Η Αρίστη (παλιά Αρτσίστα) είναι ένα από τους πλέον γνωστούς παραδοσιακούς οικισμούς της Ηπείρου στην περιοχή του Δυτικού Ζαγορίου. Είναι κτισμένη στις βόρειες πλαγιές της Γκραμπάλας (ή Ρουνίκος για τους ντόπιους) σε υψόμετρο 640 μ. και έχει θέα προς τους εντυπωσιακούς βράχους της Τύμφης.
Απέχει 48 χλμ. από τα Ιωάννινα και βρίσκεται κοντά στα χωριά Μεγάλο και Μικρό Πάπιγκο, Άγιο Μηνά και Βίκο (παλιά Βιτσικό). Η προνομιακή της θέση στην πιο όμορφη περιοχή του Βοϊδομάτη την κάνει έναν από τους πλέον ιδανικούς προορισμούς διακοπών.

Ιστορία και ονομασία
Όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου στο Τοπωνυμικό Ζαγορίου, το παλιό της όνομα, Αρτσίστα, είναι φυτώνυμο αλβανικής προέλευσης.
Είναι άγνωστο το πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοι στο χωριό. Πάντως αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφτηκαν στην Αρτσίστα και το Καστράκι της Κλειδωνιάς υπονοούν αρχική κατοίκηση μετά το 13ο-12ο αιώνα π.Χ.
Σύμφωνα με τον Λαμπρίδη (Ζαγοριακά), κατά την παράδοση ο οικισμός συγκροτήθηκε ή αυξήθηκε μετά τη διάλυση του οικισμού Βόπατη καθώς και από μετοίκηση οικογενειών από τον Άγιο Μηνά.
Η πλεονεκτική θέση του χωριού βοήθησε στην ευημερία του. Κατ΄αρχάς, ήταν κοντά στην Κόνιτσα που εκείνη την εποχή αποτελούσε πέρασμα για τα καραβάνια που μετέφεραν εμπορεύματα στο εξωτερικό. Επίσης, γύρω από τον οικισμό υπήρχαν πολλά μεγάλα χωριά, κάτι που ενίσχυε το αίσθημα της ασφάλειας των κατοίκων.
Κατά το 13ο αιώνα το χωριό ευημερούσε όπως και τα υπόλοιπα χωριά της δυτικής πλευράς του Ζαγορίου. Η ευημερία αυτή διατηρήθηκε και μετά την εισβολή των Οθωμανών στην Ήπειρο της Τουρκοκρατίας αφού απολάμβανε τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί από τους Τούρκους στα Ζαγοροχώρια σαν αναγνώριση της υποταγής τους.
Τα προνόμια καταργήθηκαν οριστικά το 1868 μετά την επανάσταση του Διονυσίου Σκυλοσόφου.
Στα τέλη του 17ου αιώνα, τα χωριά του Ζαγορίου υπέφεραν από τις ληστρικές επιδρομές και βιαιοπραγίες των Τουρκαλβανών. Τότε, πολλοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, κυρίως στα Βαλκάνια, οι περισσότεροι στη Σερβία και λίγοι στη Βουλγαρία, Ρουμανία κ.α.. Ήταν έμποροι, ξενοδόχοι και καταστηματάρχες. Πολλοί Αριστινοί ήταν και είναι εκπαιδευτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι. (Μακρής Ε., Τα Ζαγοροχώρια, Ιωάννινα 1996)

Έτσι, με την οικονομική βοήθεια των ξενιτεμένων η Αρτσίστα έγινε ένα μεγάλο χωριό με αρχοντικά. Αξιόλογη πρόοδο έκανε και στον πνευματικό τομέα. Είναι από τα πρώτα χωριά του Ζαγορίου στο οποίο λειτούργησε σχολείο. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, διατηρούσε αλληλοδιδακτικό σχολείο με αξιόλογους δασκάλους, ενώ αργότερα το 1825 απέκτησε και ελληνικό σχολείο.
Το 1919, η Αρτσίστα έγινε έδρα της δικής της ομώνυμης Κοινότητας, ενώ το 1929 πήρε το σημερινό όνομα (προφανώς εξελληνισμένος τύπος του παλιού).
Η Αρίστη βρέθηκε στο κέντρο των πολεμικών γεγονότων του 1940 αφού η περιοχή έγινε πεδίο μαχών στη διάρκεια του επίθεσης των Ιταλών. Τα υψώματα της Γκραμπάλας αποτελούσαν την αμυντική γραμμή των ελληνικών δυνάμεων. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν συνετέλεσαν στην ερήμωση όπως και στα υπόλοιπα χωριά του Ζαγορίου.
Με καταγωγή από την Αρίστη
Στην Αρίστη γεννήθηκε ο Φώτης Μ. Πέτσας (1918 – 2004) που ήταν σημαντικός Έλληνας αρχαιολόγος και πανεπιστημιακός. Στο πλούσιο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται βιβλία, κείμενα σε συλλογικά έργα, ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια, δημοσιεύματα σε περιοδικά και εφημερίδες, βιβλιοκρισίες.

Τα τελευταία χρόνια όμως η τουριστική ανάκαμψη έχει σαν αποτέλεσμα οι κληρονόμοι των παλιών αρχοντικών να επιστρέφουν και να λειτουργούν τα μεγάλα αρχοντικά ως παραδοσιακούς ξενώνες.
Αξιοθέατα
Το χωριό έχει διατηρήσει πολλά από τα αρχοντικά του, τα οποία εδώ και αρκετά χρόνια οι κληρονόμοι τα ανακαίνισαν και τα λειτουργούν σαν παραδοσιακούς ξενώνες. Περπατώντας στα πετρόκτιστα καλντερίμια θα δείτε τα αρχοντικά και την παλιά βρύση. Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται η επιβλητική εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με το πανύψηλο καμπαναριό της, κτισμένη το 1718 και με τοιχογραφίες ζωγράφων από το Καπέσοβο. Άλλη εκκλησία είναι ο Άγιος Αθανάσιος, κτίσμα του 16ου αιώνα.
Το Παλιογέφυρο
Βρισκόταν ανάμεσα στα χωριά Πάπιγκο και Αρίστη και γεφύρωνε το Βοϊδομάτη ποταμό. Σήμερα, το μόνο που έχει απομείνει είναι το βοηθητικό τόξο και ένα μέρος του ακρόβαθρου. Απ’ ότι φαίνεται πρέπει να ήταν εντυπωσιακό γεφύρι. Δυστυχώς, παρασύρθηκε σε μια κατεβασιά του ποταμού. Περνώντας τη σιδερένια γέφυρα του Παπίγκου με κατεύθυνση το Πάπιγκο, παρκάρετε το όχημα στο χώρο στάθμευσης και ακολουθείτε το μονοπάτι δεξιά. Στο σημείο αυτό είναι και μία από τις ωραιότερες φυσικές πισίνες του Βοϊδομάτη.
Η Μονή Σπηλιώτισσας
Βρίσκεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Βοϊδομάτη 5 χλμ. περίπου μετά την Αρίστη στο δρόμο για το Πάπιγκο. Από το χώρο στάθμευσης ένα σύντομο μονοπάτι μέσα στο πλατανόδασος οδηγεί στο μοναστήρι.
Το μοναστήρι είναι χτισμένο στη σπηλιά ενός βράχου και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει ο ναός κτίστηκε το 1665 και ιστορήθηκε το 1673. Η Μονή υπήρξε πλούσιο μοναστήρι με μεγάλη ακίνητη περιουσία και τα ετήσια έσοδα προορίζονταν για κοινωφελείς σκοπούς. Οικονομικοί λόγοι, πυρκαγιά και σεισμός ήταν τα καταστροφικά γεγονότα που οδήγησαν το μοναστήρι σε διάλυση.
Αν και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου γιορτάζει της Ζωοδόχου Πηγής μετά το Πάσχα.
Επίσης, είναι θαυμάσια η θέα από το πέτρινο καμπαναριό που βρίσκεται στην κορυφή του βράχου.

Η Αρίστη αποτελεί πέρασμα για το Πάπιγκο με αποτέλεσμα τις περιόδους εορτών και αργιών η διέλευση των αυτοκινήτων να δημιουργεί κυκλοφοριακή αναστάτωση.
Η ομορφιά του χωριού παράλληλα με την πολύ καλή τουριστική υποδομή του, καθώς και η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης σε πολλά αξιοθέατα της περιοχής έχουν αναδείξει την Αρίστη σε έναν από τους πλέον πολυσύχναστους και δημοφιλείς προορισμούς στο Ζαγόρι.


Δραστηριότητες
Οι λάτρεις της πεζοπορίας μπορούν να ακολουθήσουν το μονοπάτι που ξεκινά από την Αρίστη και οδηγεί στη γέφυρα της Κλειδωνιάς, μετά από περίπου 2 με 2.30 ώρες πορείας.
Η διαδρομή από Αρίστη μέχρι Κλειδωνιά
Οι λάτρεις της πεζοπορίας μπορούν να ακολουθήσουν το μονοπάτι που ξεκινά από την Αρίστη και οδηγεί στη γέφυρα της Κλειδωνιάς. Η απόσταση είναι πέντε χιλιόμετρα και ο χρόνος πεζοπορίας περίπου 2 με 2.30 ώρες. Στη μέση της πορείας μια πινακίδα μας κατευθύνει στην παλιά μονή των Αγίων Αναργύρων της Κλειδωνιάς (παλιά Κλειδονιάβιστα) που είναι κτισμένη από το 1658.


Η πινακίδα δείχνει το δρόμο και τα σκαλιά που οδηγούν στη παλιά και εγκαταλειμμένη από χρόνια εκκλησία. Το μοναστήρι είναι εγκαταλειμμένο αλλά το καθολικό της μονής και οι αγιογραφίες σώζονται σε καλή κατάσταση. Το μοναστήρι έχει χαρακτηρισθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Την ημέρα της εορτής των Αγίων Αναργύρων Κοσμά & Δαμιανού (1 Ιουλίου) γίνεται λειτουργία και ακολουθεί παραδοσιακό γλέντι στην όχθη του Βοϊδομάτη.
Η επιστροφή γίνεται από το ίδιο μονοπάτι.
Ο Βοιδομάτης στο σημείο της γέφυρας
Αφήνοντας την Αρίστη και παίρνοντας το δρόμο για το Πάπιγκο σε 3 χλμ. φτάνουμε στο ποτάμι και στη γέφυρα του Παπίγκου ή του Βοϊδομάτη. Το σημείο αυτό είναι ένα από τα ωραιότερα της ορεινής Ελλάδας.


Η γέφυρα του Βοϊδομάτη στη διαδρομή προς το Πάπιγκο, είναι αφετηρία διαδρομών για rafting, δυσκολίας II βαθμού και διάρκειας από 1 έως 2 ώρες, που καταλήγουν στη γέφυρα του Βοϊδομάτη στην Κλειδωνιά. Η κατάβαση του ποταμού μπορεί να γίνει και με kayak ή monoraft.
Ο Βοιδομάτης είναι ένας μικρός παραπόταμος του Αώου με μήκος περίπου 15 χλμ. και είναι το καθαρότερο ποτάμι της Ευρώπης. Εντυπωσιακή είναι η διαύγεια των νερών σε βαθειά σημεία, το απίστευτο γαλαζοπράσινο χρώμα και η καθαρότητά τους που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι το ποτάμι βρίσκεται εξ ολοκλήρου μέσα στον Εθνικό Δρυμό Βίκου Αώου.
Ο δρυμός ανακηρύχθηκε το 1973 με αποτέλεσμα την προστασία της ευαίσθητης χλωρίδας και πανίδας της περιοχής.

Ο Βοϊδομάτης είναι επίσης και από τα πιο κρύα ποτάμια της Ευρώπης, αφού τα νερά του ακόμη και στην καρδιά του καλοκαιριού σε περίοδο καύσωνα δεν ξεπερνούν σε θερμοκρασία τους 6°C – 7°C. Ετυμολογικά, ο όρος Βοϊδομάτης εικάζεται ότι οφείλεται στο σλαβικό “βόντα μάτε”, που σημαίνει νερομάνα.


Το γεφύρι της Κλειδωνιάς
Το μονότοξο γεφύρι της Κλειδωνιάς που βρίσκεται και σώζεται μέχρι σήμερα στην ίδια και πλέον κατάλληλη θέση για τη γεφύρωση του Βοϊδομάτη είναι το τρίτο κατά σειρά και αποτελούσε σημαντικό σημείο διάβασης. Το γεφύρι ένωνε την Κλειδωνιά με την Κόνιτσα και τον Άγιο Μηνά καθώς και τα Γιάννενα με την Κόνιτσα.
Σύμφωνα με το Λαμπρίδη, χορηγός της γέφυρας ήταν η Μπαλκίζ χανούμ ή οποία διεθεσε το ποσό των 37.000 γροσίων (1853). Η Μπαλκίζ χανούμ ήταν σύζυγος του Μαλήκ Πασά εγγονού της Χαϊνίτσας που ήταν αδελφή του Αλή πασά. Οι μαστόροι που δούλεψαν στο γεφύρι κατάγονταν από την περιοχή του Αργυροκάστρου και ήταν γνωστοί τεχνίτες υπονόμων, υδραυλικοί, δημιουργοί συντριβανιών και υδραγωγείων και γεφυριών. Ο πρωτομάστορας του έργου παραμένει άγνωστος.
