου, λειτουργούσε σαν συμπληρωματική εκπαίδευση Σχολή υφαντικής με τμήμα ραπτικής.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ


Αγιος Χαράλαμπος

Είναι μία μεγάλη και εντυπωσιακή εκκλησία στην κεντρική πλατεία του χωριού. Η ανέγερση του ναού ξεκίνησε το 1799 και ολοκληρώθηκε το 1814, οπότε και εγκαινιάσθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γαβριήλ τον Σεπτέμβριο του 1814. Τα έξοδα για την ανέγερση αυτού του μεγαλοπρεπούς Ναού τα οποία έφτασαν τις 3540 χρυσές λίρες Τουρκίας, ποσό υπέρογκο για την εποχή εκείνη και τα δεδομένα του χωριού, ανέλαβαν εξ ολοκλήρου όλοι οι κάτοικοι του Βρυσοχωρίου (μόνιμοι στο χωριό και ξενιτεμένοι). Οι ξενιτεμένοι πρόσφεραν τα περισσότερα καθώς και το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας από τα έσοδά του. Πριν τα θυρανοίξια υπήρξε μια διαμάχη ως προς το ποιος Άγιος θα τιμηθεί. Ο ιεράρχης Γαβριήλ ζήτησε κατάλογο για να διαπιστώσει ποιοί από τους κατοίκους πρόσφεραν τα περισσότερα και διαπιστώνοντας ότι αυτοί που θέλανε να τιμηθεί στον Ναό αυτό ο Άγιος Χαράλαμπος είχαν προσφέρει τα περισσότερα χρήματα, χωρίς κανέναν δισταγμό, άνοιξε την πόρτα ψάλλοντας το απολυτίκιο του Αγίου Χαραλάμπους. Από τότε ο ιερός αυτός Ναός έγινε το σύμβολο για το χωριό και το σημείο αναφοράς για κάθε Βρυσοχωρίτη μόνιμο και ξενιτεμένο.

Ταυτόχρονα με τη θεμελίωση της εκκλησίας ξεκίνησε και η κατασκευή του τέμπλου που χρηματοδοτήθηκε από τους απανταχού Βρυσοχωρίτες, το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας και φίλους. Από τα λίγα γραπτά στοιχεία που σώθηκαν από μαρτυρίες παλαιοτέρων και από ειδικούς τεχνοκράτες, είναι προφανώς ρωσικής τεχνολογίας, σκαλισμένο με το χέρι σε ξύλα μασίφ βελανιδιάς και καρυδιάς βαμμένα και επιχρυσωμένα με ανεξίτηλα χρώματα της εποχής εκείνης και με πάρα πολλές θρησκευτικές παραστάσεις. Η μεταφορά του πρέπει να έγινε από τη Ρωσία με πλοίο σε κάποιο λιμάνι της Ηπείρου (τότε Πρέβεζας) και από εκεί στο χωριό με ζώα.

ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

Η μονή της Αγίας Τριάδας

Βρίσκεται 13χλμ. από το χωριό και σε υψόμετρο 950μ. Η μονή χρονολογείται από τον 17ο αιώνα, σύμφωνα με εγχάρακτη επιγραφή σε κελί, όπου αναφέρεται η χρονολογία 1677 και χτίστηκε από τους μοναχούς Χρύσανθο και Ιωακείμ και την αδελφή τους Στασινή, που είχαν ζήσει στη Βλαχία. Η σημερινή μορφή του μοναστηριού και του καθολικού ανάγεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Στα 1773 αναφέρεται από τον Ι. Λαμπρίδη η ανακαίνιση του καθολικού και των υπόλοιπων κτισμάτων της μονής. Επίσης ο ίδιος αναφέρει ότι υπήρξε και κάποιος Θεοδόσιος Μποϊάνης ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του Κάλω Ισκάνοβα δώρησαν το 1647 ένα τριώδιο ( λειτουργικό βιβλίο) στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας (Μαλακασιακά σελ.16).Το καθολικό είναι μονόχωρο και καμαροσκέπαστο. Αξίζει να σημειωθεί το ξυλόγλυπτο τέμπλο, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της λαϊκής ξυλογλυπτικής τέχνης του 18ου αιώνα στην Ήπειρο. Το τέμπλο διακοσμείται με ανάγλυφες Χριστολογικές και Θεομητορικές παραστάσεις, καθώς και ολόσωμους αγίους, αγίους σε μετάλλια καθώς και φυτικά και γεωμετρικά διακοσμητικά μοτίβα. Η τεχνική που ακολουθείται είναι αυτή χαμηλού, στρωτού ανάγλυφου, η οποία είναι η παλαιότερη στα Ηπειρωτικά τέμπλα. (https://izagori.gr Μονή Αγίας Τριάδας, Βρυσοχώρι).

Το Μοναστήρι είχε στην ιδιοκτησία του όλη την περιοχή της Γκρόνιτσας η οποία ήταν μεγάλη σε έκταση με βοσκοτόπια αμπέλια και ποτιστικά χωράφια. Η εκμετάλλευση όλων αυτών απέφερε αρκετά εισοδήματα τα οποία η Μονή διέθετε για τη συντήρηση του σχολείου, τη βοήθεια φτωχών οικογενειών και τη φιλοξενία διερχόμενων επισκεπτών. Το Μοναστήρι πλέον δεν λειτουργεί αλλά πανηγυρίζει την ημέρα του Αγίου Πνεύματος και όταν ο καιρός το επιτρέπει γίνεται παραδοσιακό πανηγύρι με συμμετοχή των κατοίκων όχι μόνο του χωριού αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Άγιος Αθανάσιος

Είναι ο πρώτος και αρχαιότερος ναός του χωριού. Σύμφωνα με την παράδοση όταν τον 8ο μ.Χ. αιώνα έγινε η σύμπτυξη όλων των οικισμών σε ένα χωριό , αυτό ονομάστηκε Άγιος Αθανάσιος. Είναι άγνωστη η ακριβής χρονολογία της αρχικής θεμελίωσης. Πάντως εικάζεται ότι ο Άγιος Αθανάσιος ανεγέρθηκε τον 7ο μ.Χ. αιώνα σαν ξωκκλήσι.

Άγιος Δημήτριος

Είναι κτισμένος στο κέντρο του οικισμού και πρωτοχτίστηκε πριν από τέσσερις και πλέον αιώνες. Η σημερινή εικόνα του ναού δεν έχει καμία σχέση με την αρχική μορφή του που ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Σύμφωνα με την επιγραφή που υπήρχε στην πόρτα του γυναικωνίτη οικοδομήθηκε τον Ιούλιο του 1758. Κατά την παράδοση ο ναός κτίστηκε στα ερείπια παλαιότερου ναού. Ο ναός στην πορεία των χρόνων υπέστη φθορές και το 1936 ανακαινίστηκε εκ βάθρων με αποτέλεσμα να καταστραφούν οι αγιογραφίες.

Agios Dimitrios

Ο ναός της Κάτω Παναγιάς

Είναι αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου. Αρχικά υπήρχε παλιά εκκλησία που είχε θεμελιωθεί στις αρχές του 17ου αιώνα. Εξυπηρετούσε το εκκλησίασμα του Κάτω Μαχαλά και χρησίμευε και σαν κοιμητήριο. Σ΄αυτήν την εκκλησία μίλησε ο Άγιος Κοσμάς όταν επισκέφτηκε το χωριό το 1778. Ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1895.

Panoramic photo of Vrysochori

Ξωκλήσια


Άγιος Μηνάς

Το πρώτο εξωκλήσι που κτίστηκε από τους αρχαίους κατοίκους του πρώτου συνοικισμού «Μπαιάσα»-«Αμπλιάμτσα». Ο Άγιος Μηνάς λατρεύεται από τους κυνηγούς και ιδιαίτερα από τους βοσκούς γιατί φανερώνει κάθε κλοπή που γίνεται στο κοπάδι τους. Το εξωκλήσι μεταφέρθηκε και κτίστηκε από τα θεμέλια στο σημερινό σημείο το 1934.

Άγιος Τρύφωνας

Κτίστηκε από τους αρχαίους κατοίκους του συνοικισμού της «Σκαρβένας» επειδή είναι ο προστάτης των γεωργών και άγρυπνος φύλακας των αμπελιών.

Άγιος Γεώργιος

Θεμελιώθηκε για πρώτη φορά από τους πρώτους κατοίκους του παλιού συνοικισμού «Πρίσκος» επειδή θεωρούσαν τον Άγιο Γεώργιο προστάτη των γεωργών και των βοσκών.

Αγία Παρασκευή

Σύμφωνα με την παράδοση θεμελιώθηκε κατά το 10ο αιώνα με την επιστασία του πρώτου γενάρχη του πέρα Μαχαλά, επειδή η Αγία Παρασκευή θεραπεύει τις παθήσεις, κυρίως, των ματιών. Το 1872 ανακαινίστηκε ριζικά με δαπάνες των κατοίκων του πέρα Μαχαλά , ο οποίος εκείνη την εποχή είχε πληθυσμό περί τους 285 κατοίκους. Το 1941 μια μεγάλη πέτρα από το βουνό κατρακύλησε προκαλώντας ζημιές. Σήμερα το ξωκκλήσι είναι φροντισμένο και βρίσκεται σε ένα σημείο με θαυμάσια θέα στις κορυφές της Τύμφης και την υπόλοιπη περιοχή.

Άγιος Νικόλαος

Κτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και ανακαινίστηκε ριζικά το 1869 με συνδρομές όλων των κατοίκων του χωριού.

Επάνω Παναγία

Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και κτίστηκε το 1808 με εράνους των ταξιδιωτών διότι βρισκόταν στο πέρασμα όταν έφευγαν και όταν γύριζαν από τα μεγάλα τους ταξίδια. Γιορτάζεται στις 15 Αυγούστου. Τα παλιότερα χρόνια γινόταν μεγάλο πανηγύρι στο «Χοροστάσι».

Λιθόγλυπτα

Για τα λιθόγλυπτα που βρίσκονται στο Βρυσοχώρι και που κοσμούν τα σπίτια γράφει η Μαρία Τσούπη – Ρέμου.

Στο Βρυσοχώρι είναι εντοπισμένα πάνω από 100 δείγματα λαϊκής λιθογλυπτικής τέχνης. Η γλυπτική της πέτρας είναι μια από τις εκφράσεις της παραδοσιακής χειροτεχνικής δημιουργίας, όπως είναι και η ξυλογλυπτική, η ζωγραφική, η κεντητική, η υφαντική, η αργυροχρυσοχοΐα, η μεταλλοτεχνία και η κεραμική. Είναι αξιοσημείωτο ότι το Βρυσοχώρι είναι ένα από τα λιγοστά χωριά του Ζαγοριού, όπου μπορεί κανείς να εντοπίσει συχνά αυτά τα εξαίρετα δείγματα της τέχνης των πελεκάνων – μαστόρων της κουμπανίας των χτιστάδων. Οι περισσότεροι έφτασαν στο Ζαγόρι από τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας, την εποχή της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας, δηλαδή από τα τέλη του 18ου αιώνα και, κυρίως, κατά το 19ο αιώνα. Στα περισσότερα λιθόγλυπτα υπάρχουν χρονολογίες, αλλά και ονόματα που αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια της ιστορίας του κτίσματος, σ’ ό,τι αφορά στη χρονολογία κτίσης ή ανακαίνισης, καθώς και στα ονόματα των χορηγών – δωρητών, των ιδιοκτητών ή και των μαστόρων.

Η κατοικία ήταν το κέντρο της οικογενειακής ζωής, ο τόπος εργασίας και παραγωγής, ο χώρος όπου συμβίωναν άνθρωποι και ζωντανά. Φυλακτικά – αποτρεπτικά μοτίβα σκαλισμένα στις παραστάδες της εισόδου δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις μιας συμβολικής προστασίας, ώστε να περιφρουρούν τα όρια του ιδιωτικού χώρου. Όμως, αν η κατοικία είναι το ιερό άδυτο της ιδιωτικής ζωής, ο οίκος του Θεού πρέπει να είναι ο κατεξοχήν αποκομμένος από το βέβηλο κόσμο χώρος. Για τον πιστό είναι η μετάβαση στον υπερβατικό χώρο της προστασίας και της σωτηρίας. Εδώ, στο εξωτερικό τμήμα πάντα, η λιθογλυπτική θα βρει πρόσφορο έδαφος εφαρμογής της. Στο χαγιάτι του Αγίου Χαραλάμπους, αλλά και στις εισόδους του ναού και του καμπαναριού τα θέματα αυξάνουν. Κοντά στις κτητορικές επιγραφές παρατηρούμε ποικίλες άλλες απεικονίσεις, όπως σταυρούς, δικέφαλους, ζωικές και φυτικές συνθέσεις, ακόμη και μία αποτρεπτική κεφαλή που υπάρχει στη δυτική γωνία της νότιας πλευράς, στο χαγιάτι του Αγίου Χαραλάμπους. Όλα αυτά τα λιθανάγλυφα θέματα ενισχύουν την αίσθηση της αποδέσμευσης από τις αρνητικές δυνάμεις του Κακού. Είναι φυλακτικά «σημεία» που δίνουν διέξοδο στις μεταφυσικές ανησυχίες του ανθρώπου και δημιουργούν συνθήκες βίωσης της θεϊκής παρουσίας.

Pine trees Vrysochori
Tsouka rosa

Αφήστε ένα σχόλιο